ΠΑΤΗΣΤΕ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΜΕΝΟΥ

ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΝΟΜΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΑΛΩΠΗΞ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ - 2 Απρ 2018 - 21:01

Γράφει ο ΑΛΩΠΗΞ

Είναι γνωστό, ότι ανά τους αιώνες, η σύλληψη, η δίκη, τα πάθη, ο θάνατος και η Ανάσταση του Χριστού, φέρνει σε όλους τους πιστούς Χριστιανούς ανά τον κόσμο αισθήματα έντονης συγκίνησης και κατάνυξης για όλα αυτά τα σπουδαία γεγονότα.

Κάθε χρόνο, γράφονται συνεχώς πάρα πολλές ομιλίες θεολογικού περιεχομένου σε σχέση με τα σπουδαία αυτά γεγονότα, αλλά και εκφωνούνται λόγοι στους οποίους αναλύονται εκτενώς, πως η αδικία και ο φθόνος διάφορων ομάδων (πολιτικών και θρησκευτικών) δίκασε άδικα και ανέβασε τον Χριστό στον Σταυρό.

Ο ίδιος ο Χριστός, με την χαρισματική του μορφή, συνέπαιρνε με τις συναρπαστικές ομιλίες του, τον Εβραϊκό λαό, αφού σε αυτές μιλούσε με αυθεντία, ενώ παράλληλα με τους θαυμαστούς λόγους και τα έργα Του προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες στον απλό λαό.

Αυτή Του η επιρροή, μαζί με τον θαυμασμό του απλού κόσμου για το πρόσωπο Του, ήταν η αιτία να προκαλέσει τον φθόνο και το μίσος του υποκριτικού και αδίστακτου ιερατείου της τότε εποχής, μιας και ο ίδιος στα κηρύγματα του στηλίτευε την μεγάλη υποκρισία και απληστία του.

Οι ίδιοι άλλωστε οι αρχιερείς των Ιουδαίων, είχαν συμμαχήσει με τους κατακτητές του ίδιου τους του έθνους και για χάριν ανταλλαγμάτων από τους Ρωμαίους, κρατούσαν τον ναό σε καταστολή, ενώ οι ίδιοι καλοπερνούσαν.

Επίσης, ήταν τόσο άπληστοι, ώστε είχαν επιτρέψει ακόμα και σε αργυραμοιβούς και εμπόρους να διενεργούν παράνομες συναλλαγές και απάτες μέσα στον περίβολο του ιερού ναού των Ιεροσολύμων, κρατώντας για αντάλλαγμα ένα μέρος των κερδών για τους ίδιους (άλλωστε οι ίδιοι οι έμποροι ήταν πολλές φορές, φίλοι, συνεργάτες ή ακόμα και συγγενείς των ίδιων των ισραηλιτών αρχιερέων).

Και φυσικά, δεν έπρατταν μόνο αυτά, αλλά παράλληλα, συγκέντρωναν πλούτο και από άλλες πηγές με παράνομο τρόπο (π.χ. ληστεύοντας τις περιουσίες απροστάτευτων χήρων) και με αυτόν, έφτιαχναν λαμπρά οικοδομήματα για τους ίδιους και τις οικογένειες τους, ενώ αγόραζαν εκλεκτά εδέσματα για να καλοπερνούν οι ίδιοι και ο περίγυρος τους.

Αυτή η υποκριτική τους συμπεριφορά, όπως και η πραγματικότητα, της ολοφάνερης αντίθεσης των λόγων και των έργων τους (σε αντίθεση με την ειλικρινή και άδολη συμπεριφορά του Χριστού), όπως και το γεγονός πως ο λαός είχε αρχίσει να ακολουθεί τον Χριστό και να εγκαταλείπει τους ίδιους και τις διδασκαλίες τους, φόβισε υπέρμετρα τους  Ιουδαίους αρχιερείς.

Αυτό, τους έκανε να στραφούν με βία εναντίον Του, φοβούμενοι ότι στο τέλος όλοι θα Τον ακολουθούσαν και κανείς δεν θα παρέμεινε πιστός σε αυτούς, ενώ για να κρύψουν αυτές τους τις προθέσεις, έλεγαν για να δικαιολογηθούν, ότι τάχα φοβόταν πως αν όλος ο λαός ακολουθούσε τον Χριστό, τότε οι Ρωμαίοι θα εξοργιζόταν και θα επιτιθόταν εναντίον του Εβραϊκού λαού, καταστρέφοντας πλήρως τον ίδιο, την Ιερουσαλήμ και τον ναό.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, οι αρχιερείς, αποφάσισαν φθονερά να προχωρήσουν στην πλήρη φυσική και σωματική εξόντωση του Χριστού, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα τους και να βγάλουν από την μέση έναν, κατ’ αυτούς, «επικίνδυνο ταραχοποιό».

Έτσι, άρχιζαν να μεθοδεύουν με δόλια μέσα την καταδίωξη, την σύλληψη και την προαγωγή σε δίκη του Χριστού, με σκοπό να βρούνε τις «κατάλληλες δικαιολογίες», προκειμένου να καταστήσουν την ήδη προειλημμένη  από τους ίδιους καταδίκη Του σε θάνατο, «νόμιμη».

Σε αυτή η «δίκη» όμως, η οποία όντως συνέβη, υπήρξε μία σωρεία και κατάφωρη παραβίαση πάμπολων νόμων της εποχής, ενώ και η ίδια η δίκη αυτή καθαυτή, ήταν και αυτή παράνομη.

Οπότε, εκτός του πάντα σημαντικού θεολογικού περιεχομένου της δίκης του Κυρίου, έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, να γίνει και μία ανάλυση της δίκης αυτής από νομικής πλευράς, με βάση τους νόμους της τότε εποχής.

Οι κύριες πηγές ανάλυσης της δίκης αυτής, είναι φυσικά τα Ευαγγέλια των τεσσάρων Ευαγγελιστών (Μάρκου, Ιωάννη, Λουκά, Ματθαίου), στα οποία γίνεται μία ενδελεχής ανάλυση των γεγονότων της δίκης αυτής, με ένα γενικό πνεύμα αντικειμενικότητας και μετριοπάθειας σε σχέση με τα γεγονότα και τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν σε αυτή.

Στα Ευαγγέλια επίσης, δεν παραλείπονται να τονιστούν από τους Ευαγγελιστές, ακόμα και οι αδυναμίες, τα λάθη (π.χ. η άρνηση του Πέτρου) ή και η εγκατάλειψη ή άρνηση του Χριστού από τους ίδιους τους μαθητές Του (π.χ. η προδοσία του Ιούδα), παρόλο που μέσω αυτών, «ζημιώνονται» ηθικά και προσωπικά οι ίδιοι, που είναι ένα επιπλέον στοιχείο που δείχνει την αντικειμενικότητα τους.

Τον καιρό, τον οποίο πραγματοποιήθηκε η δίκη του Κυρίου, η περιοχή της Παλαιστίνης βρισκόταν κάτω από την σκληρή Ρωμαϊκή κατοχή.

Οι Ρωμαίοι, υπό την διοίκηση του Πομπήιου του Μέγα, είχαν καταλάβει την περιοχή αυτή ήδη το 63 π.Χ., και την μετέτρεψαν σε ένα είδος προτεκτοράτου υπό την ηγεσία τους, το οποίο κυβερνούσε από την μία πλευρά ο γηγενής ηγεμόνας (που είχε και τη υποστήριξη των Ρωμαίων), και από την άλλη (αφανώς) ένας Ρωμαίος επίτροπος, που ήταν υπεύθυνος για την διακυβέρνηση και διαφύλαξη της Ρωμαϊκής εξουσίας στην Συρία και την Παλαιστίνη.

Στα χρόνια του Χριστού, η περιοχή της Παλαιστίνης διοικούταν από τον οίκο του Ιδουμαίου (Άραβα) στην καταγωγή, Ηρώδη.

Με την εκδίωξη δε του βασιλιά Αρχέλαου από την θέση του βασιλιά της Ιουδαίας και την φυλάκιση του με εντολή του ίδιου του Οκταβιανού Αύγουστου (ύστερα από πολλές βιαιότητες και καταχρήσεις που αυτός διέπραξε κατά του ίδιου του Εβραϊκού λαού), η Παλαιστίνη έγινε και επίσημα μία Ρωμαϊκή επαρχία, ενώ τότε, ο Ρωμαίος επίτροπος της Συρίας και Παλαιστίνης, έγινε πια και εμφανώς κυβερνήτης της, ύστερα από διαταγή του Αυγούστου.

Ο δε επίτροπος αυτός, διατηρούσε συνήθως την έδρα του στην ίδια την Ιερουσαλήμ (κυρίως όταν επισκεπτόταν την πόλη αυτή μιας και είχε έδρες και σε άλλες επαρχίες που κυβερνούσε, π.χ. στην Καισάρεια και την Σαμάρεια), ενώ προκειμένου να διατηρείται η τάξη στη πόλη, σε αυτή στρατοπέδευε και σημαντική Ρωμαϊκή στρατιωτική φρουρά.

Τον καιρό της δράσης του Χριστού, ο επίτροπος που ήταν υπεύθυνος για την Ιουδαία, ήταν γνωστός σε όλους μας (τόσο από τα Ευαγγέλια, αλλά και από πολλές ιστορικές πηγές της εποχής, Ρωμαϊκές και Εβραϊκές), Πόντιος Πιλάτος.

Ο Πόντιος Πιλάτος, που είχε διοριστεί στην θέση αυτή, από τον διάδοχο του Αυγούστου, τον Τιβέριο, ήταν έμπιστος του, όπως και ο πέμπτος στην σειρά επίτροπος της περιοχής.

Ο ίδιος, ήταν παράλληλα διαβόητος για την σκληρότητα του, το μίσος του για τους Ιουδαίους, καθώς και για την τάση του να δείχνει ιδιαίτερη δουλοπρέπεια στους ανωτέρους του προκειμένου να διατηρήσει την θέση του και τα προνόμια που αυτή του επέφερε.

Από την θέση που κατείχε, είχε την απόλυτη εξουσία στο όνομα της Ρώμης, ώστε να μπορεί να δικάζει τα πολιτικά ζητήματα των λαών που βρίσκονταν κάτω από Ρωμαϊκή κυριαρχία.

Η ίδια δε η Ρώμη, σεβόταν το τοπικό δίκαιο των λαών που είχε στην κυριαρχία της, έδειχνε ανοχή στις τοπικές και θρησκευτικές ιδιαιτερότητες και παραδόσεις τους, και επιπλέον, τους αναγνώριζε και μία εν μέρει μορφή αυτοδιοίκησης.

Φυσικά, όλα αυτά οι Ρωμαίοι δεν τα έπρατταν ούτε από φιλανθρωπία, ούτε από δήθεν επιείκεια, αλλά με την υποκριτική αυτή μέθοδο, πίστευαν ότι θα κατάφερναν να διατηρήσουν ανεμπόδιστα την κυριαρχία τους στους κατακτημένους λαούς, οι οποίοι με τον τρόπο αυτό, μακροχρόνια θα δέχονταν οριστικά και αμετάκλητα την υποταγή τους σε αυτούς.

Την εποχή εκείνη, στην Παλαιστίνη, και ιδίως στην περιοχή της Ιερουσαλήμ, τον κύριο λόγο ως προς την εξουσία και επιρροή στον λαό, τον είχαν οι ιερείς, των οποίων ανώτατο διοικητικό όργανο ήταν το Σαχεντρίν (δηλαδή το μεγάλο συμβούλιο των ιερέων), το οποίο αποτελούταν από εβδομήντα ένα μέλη (εικοσιτρείς ιερείς, εικοσιτρείς νομικούς, εικοσιτρείς γαιοκτήμονες, καθώς και δυο πρόεδρους).

Το Σαχεντρίν όμως, δεν είχε πλήρη διοικητική αυτοτέλεια έναντι των Ρωμαίων, μιας και δεν μπορούσε να καταδικάσει κανέναν σε θάνατο χωρίς την άδεια τους (και συγκεκριμένα του Ρωμαίου επίτροπου υπευθύνου για την Ιουδαία), με μόνη εξαίρεση την παραβίαση του άβατου του ναού.

Το δε μέρος που γινόταν οι συνεδριάσεις του μεγάλου συμβουλίου, ήταν ένα ειδικό μέρος μέσα στον ναό, ενώ σε κατεπείγουσες περιπτώσεις, μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και το μέγαρο του αρχιερέα, αν και όλες οι σημαντικές αποφάσεις λαμβανόταν στην ειδική αίθουσα συνεδριάσεων του ναού.

[Οι δε βασιλιάδες της ευρύτερης περιοχής της Ιουδαίας, καταγόμενοι από την δυναστεία του Ηρώδη, δεν ήταν καθόλου αγαπητοί στον Ιουδαϊκό λαό, τόσο λόγω της σκληρότητας τους και της συνεργασίας τους με τους Ρωμαίους, όσο και για το γεγονός πως ήταν αλλοεθνείς και περιφρονούσαν την Ιουδαϊκή Θρησκεία, την οποία αγαπούσαν οι πολίτες της Ιουδαίας].

Ανώτατο στέλεχος και διοικητής του συμβουλίου του Σαχεντρίν ήταν ο αρχιερέας, ο οποίος διορίζονταν στην θέση αυτή, ύστερα από υπόδειξη και έγκριση των Ρωμαίων διοικητών της Ιουδαίας.

Οι Ρωμαίοι, γνωρίζοντας την αγάπη, την αφοσίωση και την υπακοή των Ιουδαίων προς τους θρησκευτικούς ηγέτες τους, φρόντιζαν να διορίζουν στην θέση του αρχιερέα φιλορωμαίους υποψηφίους, έτσι ώστε αυτοί, με την επιρροή που είχαν στον Ιουδαϊκό λαό, να τον κρατούν σε μόνιμη καταστολή, προκειμένου αυτός να δέχεται αδιαμαρτύρητα την εξουσία των Ρωμαίων και να μην επαναστατεί ποτέ εναντίον τους, ότι και αν έπρατταν αυτοί.

Όποιος αρχιερέας (ο οποίος παράλληλα αποτελούσε και Εθνάρχη των Ιουδαίων), τολμούσε να αντισταθεί, είτε καθαιρούταν, είτε εκτελούταν από τους Ρωμαίους ή τους ντόπιους συνεργάτες τους (κυρίως τα μέλη της δυναστείας του Ηρώδη).

Όμως, το ανώτατο Συνέδριο του Σαχεντρίν, μαζί με τον αρχιερέα, διαχειριζόταν παράλληλα και όλα τα δημοσιονομικά ζητήματα στην περιοχή, γεγονός που κατέστησε το τότε Ιερατείο πάμπλουτο, και αυτός ήταν και ο κύριος λόγος, για τον οποίο είχαν επιτρέψει να γίνεται ακόμα και εμπόριο μέσα στον ναό των Ιεροσολύμων, από το οποίο οικειοποιούταν πολλά κέρδη από τους εμπόρους ως αντάλλαγμα.

Φυσικά, εννοείται ότι όντας υπεύθυνοι για τα δημοσιονομικά και την φορολογία, τα μέλη του Σαχεντρίν, παρέδιδαν και ένα μέρος των εσόδων τους ως φορολογία στους Ρωμαίους, ενώ έπρεπε να διατηρούν και πολύ καλές σχέσεις με αυτούς, αν ήθελαν να διατηρήσουν την θέση τους και την ζωή τους.

Όπως προαναφέρθηκε, οι αρχιερείς και όλο το μεγάλο συνέδριο, ήταν ανήσυχοι για την εξάπλωση της διδασκαλίας και της επιρροής του Χριστού, φοβούμενοι ότι αν αυτή συνέχιζε να αυξάνει αμείωτη, τότε όλοι θα εγκατέλειπαν αυτούς και θα τον ακολουθούσαν.

Επίσης ο ολοφάνερα υποκριτικός και σκληρόκαρδος τρόπος ζωής τους, δεν μπορούσε σε καμμιά περίπτωση να συγκριθεί με τον παντελώς άμεμπτο τρόπο διδασκαλίας και ζωής του Χριστού, και των οπαδών Του.

Ταυτόχρονα, η ακοή από τους αρχιερείς των μεγάλων θαυμάτων, των θεραπειών, αλλά και του περιεχομένου διδασκαλίας του Χριστού, μεγάλωνε ακόμα περισσότερο την ήδη μεγάλη ανησυχία τους για τον ίδιο και τις διδαχές του και ήταν αυτές που τους έπεισαν τελικά, να αναλάβουν δράση εναντίον Του με σκοπό την θανάτωση του.

Προκειμένου δε να δικαιολογήσουν αυτή την πράξη τους, έλεγαν πως είναι καλυτέρα να θυσιασθεί ένα άτομο για το καλό του έθνους, διαδίδοντας πως στην αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή άφηναν τον Χριστό ζωντανό και ο λαός τον ακολουθούσε, τότε οι Ρωμαίοι θα εισέβαλαν με πολύ ισχυρό στρατό στην Ιουδαία, θα κατέστρεφαν πλήρως τον Ιουδαϊκό λαό και θα διέλυαν την πόλη των Ιεροσολύμων και τον ναό της.

Για τον λόγο αυτό, υποστήριζαν πως ήταν καλύτερο να παραδοθεί ένας Ιουδαίος στους αλλοθρήσκους Ρωμαίους κυβερνήτες και να τον εκτελέσουν, ακόμα και από τους ιδίους τους συμπατριώτες του, τάχα για το «καλό του έθνους».

[Όμως πέρα από το γεγονός πως σιγουρά δεν θα μπορούσαν σε καμμιά περίπτωση να μιλάνε για το καλό του Ιουδαϊκού Έθνους, αυτοί που ήταν προδότες του και μόνιμοι συνεργάτες των Ρωμαίων, ταυτόχρονα παρέβαιναν πρώτον ακόμα και τις βασικές ιουδαϊκές παραδόσεις και νόμους της εποχής.

Σύμφωνα με αυτές, όλοι οι Ιουδαίοι (και φυσικά η θρησκευτική τους ηγεσία), δεν θα έπρεπε ποτέ να παραδώσουν ένα μέλος τους σε αλλοεθνείς για θανάτωση, είτε ήταν ένοχο για κάτι ή όχι, όπως και να μην καταδικάζουν κανέναν άδικα σε θάνατο, ακόμα και αν αυτό επέφερε καλό στην πλειοψηφία του Εβραϊκού λαού].

Έτσι, οι αρχιερείς αρχικά προσπάθησαν να στείλουν ύπουλα εναντίον του Ιησού Χριστού, πολλά μέλη του συνέδριου τους, με σκοπό μέσω των πονηρών ερωτήσεων τους να παγιδέψουν τον Χριστό, και μέσω μιας λανθασμένης απάντησης του σε θρησκευτικά, ή σε πολιτικά ζητήματα (π.χ. ποια η γνώμη του Χριστού για την φορολογία και τον Αυτοκράτορα), να μπορούν να τον κατηγορήσουν ως βλάσφημο ή επαναστάτη κατά της Ρωμαϊκής εξουσίας.

Όμως, οι θαυμαστές απαντήσεις του Χριστού, αποστόμωναν συνεχώς τους «βάλτους» γραμματείς και φαρισαίους, και πάρα τις επίπονες προσπάθειες τους, δεν κατάφεραν να αποσπάσουν κάποια ενοχοποιητική απάντηση από τον ίδιο για οτιδήποτε.

Μια πρώτη δε προσπάθεια να συλληφθεί ο Ιησούς Χριστός από στρατιώτες που έστειλε το Σαχεντρίν δεν πέτυχε τον σκοπό της, αφού αυτοί που στάλθηκαν δεν συνέλαβαν τον Χριστό, τόσο από θαυμασμό για τα λογία του, όσο και επειδή η πράξη αυτή (δηλαδή της σύλληψης κάποιου δίχως στοιχεία) ήταν παράνομη, αλλά και επειδή επίσης φοβόταν την αντίδραση του Ιουδαϊκού λαού.

Στην επιμονή των φαρισαίων για τελική σύλληψη του Χριστού και στην παρέμβαση του Νικόδημου για το έκνομο των ενεργειών τους, αφού ο ιουδαϊκός νομός δεν επιτρέπει να κριθεί κάποιος πριν απολογηθεί (αφού οι αρχιερείς είχαν λάβει ήδη πριν την δίκη την απόφαση για την θανάτωση του Ιησού Χριστού), αυτός δέχτηκε τις δριμύτατες και οργισμένες κατηγορίες τους, αν και η παρέμβαση του αυτή ανέστειλε την τότε επικείμενη σύλληψη του Χριστού.

Τις όποιες αναστολές και πισωγυρίσματα για την σύλληψη του Χριστού, τις διέλυσε οριστικά η εκδίωξη των εμπόρων από τον ναό από την Ιησού Χριστό, ένα γεγονός που προκάλεσε την οργή των αρχιερέων και της πλειοψηφίας των μελών του Σαχεντρίν.

Και αυτό, γιατί εκτός από το γεγονός πως είδαν την πράξη αυτή ως μια ευθεία αμφισβήτηση του κυρούς, της αυθεντίας και της εξουσίας τους από τον Χριστό, ενώ παράλληλα, αν οι έμποροι εκδιώγκονταν μονιμά από τον ναό, θα έχαναν οι αρχιερείς το μερίδιο τους στις εισπράξεις των κερδών τους.

Παράλληλα «προσβάλλονταν» και οι εμπόριο φίλοι του Σαχεντρίν (σχεδόν 25.000 συνολικά στον αριθμό, οι οποίοι πλούτιζαν από την πώληση αφιερωμάτων και ζωών στους προσκυνητές), πολλοί εκ των οποίων ήταν και συγγενείς τους (το γεγονός πως με βάση τον ιουδαϊκό νομό, απαγορευόταν το εμπόριο στον ναό και την αυλή του, ελάχιστη σημάδια είχε για τους Ιουδαίους αρχιερείς).

Έτσι, ο αρχιερέας Καιάφας, βλέποντας ότι δεν μπορεί με άλλο τρόπο να «παρακινήσει» τα υπόλοιπα μέλη να αναλάβουν αποφασιστική δράση κατά του Χριστού και να προβούν στην σύλληψη Του, τόνισε τον κίνδυνο επέμβασης των Ρωμαίων κατά του Ιουδαϊκού λαού και την καταστροφή που θα ακολουθούσε αν δεν έπρατταν κατ’ αυτόν τον τρόπο.

Έτσι, ο Καιάφας, παραβιάζοντας τους νόμους της εποχής που ήθελαν να λαμβάνεται απόφαση για ένα άτομο, αφού πρώτα αυτό δικαζόταν δίκαια και απολογούταν (έχοντας πρώτα υπάρξει επίσημη καταγγελία εναντίον του), με τον λόγο του αυτό, έπεισε πολλούς δειλούς ή αμφιταλαντευομένους ιερείς να τον υποστηρίξουν στην απόφαση του αυτή.

Για τον λόγο αυτό, δεν συσκέφθηκαν όταν αποφασίστηκε η σύλληψη του Χριστού στην επίσημη αίθουσα συνεδριάσεων του ναού, ούτε και εξέδωσαν επίσημη διαταγή σύλληψης Του, όπως όριζε κανονικά ο νομός (αλώστε δεν μπορέσαν να βρουν κάποια κατηγορία), αλλά τόσο ο Καιάφας, όσο και ο πεθερός του ο Άννας, όπως και το υπόλοιπο Σαχεντρίν, περίμεναν την κατάλληλη στιγμή για να συλλάβουν, να «δικάσουν» και να εκτελέσουν τον Χριστό, όπως είχαν ήδη προαποφασίσει.

Όμως, για να υπάρχει ένα νομικό πάτημα για την εκτέλεση του Χριστού, οι κατηγορίες που αποφασίστηκαν να Του αποδοθούν από τους αρχιερείς, ήταν πρώτον αυτή της βλασφημίας (ότι ο Χριστός λέει πως είναι Θεός), αλλά και αυτής της επαναστατικής στάσης (πως τάχα ο Χριστός ήθελε να παύσουν οι φόροι στον Ρωμαίο Αυτοκράτορα και να ανακηρύξει τον εαυτό του βασιλιά).

Έτσι, σε περίπτωση που δεν έφτανε η πρώτη κατηγορία για την καταδίκη του Χριστού σε θάνατο, θα χρησιμοποιούταν κυρίως η δεύτερη, η οποία σε περίπτωση απόδειξης της, επέφερε πάντα την ποινή του θανάτου.

Για να πέτυχουν δε στο σχέδιο τους αυτό οι Ιουδαίοι αρχιερείς και να μπορέσουν να συλλάβουν τον Χριστό, κάποια στιγμή την οποία δεν θα υπήρχε γύρω του κόσμος (κυρίως το βραδύ και σε ένα απόμερο σημείο), χρησιμοποίησαν ένα εκ των δώδεκα μαθητών του Χριστού, τον Ιούδα, ως πληροφοριοδότη.

Αυτός, οντάς καταρχάς άπληστος (στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη λέγεται πως έκλεβε το μικρό κοινό ταμείο που είχαν ο Χριστός και οι δώδεκα μαθητές Του, εκμεταλλευόμενος το γεγονός πως ήταν ο ταμίας), προσέφεραν σε αυτόν ένα σεβαστό ποσό για την εποχή, τριάντα αργύρια (σημερινά ποσό αξίας αντίστοιχης των 25.000 ευρώ), προκειμένου αυτός να τον κατασκοπεύει και να τους ειδοποιήσει για το ποτέ θα ερχόταν η κατάλληλη στιγμή για να συλλάβουν τον Χριστό.

[Πιθανώς, εκτός από την απληστία του, τον Ιούδα να παρακίνησε στην πράξη του αυτή και η πιθανή λανθασμένη εντύπωση που είχε αυτός αποκομίσει πως ο Χριστός θα ήταν ένας εθνικός απελευθερωτής των Ιουδαίων από τον Ρωμαϊκό ζυγό, που θα γινόταν βασιλιάς τους και ο ίδιος στην ελεύθερη πια Ιουδαία που περίμενε θα γινόταν μεγάλο μέρος του βασιλικού συμβουλίου.

Αρά, στην περίπτωση αυτή, ο Ιούδας πρόδωσε τον Ιησού Χριστό, είτε γιατί απογοητεύτηκε όταν διαπίστωσε ότι ο δεν ήταν ο μεσσίας και λυτρωτής που αυτός (αλλά και οι περισσότεροι Ιουδαίοι) είχε στο μυαλό του, είτε πιστεύοντας ότι με την σύλληψη του αυτή, θα «ανάγκαζε» τον Χριστό να εγκαταλείψει τους μειλίχιους και ειρηνικούς τρόπους τους και  να εξοντώσει δυναμικά τους εχθρούς Του.

Σε κάθε περίπτωση, προέβη σε προδοσία του διδασκάλου Του, ενώ φαίνεται ότι ποτέ του δεν κατάφερε να κατανοήσει πως η βασίλεια του Θεού στην οποία αναφερόταν ο Κύριος ήταν η εσωτερική ειρήνη που νιώθει κάθε άνθρωπος ακολουθώντας τους νόμους του Θεού και όχι μια οποιασδήποτε κοσμική εξουσία].

Τελικά, οι αρχιερείς βρήκαν την ευκαιρία που περίμεναν λίγο πριν το ιουδαϊκό Πάσχα εκείνης της χρονιάς (33 μ.Χ.). Αμέσως μετά το μυστικό δείπνο, ο Ιούδας ειδοποίησε το Σαχεντρίν, ενώ ο Χριστός, εξήλθε από το οίκημα αυτό, και κατευθύνθηκε στην Γεσθημανή για να προσευχηθεί μαζί με τους μαθητές Του (ο Ιούδας είχε αποχωρίσει λίγο πριν λήξει το μυστικό δείπνο).

Τότε, την ώρα που ο Χρίστος προσευχόταν, ο Ιούδας έφτασε στην έδρα του μεγάλου συνέδριου και συνάντησε τον αρχιερέα Άννα, προκειμένου να τον ενημερώσει σχετικά.

Ο δε Άννας και το μεγάλο συνέδριο, ήθελαν να προλάβουν να εκτελέσουν τον Χριστό, πριν το Ιουδαϊκό Πάσχα, προκειμένου τόσο να μην συμπιέσει η θανάτωση Του με αυτή την τόσο ιερή μέρα για τους Ιουδαίους, όσο και για να μην ξεσηκωθεί ο λαός και οι προσκυνητές εναντίον τους (και οι Ρωμαίοι βρουν την αφορμή για να έρθουν και να τους διαλύσουν κατά τα λογία του Καϊάφα).

[Στην πραγματικότητα οι Ρωμαίοι ήρθαν και κατέστρεψαν το ιουδαϊκό έθνος, την Ιερουσαλήμ και τον ναό το 70 μ.Χ., όταν έγινε πραγματικά μια επανάσταση των Ιουδαίων κατά των Ρωμαίων, και όχι από το ειρηνικό κήρυγμα του πράου Χριστού).

Όμως, επειδή ήταν βραδύ, και η εμφάνιση και το ντύσιμο του Χριστού, ελάχιστα διέφερε από αυτό των μαθητών Του, συμφωνήθηκε, προκειμένου να μην συλλάβουν λάθος άτομο, ο Ιούδας ως αναγνωριστικό-συνθηματικό σημείο για το ποιο άτομο έπρεπε να συλλάβουν, να δώσει ένα φιλί στο μάγουλο του διδασκάλου Του (το γνωστό σε όλους μας φιλί της προδοσίας).

[Αλώστε, υπήρχαν και αρκετοί Ρωμαίοι στρατιώτες και υπηρέτες μέσα στον οπλισμένο όχλο, οι οποίοι δεν είχαν ξαναδεί ποτέ τον Χριστό από κοντά στην όψη και χρειαζόταν κάποιος να τους δείξει ποιος ήταν].

Στην συνέχεια, ο Άννας όπλισε τους υπηρέτες του ναού με ξίφη και ρόπαλα, αλλά και αρκετούς Ρωμαίους στρατιώτες από την φρουρά του ναού, και τους έστειλε με οδηγό τον Ιούδα, προκειμένου να συλλάβουν γρηγορά τον Ιησού Χριστό, όσο ακόμα Αυτός προσευχόταν στην Γεσθημανή.

Πραγματικά, σε λίγο ο Ιούδας κατάφτασε μαζί με το οπλισμένο πλήθος που καθοδηγούσε και πλησιάζοντας τον Χριστό, τον φίλησε αρκετές φορές, έτσι ώστε να μην υπάρχει καμμιά αμφιβολία στους ενόπλους για το ποιο ήταν το σωστό άτομο που έπρεπε να συλλάβουν.

Στην συνέχεια, ο Ιησούς Χριστός, εμφανίστηκε μπροστά στον οπλισμένο όχλο και του είπε πως Αυτός ήταν Εκείνος τον οποίο είχαν έρθει να συλλάβουν, ενώ του ζήτησε να μην πειράξουν τους μαθητές Του.

Τότε και μόνο τότε, οι οπλισμένοι στρατιώτες προέβησαν στην σύλληψη του Χριστού, ο οποίος δεν προέκβαλε καμμιά απολύτως αντίσταση και μάλιστα αποδοκίμασε την προσπάθεια βίαιης αντίδρασης του Πέτρου κατά ενός εκ των οπλισμένων δουλών του αρχιερέα.

Το μόνο που έκανε ο Χριστός, ήταν να παραπονεθεί για την παράνομη νυχτερινή σύλληψη Του και μάλιστα εν μέσω προσευχής.

Στην συνέχεια, οι στρατιώτες έδεσαν τον Χριστό, και τον μετέφεραν έτσι δέσμιο, ωσάν ληστή, στο μέγαρο, το οποίο αποτελούσε την κατοικία του Άννα.

Ο Χριστός,  έφτασε εκεί τα μεσάνυκτα. Ο Άννας, στην συνέχεια, προχώρησε σε μια παράνομη προκαταρκτική εξέταση, αφού ούτε στον ναό πραγματοποιήθηκε όπως έπρεπε κανονικά, αλλά στην οικία του Άννα, ενώ έλειπε και από αυτή και η προβλεπόμενη νομικά σε τόσο σημαντικές αποφάσεις συνολική απαρτία των μελών του Σαχεντρίν.

Επίσης, δεν υπήρχαν στην διαδικασία αυτή, ούτε καν ενοχοποιητικά στοιχεία ή μάρτυρες και έγινε προσπάθεια να «ανακαλυφθούν» επιώ τόπου. Επιπλέον, η διαδικασία αυτή έγινε την νύκτα (κανονικά οι συνεδριάσεις γινόταν την διάρκεια της ημέρας), ενώ ούτε η ιδιά η διαδικασία δεν ήταν δημοσιά ως όφειλε (αλλά κρυφή και έκτακτη).

Στην προσπάθεια του ιδίου του Άννα, να αναγκάσει τον Χριστό μέσω των ερωτήσεων του να «του δώσει ενοχοποιητικά στοιχεία εναντίον Του», ο Χριστός απάντησε με σιωπή (αλώστε Του ήταν γνωστή και από παλιά η προσπάθεια των αρχιερέων να τον παγιδέψουν με ύπουλες ερωτήσεις και πάντα τους αποστόμωνε με τις απαντήσεις Του, αλλά εδώ δεν χρειαζόταν πια απαντήσεις, αφού ότι και εάν λεγόταν, αυτοί είχαν ήδη λάβει την απόφαση καταδίκης).

Η διαδικασία ήταν και εδώ παράνομη. Ο Άννας δεν ήταν ο αρχιερέας την περίοδο αυτή, αλλά ο Καϊάφας και μόνο ο αρχιερέας θα μπορούσε να διεξάγει μια οποιαδήποτε δίκη και να προβεί σε ανακριτικές διαδικασίες.

Επίσης, στην δίκη αυτή δεν υπάρχει καμμιά ουσιαστική κατηγορία, αλλά ο κατήγορος προσπαθούσε μέσω ερωτήσεων να βρει μια κατηγορία για να στηρίξει την ήδη ειλημμένη απόφαση του, ενώ δεν υπήρχαν καθόλου μάρτυρες κατηγορίας (και φυσικά ούτε και υπεράσπισης).

[Κανονικά η δίκη θα έπρεπε να γίνει την ημέρα, από τον νόμιμο αρχιερέα, και να απευθυνθεί επίσημη κατηγορία, ενώπιον όλων των μελών του Σαχεντρίν και του λαού, ενώ θα έπρεπε, αφού παραστούν πρώτα οι μάρτυρες που εξέθεταν την κατηγορία, στην συνέχεια να προέλθει σε απολογία ο κατηγορούμενος, καθώς και οι μάρτυρες υπεράσπισης, και το συνέδριο υστέρα από όλα αυτά να συνέλθει και να εκδώσει μια απόφαση].

Η μονή φορά που απάντησε ο Χριστός σε μια ερώτηση, ήταν αυτή του Άννα σε σχέση με το περιεχόμενο της διδασκαλίας Του, λέγοντας του ότι μπορούσε να ρωτήσει ελευθέρα οποιονδήποτε έχει ακούσει την διδασκαλία Του και να του μιλήσει καθαρά για αυτή, αφού ο Ίδιος πάντα δίδασκε πάντα φανερά στον ναό και ποτέ στα κρυφά.

Η έξυπνη αυτή απάντηση του Χριστού, έφερε σε δύσκολη θέση τον Άννα, τόσο γιατί τον αποστόμωσε, όσο και λόγω του γεγονότος ότι του θύμιζε την διαδικασία που αυτός είχε ενορχηστρώσει παράνομα και εν κρύπτω όλη αυτή την παράνομη διαδικασία.

Τότε, ένας δούλος του αρχιερέα χαστούκισε τον Χριστό, προκειμένου να γίνει ευάρεστος στον αρχιερέα, ενώ ο Άννας δεν προέβη σε καμμιά κίνηση διαμαρτυρίας, ενάντια στον υπηρέτη του, για το γεγονός πως ο Χριστός νομιμά υπερασπίζοταν τον Εαυτό Του.

Αμέσως μετά, ο Άννας, απέστειλε τον Χριστό στον γαμπρό του τον Καϊάφα, στο μέγαρο του, προκειμένου να ξεκινήσει η κυριά διαδικασία (αυτής) της (δήθεν) δίκης [8].

Όμως μέχρι να καταφθάσουν στο μέγαρο τα μέλη του Σαχεντρίν (τα οποία όμως δεν σχημάτιζαν απαρτία όπως προβλέποταν με βάση τον Ιουδαϊκό νόμο), οι φρουροί του ναού έδερναν και βασάνιζαν τον Ιησού Χριστό, ειρωνευόμενοι τον συνάμα.

Το δε σχέδιο των μελών των Σαχεντρίν που παραβρισκόταν στο μέγαρο του Καϊάφα, σχεδίαζαν μια τάχιστη δίκη του Χριστού, χωρίς την σύνταξη επίσημου κατηγορητήριου, όπως και χωρίς τον διορισμό κατήγορου.

Και αυτή η συνεδρίαση ήταν παράνομη, αφού διεξαγόταν την νύχτα, χωρίς επίσημη κατηγορία, και χωρίς την παρουσία ενώπιον του λαού, όπως επίσης και χωρίς μάρτυρες υπεράσπισης ή κατηγορίας.

Η δε κρίση των δικαστών ήταν ολοφάνερα προκαταλειμένη εναντίον του Χριστού (ο νομός όριζε πως οι δικαστές έπρεπε να είναι αμερόληπτοι).

Επίσης, με βάση τον νομό, έπρεπε να βρεθούν δυο τουλάχιστον μάρτυρες που να συμφωνούν ενώπιον του συνέδριου απολύτως για την διατυπωθείσα κατηγορία, προκειμένου να υπάρχει αξιοπιστία στην κατάθεση τους, ειδικά αν γινόταν δίκη που επέσυρε την ποινή θανάτου.

Και μιας και μάρτυρες δεν υπήρχαν, εφόσον η απόφαση για σύλληψη, δίκη και εκτέλεση του Χριστού, έγινε ξαφνικά, ο Καϊάφας έφερε βεβιασμένα ψευδομάρτυρες (τους οποίους ούτε καν όρκιζε ως όφειλε, αφού ο όρκος ενός μαρτυρά ήταν υποχρεωτικός).

Όμως, ούτε και αυτοί κατάφεραν να συμφωνήσουν σε τίποτα μεταξύ τους, οπότε οι καταθέσεις τους κατέπεσαν σύντομα (οι δε ψευδομάρτυρες δεν τιμωρήθηκαν με την ποινή του θανάτου όπως όριζε τότε ο νομός).

Ο δε Καϊάφας, εξοργισμένος από την αποτυχία της σκευωρίας του ως τότε κατά του Χριστού, ρώτησε τότε εναγωνίως τον Χριστό με μια πονηρή ερώτηση, προσπαθώντας να Τον αναγκάσει να απαντήσει:

Συγκεκριμένα επικαλέστηκε αυτή την φορά τον όρκο (τον οποίο δεν ζήτησε όμως ως όφειλε από τους μάρτυρες κατηγορίας), και εξόρκισε τον Χριστό να του απαντήσει στον όνομα του Θεού, αν Αυτός είναι ο γιος του Θεού.

Τότε, ο Χριστός πραγματικά έλυσε την σιωπή Του και απάντησε καταφατικά στον Καϊάφα «εγώ ειμί» (ή το «συ είπες», το οποίο δεν σημαίνει όπως νομίζουν μερικοί «εσύ το λες αυτό», αλλά «ακριβώς όπως το λες»).

Η απάντηση αυτή, θεωρήθηκε ως ομολογία από το δικαστήριο (αν η απάντηση δεν ήταν κατάφαση στην ερώτηση αυτή όπως υποστηρίζουν κάποιοι, τότε ποτέ δεν θα μπορούσε ο Καϊάφας να στοιχειοθετήσει κατηγορία).

Τότε, ο Καϊάφας, προκειμένου να προωθήσει την κατηγορία για βλασφημία, έσκισε με θεατρινισμό τα ιμάτια του παριστάνοντας τάχα τον αγανακτισμένο, και ανακήρυξε ότι δεν χρειάζονταν πια μάρτυρες ύστερα από την δήλωση αυτή του Χριστού, ενώ όλα τα προκατειλημμένα μέλη του Σαχεντρίν επικύρωσαν την ήδη ειλημμένη απόφαση του θανάτου Του.

Και εδώ υπήρξε παραβολή των νομών, αφού η απόφαση έγινε δια βοής και όχι με ψηφοφορία, αρχίζοντας από τους νεότερους προς τους γεροντότερους, όπως όριζε κανονικά ο νομός.

Όσα δε μέλη του συνέδριου, μπορούσαν να υψώσουν προστατευτικό λόγο υπέρ του Χριστού (π.χ. ο νομοδιδάσκαλος Νικόδημος, ο Ιωσήφ της Αριμαθίας ή ο Γαμαλιήλ), δεν προσκλήθηκαν καν (επίτηδες) στην «δίκη» αυτή.

Την επόμενη μέρα, ο Καϊάφας, ξέροντας πως όλες οι νυχτερινές ενέργειες του συνέδριου ήταν άκυρες, κάλεσε μια νέα συνεδρίαση, προκειμένου να αποδώσει μια «ευλογοφάνεια νομιμότητας» σε μια ήδη παράνομη διαδικασία με εξαρχής ειλημμένες αποφάσεις (και μάλιστα σε μια παράνομη διαδικασία, στην οποία οι δικαστές είναι ταυτόχρονα δημόσιοι κατήγοροι και μάρτυρες κατηγορίας, ενώ δεν υπάρχουν καθόλου μάρτυρες υπεράσπισης).

Όμως, ούτε και αυτή την φορά είναι η διαδικασία αυτή νόμιμη, αφού πραγματοποιήθηκε παραμονές του Ιουδαϊκού Πάσχα, χρονικό διάστημα, κατά το οποίο με βάση τον νομό τα δημοσιά δικαστήρια δεν λειτουργούσαν. Και σε αυτή την παράνομη συνεδρίαση, επικυρώθηκε ξανά, ο έκνομος θάνατος του Χριστού.

Λίγη ώρα ύστερα από τα γεγονότα αυτά, ο Ιησούς Χριστός, μεταφέρθηκε δέσμιος και βασανισμένος, συνοδευόμενος από τον οπλισμένο όχλο του Σαχεντρίν και τους αρχιερείς στο φρούριο, το οποίο και αποτελούσε την κατοικία του Ρωμαίου επίτροπου στην Ιερουσαλήμ.

Οι αρχιερείς και τα μέλη του Σαχεντρίν, δεν εισήλθαν εντός του κτιρίου, στο οποίο διέμενε ο Ρωμαίος επίτροπος Πόντιος Πιλάτος, επειδή το θεωρούσαν μιασμένο, εξαιτίας του γεγονότος ότι εντός του, υπήρχαν άζυμοι άρτοι, ενώ αυτοί γιόρταζαν την περίοδο αυτή, την εβδομάδα των αζύμων, σύμφωνα με τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις.

Στην συνέχεια, ο Πιλάτος εξήλθε του κτιρίου και ρώτησε γιατί του έφεραν τον άνθρωπο αυτό (εννοούσε τον Χριστό), καθώς και ποια κατηγορία είχαν να παρουσιάσουν εναντίον αυτού.

Στην ερώτηση του αυτή, έλαβε μόνο μία αόριστη απάντησε από τους αρχιερείς, οι οποίοι του αποκρίθηκαν, ότι αν ο κατηγορούμενος δεν ήταν κακοποιός, δεν θα τον παρουσίαζαν ενώπιον του.

Ο Πιλάτος απάντησε τότε στους αρχιερείς, πως τότε αυτοί θα έπρεπε να Τον δικάσουν με βάση τον θρησκευτικό νόμο τους, αλλά αυτοί αρνήθηκαν, αφού βιαζόταν και γνώριζαν πως μόνο η καταδίκη του Χριστού για πολιτικό έγκλημα θα είχε σαν αποτέλεσμα την άμεση εκτέλεση του, όπως ακριβώς αυτοί επιθυμούσαν, θέλοντας να εκτελέσουν τον Χριστό, πριν το Ιουδαϊκό Πάσχα για αποφυγή τυχόν αναταραχών από τον λαό.

Για τον λόγο αυτό, επικαλέστηκαν το γεγονός πως τάχα αυτοί δεν μπορούσαν να εκτελέσουν κανένα με βάση τους νόμους τους (η αλήθεια είναι ότι μπορούσαν, χάριτι Ρώμης, να καταδικάσουν κάποιο άτομο σε θάνατο για εγκλήματα και παραβάσεις, αλλά για να γίνει αυτό, χρειαζόταν πρώτα η έγκριση του Ρωμαίου επιτρόπου και η διαδικασία αυτή έπαιρνε χρόνο, ενώ αυτοί βιαζόταν).

Επίσης, ήθελαν να επιβάλουν στον Χριστό έναν άγριο, μακρόχρονο και βασανιστικό τρόπο εκτέλεσης, λόγω του μίσους τους για Αυτόν, όπως ήταν ο τρόπος θανάτωσης μέσω Σταύρωσης.

Για να επιτύχουν δε τον στόχο τους αυτό, άρχισαν να συκοφαντούν τον Χριστό, πως τάχα είχε παρακινήσει το Ιουδαϊκό έθνος σε ανταρσία κατά του Αυτοκράτορα και είχε ανακηρύξει τον εαυτό Του βασιλιά.

Στην διάρκεια της διαδικασίας αυτής, συνέβη άλλη μία παρανομία, αφού με βάση τον νόμο ο Χριστός θα έπρεπε να είναι λυμένος εντός του φρουρίου και όχι δεμένος, όπως στην πραγματικότητα ήταν.

Τότε, ο Πιλάτος στράφηκε προς τον Χριστό και τον ρώτησε εάν Αυτός ήταν ο βασιλιάς των Ιουδαίων. Ο Χριστός τότε τον ρώτησε εάν Του κάνει την ερώτηση αυτή από μόνος του ή του μίλησαν άλλοι για Αυτόν.

Ο Πιλάτος ξαφνιασμένος απάντησε άμεσα πως ο ίδιος δεν είναι Ιουδαίος και πως οι ίδιοι οι συμπατριώτες του Χρίστου τον παρέδωσαν στον ίδιο για να Τον δικάσει, και τον ρωτάει τι ακριβώς έκανε.

Ο Χριστός του απάντησε άμεσα πως η βασιλεία την οποία για Αυτός είναι βασιλιάς, δεν προέρχεται από τον κόσμο αυτό (αφού είναι πνευματική και αρά δεν είναι κοσμική, ούτε και απειλεί ή αντιτίθεται στην εξουσία του Αυτοκράτορα).

Ο Πιλάτος, αν και δεν κατάλαβε πλήρως την απάντηση αυτή, συνειδητοποίησε παρόλα αυτά, ότι ο Χριστός δεν ζητούσε επίγεια εξουσία και επομένως δεν αντιτίθοταν στον Αυτοκράτορα, και εξέλαβε την απάντηση Του αυτή ως άρνηση της κατηγορίας για απόκτηση εξουσίας.

Υστέρα, αφού απευθύνθηκε ειρωνικά στον Χριστό, ρωτώντας τον αν είναι βασιλιάς, και ο Χριστός του απάντησε καταφατικά πως είναι όπως ακριβώς τα λέει και πως σκοπός του είναι να κηρύξει την αλήθεια, ο Πιλάτος διερωτώμενος το τι είναι αλήθεια και χωρίς να περιμένει καμμιά απάντηση, εξήλθε του φρουρίου και συνάντησε τους αρχιερείς.

Απευθυνόμενος σε αυτούς, τους είπε πως δεν βρήκε καμία αίτια καταδίκης για τον κατηγορούμενο σε θάνατο, κάτι που εξαγρίωσε τους αρχιερείς, οι οποίοι συνέχισαν να κατηγορούν τον Χριστό σαν επαναστάτη κατά της Ρωμαϊκής εξουσίας.

Ο Πιλάτος στην συνέχεια εισήλθε και πάλι ενώπιον του φρουρίου και ρώτησε τον Χριστό τι έχει να απαντήσει σε όσα Τον κατηγορούν οι αρχιερείς, αλλά δεν έλαβε καμμιά απάντηση από Αυτόν.

Μην γνωρίζοντας τι να αποφασίσει και πώς να καταφέρει να ξεφορτωθεί τους μισητούς προς τον ίδιο Ιουδαίους αρχιερείς, ο Πιλάτος, εκμεταλλευόμενος το γεγονός πως ο τετράρχης της Γαλιλαίας, ο Ηρώδης ο Αντύπας, με τον οποίο δεν είχε καλές σχέσεις βρισκόταν στα Ιεροσόλυμα, αποφάσισε να μεταθέσει σε αυτόν την εκδίκαση του Χριστού.

Αυτό το έκανε, με το σκεπτικό, ότι ο Χριστός, καταγόμενος από την Γαλιλαία, θα έπρεπε να κριθεί από τον διοικητή της περιοχής, που εκείνη την χρονική περίοδο, ήταν ο Ηρώδης Αντύπας, ένας εκ των γιων του Ηρώδη.

Στο μέγαρο του Ηρώδη, συνεχίστηκε το ίδιο σκηνικό με πριν, αφού οι αρχιερείς και το Σαχεντρίν συνέχισαν να τον κατηγορούν ως επαναστάτη κατά του Αυτοκράτορα, ενώ ο Χριστός δεν έδωσε καμμιά απάντηση στις ερωτήσεις του Ηρώδη.

Ο Ηρώδης, θυμωμένος, έβαλε τους στρατιώτες του να Τον ντύσουν με μια λευκή χλαμύδα σαν βασιλιά και στην συνέχεια τον παρέδωσε στους στρατιώτες του για να Τον ταπεινώσουν με σκληρότητα.

Στην συνέχεια, ο Ηρώδης, έχοντας ήδη καταδικαστεί στην συνείδηση του Ιουδαϊκού λαού ως ο φονιάς του Ιωάννη του Βαπτιστή και θέλοντας να αποφύγει την κατηγορία ενός ακόμη παρομοίου φόνου, ο οποίος θα τον έκανε ακόμα πιο αντιδημοτική από ότι ήδη ήταν στους Ιουδαίους, αποφάσισε να ξαναπαραπέμψει την εκδίκαση του Χριστού στα χεριά του Πιλάτου.

Ως νομικό επιχείρημα, προκειμένου να δικαιολογήσει την απόφαση του αυτή, έφερε το γεγονός πως δεν μπορούσε, παρόλο που ο Πιλάτος του το επέτρεπε, λόγω του νομού, να δικάσει κάποιον εκτός της επικράτειας του, και ο ίδιος την περίοδο αυτή, δεν βρισκόταν σε αυτή, ενώ ακόμα και ο τόπος εκτέλεσης του θεωρουμένου αδικήματος ήταν η Ιερουσαλήμ, η οποία ήταν εκτός διοικητικής αρμοδιότητας του Ηρώδη.

Οπότε, για άλλη μια φορά, η υπόθεση κατέληξε και πάλι στα χεριά του Πιλάτου, ενώ το μόνο θετικό γεγονός για τον ίδιο, ήταν, πως με την χειρονομία του αυτή (δηλαδή για παραπομπή της δίκης του Χριστού στον Ηρώδη), αποκατέστησε ξανά τις σχέσεις του με αυτόν.

Στην συνέχεια, όταν ο Χριστός επέστρεψε ξανά στο φρούριο του Πιλάτου, αυτός κάλεσε τους αρχιερείς σε αυτό (οι οποίοι αυτή την φορά εισήλθαν, παραβαίνοντας την θρησκευτική απαγόρευση που οι ίδιοι επικαλέστηκαν για να μην μπουν όταν πρωτοήρθαν στο κτίριο αυτό), αναγγέλλοντας τους, πως μετά και την δίκη του ανάκριση, αλλά και του Ηρώδη, δεν βρήκε καμμιά ενοχή στον κατηγορούμενο.

Έτσι, τους ανακοίνωσε πως σκέφτονταν να μαστιγώσει ως τιμωρία τον κατηγορούμενο (και ως συμβιβασμό προς τους αρχιερείς δείχνοντας τους πως τιμωρεί τον Χριστό, αλλά και για να προκαλέσει τον οίκτο του κοινού) και υστέρα να τον απελευθερώσει.

Η απόφαση του αυτή, η οποία εκτελέστηκε ως προς το πρώτο της μέρος, εξαγρίωσε τους αρχιερείς, και ο Πιλάτος τότε, σκεπτόμενος πως ο Χριστός θα είχε συμπάθειες στον Ιουδαϊκό λαό, σκέφθηκε να χρησιμοποιήσει ένα παλιό ιουδαϊκό έθιμο, προκειμένου να παρθεί η απόφαση για την εκτέλεση ή μη του Χριστού.

Σύμφωνα δε με το έθιμο αυτό, συνηθιζόταν τις παραμονές της γιορτής του Ιουδαϊκού Πάσχα, να απελευθερώνεται ένας κρατούμενος, και πιστεύοντας ότι ο Χριστός θα είχε την συμπάθεια του λαού, αποφάσισε να βάλει τον ιουδαϊκό λαό να επιλέξει αναμεσά σε Αυτόν και τον Βαραββά.

Ο ίδιος ο Βαραββάς, κατηγορούταν τόσο για φόνο, κλοπή, καθώς και για συμμετοχή σε βίαιη εξέγερση στην Ιερουσαλήμ. Οπότε, ο Πιλάτος έβαλε τους Ιουδαίους, να επιλέξουν αναμεσά σε έναν ληστή, δολοφόνο, καθώς και έναν πραγματικό στασιαστή, τον Βαραββά και στον Χριστό, που ήταν ένας πράος διδάσκαλος.

Όμως, το συνεχώς ευμετάβλητο πλήθος, παρακινούμενο από τους αρχιερείς του Σαχεντρίν, απάντησε πως ήθελε ο Πιλάτος να απελευθερώσει τον Βαραββά. Στην δε ερώτηση του Πιλάτου, τι να κάνει με τον Ιησού Χριστό, η απάντηση του πλήθους, χάρις στους αρχιερείς, ήταν να Τον σταυρώσει.

Στις συνέχεις ερωτήσεις του Πιλάτου, για ποιον λόγο να κάνει κάτι τέτοιο μιας και ο Χριστός δεν έκανε κάτι άξιο θανάτου, ήταν και πάλι να σταυρωθεί (λόγω της πίεσης του Σαχεντρίν).

Θέλοντας όμως να δείξει την αντίθεση του σε αυτή την απόφαση των Ιουδαίων, πηρέ συμβολικά μια λεκάνη νερό και έπλυνε τα χεριά του, λέγοντας πως ο ίδιος ήταν αθώος για το αίμα του αθώου Αυτού ανθρώπου.

Τότε, το πλήθος των Ιουδαίων αναφώνησε πως το αίμα Του, θα πέφτε πάνω σε αυτό, καθώς και στα παιδιά του, αναλαμβάνοντας με τον τρόπο αυτό πλήρως την ευθύνη για την απόφαση αυτή.

Στην συνέχεια, οι Ρωμαίοι στρατιώτες, αφού πρώτα αντικατέστησαν την λευκή χλαμύδα του Χριστού με μια κόκκινη δίκη τους, του φορέσαν ένα ακάνθινο στεφάνι περιπαιχτικά ωμέ στέμμα, ενώ για τον ίδιο ακριβώς λόγο του τοποθέτησαν και ένα καλάμι αναμεσά στα δεμένα χεριά Του ως σκήπτρο, και γονάτιζαν κοροϊδευτικά μπροστά Του, χαιρετώντας Τον ως βασιλιά των Ιουδαίων.

Στην συνέχεια (και υστέρα από διαταγή του Πιλάτου), οι στρατιώτες μαστίγωσαν τον Χριστό με φραγγέλιο (ένα μαστίγιο που είχε στις άκρες του σιδερένιες αιχμές που εισχωρούσαν με το χτύπημα στο σώμα του βασανιζομένου, ενώ όταν το μαστίγιο αποτραβιούνταν από αυτό, ξεκολλούσε μαζί του και τις σάρκες πάνω στις όποιες είχε σφηνώσει).

Τότε, ο Πιλάτος, για μια τελευταία φορά, δείχνει τον καταματωμένο υστέρα από τα βασανιστήρια και συνεχές μαστίγωμα με το φραγγέλιο (πάνω από 50 μαστιγώματα από συνολικά σαράντα στρατιώτες με εναλλαγές και για πολλή ώρα), Χριστό στο πλήθος, με σκοπό να το συγκινήσει από την κατάσταση που είχε Αυτός επέλθει.

Όμως, οι κραυγές του πλήθους συνέχιζαν να ζητούν ανεξέλεγκτα την θανάτωση του Χριστού, ζητώντας τον θάνατο Του επειδή κατά αυτούς ο Χριστός παρέκβηκε τον Ιουδαϊκό νομό.

Τότε, ο Πιλάτος μπήκε μέσα στο φρούριο και ρώτησε τον Χριστό από πού προερχόταν, αλλά δεν έλαβε και πάλι  καμία απάντηση. Στην θυμωμένη ερώτηση του προς Τον Χριστό, γιατί δεν του μιλά, αφού αυτός ως επίτροπος έχει την εξουσία να Τον θανατώσει, η αποστομωτική απάντηση του Χριστού ήταν πως δεν θα είχε καμμιά εξουσία από πάνω Του, αν δεν του είχε δοθεί από τα πάνω και για τον λόγο αυτό, όσοι Τον παρέδωσαν σε αυτόν, έχουν πολύ περισσότερη αμαρτία από τον ίδιο.

Όταν δε στην συνέχεια, για μια ακόμα φορά ο Πιλάτος, προσπάθησε να σώσει τον Χριστό και να αλλάξει την γνώμη του πλήθους, τότε ο όχλος τον κατηγόρησε ως εχθρό του Αυτοκράτορα αν δεν δεχτεί την απόφαση και τότε ο δειλός Πιλάτος, ο οποίος δεν θα ήθελε σε καμμιά περίπτωση να κάνει κάτι που θα δυσαρεστούσε τους ανωτέρους του (μην υπακούοντας τις απαιτήσεις του πλήθους), υποχώρησε.

Τότε ήταν που ανήγγειλε και την οριστική καταδικαστική απόφαση σε βάρος του Χριστού, δηλαδή σε θάνατο με Σταύρωση, με την κατηγορία του εγκλήματος της στάσης κατά της βασιλικής αρχής και της εσχάτης προδοσίας.

Στην συνέχεια, ο Πιλάτος παρέδωσε τον Χριστό στο εκτελεστικό απόσπασμα, το οποίο βρισκόταν υπό την διοίκηση ενός εκατόνταρχου. Οι στρατιώτες, αφού πρώτα έντυσαν τον Χριστό με τα κανονικά Του ρούχα και τον κορόιδεψαν, φόρτωσαν πάνω στους ωμούς του τον Σταυρό με τον οποίο θα πραγματοποιούταν η Σταύρωση Του, παρόλο που ο Ίδιος ήταν ματωμένος, αδύναμος, ταλαιπωρημένος, βασανισμένος και εξαντλημένος.

Όμως, λόγω της συνεχούς αιμορραγίας και της κόπωσης από τα βασανιστήρια, ο Χριστός, δεν είχε την αντοχή να σύρει τον Σταυρό ως τον Γολγοθά, που ήταν και το σημείο στο οποίο θα πραγματοποιούταν η Σταύρωση και για τον λόγο αυτό, στην μέση της διαδρομής, αγγάρεψαν τον Σίμωνα τον Κυρηναίο, να μεταφέρει τον Σταυρό του Χριστού ως τον τόπο αυτό.

Μόλις έφτασαν στον Γολγοθά, οι Ρωμαίοι στρατιώτες, σταύρωσαν εκεί τον Χριστό, και τοποθέτησαν ταυτόχρονα πάνω στον Σταυρό Του μια πινακίδα που έγραφε «Ιησούς Ναζωραίος ο βασιλεύς των Ιουδαίων», ενώ την ιδιά στιγμή διαμοιράσαν και τα ιμάτια Του, και έριξαν κλήρο για το ποιος θα κερδίσει τον χιτώνα Του.

Κάτω από τον Σταυρό, οι εχθροί του Χριστού, συνέχισαν να Τον συκοφαντούν και να Τον κοροϊδεύουν, ενώ ο Χριστός έχανε σιγά-σιγά τις δυνάμεις Του. Κάποια δε στιγμή, ζήτησε να πιει νερό, επειδή ο οργανισμός Του, υστέρα από την μαστίγωση, είχε υποστεί αφυδάτωση και διψούσε.

Τότε ένας στρατιώτης του έριξε πάνω στα διψασμένα χείλη του Χριστού, ξίδι με ένα σφουγγάρι και υστερεί από λίγη ώρα ο Χριστός εξέπνευσε, ενώ στον ουρανό αν και ημέρα υπήρχε σκοτάδι, ενώ την ιδιά ώρα πραγματοποιήθηκε και ένας δυνατός σεισμός στην περιοχή.

Αμέσως μετρά τον θάνατο του Χριστού, ένας Ρωμαίος στρατιώτης, προκειμένου να επιβεβαιώσει ότι αυτός όντως επήλθε, κάρφωσε με το δόρυ του την μια πλευρά του Χριστού. Τότε εξήλθε από αυτή αίμα και νερό, το οποίο σύμφωνα με την ιατρική, βγαίνει από το σώμα κάποιου, μόνο όταν ο θάνατος έχει επέλθει.

Όμως, μιας και ο Χριστός πέθανε πριν την απαρχή του Ιουδαϊκού Πάσχα, θα έπρεπε να ταφεί πριν αυτό ξεκινήσει, έτσι ώστε να μην μιάνει το σώμα ενός νεκρού την ιερή αυτή γιορτή των Ιουδαίων.

Για αυτό τον λόγο, ένας κρυφός μαθητής του Χριστού, ο Ιωσήφ Αριμαθίας, αφού πρώτα έλαβε άδεια από τον Πιλάτο, έθαψε το σώμα του Χριστού στον τάφο που είχε αρχικά ετοιμάσει για τον εαυτό του και ο οποίος βρισκόταν κοντά στην περιοχή της Σταύρωσης.

Όμως, λίγο μετρά, οι αρχιερείς, ζήτησαν από τον Πιλάτο την φύλαξη του τάφου και του σώματος του Χριστού από ισχυρή Ρωμαϊκή φρουρά, προκειμένου να αποτρέψουν την πιθανή κατ’ αυτούς απόπειρα των μαθητών τους να κλέψουν το σώμα και να ισχυριστούν ότι ο Χριστός αναστήθηκε τρεις μέρες μετά τον θάνατο Του (όπως είχε ο Ίδιος κατ’ επανάληψη προαναγγείλει).

Ήξεραν, πως οι Ρωμαίοι στρατιώτες, οντάς έμπειροι στρατιώτες και επαγγελματίες, θα φυλάγαν συνεχώς και με εναλλαγές τον Τάφο και το σώμα του Χριστού, όπως ακριβώς είχαν διαταχτεί να κάνουν, γνωρίζοντας πως αν αποτυγχάναν (π.χ. κοιμόταν ή υποχωρούσαν), με βάση τον Ρωμαϊκό νομό, η αποτυχία εκτέλεσης καθήκοντος, τιμωρούταν και αυτή με βασανιστήρια και Σταύρωση.

Ακολουθήσαν τα γεγονότα που είναι γνωστό σε όλους μας από τα Ευαγγέλια, τα οποία και αφορούν τα γεγονότα σχετικά με την Ανάσταση του Χριστού, την Ανάληψη, καθώς και της ίδρυσης της Χριστιανικής Εκκλησίας.

Γενικά, γίνεται κατανοητό, ότι με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν, η δίκη του Χριστού, δεν ήταν στην πραγματικότητα καν δίκη, αλλά μια κακοστημένη δικαστική σκευωρία των εχθρών Του, οι οποίοι δεν δίστασαν να χρησιμοποιήσουν κάθε έκνομο μέσο και να παραβιάσουν παμπ όλους νόμους της εποχής (πολίτικους και θρησκευτικούς), προκειμένου να επιτύχουν τα δόλια σχέδια τους.

Επομένως, θα μπορούσαμε να πούμε καταληκτικά, πως η λεγομένη «δίκη του Ιησού», ήταν στην πραγματικότητα μια προαποφασισμένη στημένη δίκη-παρωδία, με ελειμένη εκ των προτέρων την απόφαση καταδίκης από το διεφθαρμένο και φθονερό ιερατείο της εποχής, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει «πρότυπο» αντίστοιχων στημένων δικών από όλα τα τυραννικά-καταπιεστικά πολιτικά καθεστώτα που ακολουθήσαν σε όλες τις εποχές.

[Τέλος, καλό είναι κανείς να διαβάσει το άρτια γραμμένο βιβλίο του τέως Μητροπολίτη Νικοπόλεως Μελέτιου για την αλήθεια της Ανάστασης του Κυρίου αυτές τις μέρες, στο οποίο εξηγείται, όχι μόνο με θεολογικά, αλλά και με επιστημονικά στοιχεία και επιχειρήματα, η αλήθεια και το θαύμα της Ανάστασης (http://www.orthodoxfathers.com, http://www.orthodoxfathers.com, https://www.scribd.com, http://yiorgosthalassis.blogspot.com/2018/03/pascal.html)].

Διαβάστε όλο το άρθρο

Συμπληρώστε το e-mail σας για να λαμβάνετε τα νέα από το Triklopodia πρώτοι!:

Στείλε μας το άρθρο σου



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ triklopodia@hotmail.gr

Για άμεση ενημέρωση πατήστε follow και ακολουθήστε μας στο twitter