Ὁ Συνοδικὸς θεσμὸς τῆς Ἐκκλησίας.
Ἐπειδὴ «ρητέον, ὅτι, ἠμῖν οὐ μέλει τί εἶπον, ἢ τί ἐφρόνησαν μερικοί Πατερες. Ἀλλὰ τί λέγει ἡ Γραφή, καὶ αἱ οἰκουμενικαὶ σύνοδοι, καῖπερ ἠ κοινὴ τῶν Πατέρων δόξα. Οὐ γὰρ δόγμα συνιστᾶ ἡ γνώμη τινῶν ἐν τῆ Ἐκκλησία». (Ἱ. Πηδάλιο τῆς Ἐκκλησίας σελ.7).Δηλαδὴ «…..πρέπει νὰ γένη Σύνοδος Ἐπισκόπων, διὰ να ποιήσουν αὐτήν, γνώμη μερικὴν οὖσαν, Κανόνα καθολικὸν και ἀπαράβατον… ».(Ἱ. Πηδάλιο τῆς Ἐκκλησίας σελ. 618).
Ἑπομένως ὅπως διορίζει ὁ Ἱερὸς Κανόνας τῆς Ἐκκλησίας, σὲ κάθε Συνοδο Τοπική, Πανορθόδοξη ἢ Οἰκουμενικὴ, πρέπει νὰ κυρήττεται «ἠ πάρα πάσης τῆς Ἐκκλησίας κηρυττόμενη Ὀρθόδοξος Πίστις, ἤτις διὰ μέσου τῶν Ἐπισκόπων καὶ εἰς τοὺς ἄλλους λαοὺς παραδίδεται με τὴν ἴσην Ὁμολογίαν, ἡ ὅπου τὴν ὠμολόγησε καὶ ἡ α΄ Σύνοδος καὶ ὅλη ἡ καθεξῆς Ἐκκλησία, ἡ μὲ ἴσην, ἤτοι κοινὴν καὶ σύμφωνον ἀπὸ ὅλους τους ἐν τῇ Συνόδῳ εὑρισκομένους. Ἀκολούθως δὲ καὶ νὰ κηρυχθῆ, ὅτι πρέπει νὰ φυλάττεται καὶ ἀπό τον καθ’ ἕνα χωριστὰ Ἐπίσκοπον, καὶ ἀπὸ ὅλους ὁμοὺ ἡ τῆς Εκκλησίας διάταξις καὶ Κανόνες». (Ἱ. Πηδάλιο τῆς Ἐκκλησίας σελ. 465).
Δηλαδὴ «τὸ νὰ γίνεται ζήτησις περὶ πίστεως, καῖπερ ἀκολούθως να ἐκτίθεται ἀπόφασις, καὶ ὅρος δογματικὸς εἰς κάθε μία ἀπὸ τας Οἰκουμενικάς ἀλλά καὶ τοῦτο εἰς τινὰς Τοπικάς ἠκολούθησεν… τὸ να εῖναι πάντα τα ἐκτιθεμένα παρ’ αὐτῶν δόγματα καὶ οἱ Κανόνες, ὀρθόδοξα εὐσεβῆ καὶ σύμφωνα μὲ ταῖς Θείαις Γραφαῖς, ἢ ταῖς προλαβούσαις Οἰκουμενικὲς συνόδοις».
Δι’ ὃ καὶ πολυθρύλλητον εἶναι τὸ ἀξίωμα τοῦ ἁγίου Μαξίμου τὸ εἰς τοιαῦτα ὑπόθεσιν ρηθέν. «Τὰς γενομένας συνόδους, ἡ εὐσεβὴς πίστις κυροῖ», καὶ πάλιν, «ἠ τῶν δογμάτων ὀρθότης κρίνει τάς συνόδους…» “Ομοίως καὶ ἡ Φλωρεντία, καῖτοι Οἰκουμενικὴ ὀνομασθεῖσα, ἐπειδὴ ὅμως ὁ τοποτηρητὴς τοῦ Ἀντιοχείας καὶ τῶν τῆς Ἀνατολῆς Ἐπισκόπων, καὶ πρότερον αὐτοῦ τοῦ Ἀλεξανδρείας, Μάρκος, λέγω, ὀ ἁγιώτατος ἐκεῖνος τῆς Ἐφέσου, δὲν συνεφώνησεν εἰς αὐτήν, ἡ Οἰκουμενικὴ εἰς τοπικὴν μετετράπη. Τί λέγω τοπικήν; καὶ εἰς ψευδοσύνοδο μετετράπη δικαίως, διατὶ δεν εἶχεν οὔτε τό γ΄ ἰδίωμα τῶν Οἰκουμενικῶν. Ὁ γὰρ παρ’ αὐτῆς ὄρος δεν ἦτο σύμφωνος τῆ Θεία Γραφὴ καὶ ταῖς ἄλλαις συνόδους…” (Ἱ. Πηδάλιο τῆς Ἐκκλησίας σελ. 118,119).
Δεδομένου ὅτι οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι ὡς Ἅγιες, ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ συναθροιζομενες δὲν ὑπόκεινται σὲ ἀναθεώρηση, ἐπειδὴ «…αἰ Οικουμενικαὶ Σύνοδοι κέκτηνται καὶ ἕτερα ἰδιάζοντα προσόντα. Καὶ Α΄ ἐστὶν ἡ ἀειζωΐα αὐτῶν καὶ ἀθανασία, ἑπομένως τὸ ἀεὶ ὑφίστασθαι καὶ εἰς ἀεὶ ἔχειν κύρος· διότι συνεκροτήθησαν τῆ ἐνεργείᾳ καὶ Χάριτι του Ἁγίου Πνεύματος καὶ Κανὼν αὐταῖς ἣν τὸ ἀπόλυτον ἀγαθὸν καὶ ἠ απόλυτος ἀλήθεια, ἅτινα διαμένουσιν εἰς τὸν αἰώνα» (Ἁγίου Νεκταρίου: «Αἱ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι» σελ. 69).
Συνεπῶς οἱ Ἀποφάσεις τους, τὰ Ἱερά τους κείμενα, εἶναι Θεοχάρακτα γράμματα ποὺ μένουν ἀσάλευτα ὡς «οἰκεία δυνάμει εἰς το διηνεκές», δηλαδὴ ἔχουν παντοτινὴ καὶ αἰώνια ἰσχὺ καὶ δεν ἑξαρτῶνται ἀπὸ τὴν ἀναγνώριση κάποιου Ἱεράρχη ἢ οἰασδήποτε Συνόδου καὶ ὅποιος ἐπιχειρήσῃ νὰ τὰ σαλεύσῃ, σαλεύεται ὁ ἴδιος. “Συμπεραίνεται ἄρα ἐκ πάντων τῶν εἰρημένων, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἐναντιωθῆ εἰς τὰς Οἰκουμενικᾶς Συνόδους, μένων εὐσεβὴς καὶ ὀρθόδοξος, ἀλλ’ ἁπλῶς καὶ μόνο ἀδιορίστως ὁ καθεὶς χρεωστεῖ να πείθεται εἰς αὐτᾶς. Ὁ γὰρ ἀντιφερόμενος εἰς αὐτᾶς καὶ ἀντιπίπτων, εἰς αὐτούς αντιφέρεται καὶ ἀντιπίπτει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιόν το λαλοῦν διὰ τῶν Οικουμενικῶν Συνόδων, καῖπερ αἱρετικὸς καὶ ἀναθεματισμένος γινεται…..Τί λέγω αἱρετικός; ὡς ἐθνικὸς καὶ ἀσεβὴς λογίζεται ὀ παρακούων τῆς Ἐκκλησίας, ἧς πρόσωπον ἐπέχει ἡ Οἰκουμενική Συνοδος”. «Ἐὰν γάρ, φησὶν ὁ Κύριος, καὶ τῆς Ἐκκλησίας παρακουση, ἔστω σοι ὥσπερ ὁ ἐθνικὸς καὶ ὁ τελώνης… ». (Ἱ. Πηδάλιο τῆς Ἐκκλησίας σελ. 120).
Σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Ἡγούμενο Θεόφιλο καὶ γιὰ τὴν περί διαφορᾶς μεταξὺ ἐπισήμου διακηρύξεως τῆς αἱρέσεως καὶ τῆς σποραδικῆς, ὁ Ὅσιος Θεόδωρος Στουδίτης ἔχει ἀποφανθεῖ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ λέγοντας, «Ἐὰν ὅμως ρωτάει ἡ ὁσιότητά σου, γιατί… καὶ ἐμείς μνημονεύαμε τους Κωνσταντινοπολίτες -Ἐπισκόπους – νὰ γνωρίζει τοῦτο ὅτι δὲν εἶχε συγκληθεῖ Σύνοδος, οὔτε καὶ εἶχε ἀκόμα διατυπωθεῖ το πονηρὸ δόγμα καὶ ἀνάθεμα, καὶ ὅτι πρὶν ἀπὸ αὐτά ἦταν ἐπικίνδυνο νὰ χωριστοῦμε τελείως ἀπὸ αὐτοὺς που παρανομοῦσαν, παρὰ μόνο νὰ ἀποφεύγουμε τὴν ὁλοφάνερη κοινωνία μαζί τους, καὶ μὲ τὴν πρέπουσα οἰκονομία νὰ τους μνημονεύουμε προσωρινά….Ἀφοῦ ὅμως ἐκδηλώθηκε φανερὰ ἡ αἱρετικὴ ἀσέβεια μὲ την Σύνοδο, πρέπει τώρα ἡ εὐλάβειά σου, μαζὶ μὲ ὅλους τους Ὀρθοδόξους, νὰ μὴ κοινωνεῖ μὲ τοὺς κακοδόξους οὔτε να μνημονεύει κανένα ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔλαβαν μέρος στὴν Σύνοδο, ἤ ὁμοφρονοῦν μὲ αὐτήν. Γιατί ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος μὲ μεγάλη φωνὴ ἐχθρούς τοῦ Θεοῦ χαρακτήριζε ὄχι μόνο τους αἱρετικούς, ἀλλὰ καὶ ἐκείνους ποὺ κοινωνοῦν μαζὶ μὲ αὐτοὺς …». (Ἐπιστολὴ ΛΘ΄. (39) – Θεοφίλω ἠγουμένω).
Καὶ αὐτὸ γιατί ὡς αἱρετικὸς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι μέλος τῆς Ἐκκλησίας, διότι «Εἰς Κύριος, μία Πίστις, ἐν Βάπτισμα (πρὸς Ἐφεσ. δ΄)Εἰ γὰρ φησί, μία εἶναι ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία, καὶ ἓν εἶναι το ἀληθὲς Βάπτισμα, πῶς ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἀληθὲς Βάπτισμα τὸ τῶν αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν, εἰς καιρὸν ὅπου αὐτοὶ δὲν εἶναι μέσα εἰς τὴν Καθολικὴν Ἐκκλησίαν, ἀλλ’ ἐξεκόπησαν ἀπὸ αὐτὴν διά τῆς αἱρέσεως;». (Ἱ. Πηδάλιο τῆς Ἐκκλησίας σελ. 51).
Διὰ τῆς αἱρέσεως ἀποκόβεται ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία λέγουν οι Ἱεροὶ Πατέρες μας καὶ ὄχι διὰ τῆς καθαιρέσεως, ὅπως τελείως ἀδογματιστα καὶ ἀθεολόγητα ὑποστηρίζουν μερικοί.
Δηλαδὴ ὀ αἱρεσιάρχης καὶ ἀποστάτης καλούμενος Πατριάρχης Ρώμης που δεν ἔχει καθαιρεθεῖ ποτὲ μετὰ τὸ 1054 ἀπὸ κάποια Οἰκουμενικὴ ἤ Τοπική Σύνοδο καὶ οἱ ἀποσχισθέντες ἀπὸ αὐτὸν Προτεστάντες, παπαδίνοι καὶ παπαδίνες, εἶναι γιὰ ὅσους τὸ ὑποστηρίζουν αὐτό Ἐκκλησία; Ἔχουν δηλαδὴ τὸ Ἐπισκοπικὸ ἀξίωμα; Τελοῦν ἔγκυρα μυστήρια; Ἄπαγε τῆς μεγάλης βλασφημίας.
Ὁ Ἃγιος Μέγας Ἀθανάσιος (Δ’αἰῶν): “….Γιατί αὐτῶν ποὺ τὸ φρόνημα ἀρνούμαστε, πρέπει νὰ ἀπέχουμε καὶ ἀπό την ἐπικοινωνία μαζί τους. Καὶ ἐὰν κάποιος ὁμολογεῖ τὴν ὀρθὴ πίστη, ἀλλὰ κοινωνεῖ μὲ αὐτούς, νὰ τὸν προτρέπετε νὰ σταματήσει νὰ τὸ κάνει` κι ἂν δεχθεῖ τὴν σύστασή σας νὰ τὸν ἔχετε σὰν ἀδελφό. Ἂν δὲ ἐπιμένει φιλόνικα, νὰ τὸν ἐγκαταλείπετε. Ἔτσι θὰ διατηρήσετε τὴν καθαρὴ πίστη καὶ ἐκεῖνοι βλέποντάς σας θὰ ὠφεληθοῦνκαι θα φοβηθοῦν, μήπως θεωρηθοῦν ὃτι εἶναι ἀσεβεῖς και ἒχουν τα ίδια φρονήματα με αὐτούς.”.(Ἁγ.Ἀθανασίου,«Τοῖς τὸν μονήρη βίον ἀσκοῦσι» PG 26,1188 BC).
Καί: ‘‘ἐάν ὁ ἐπίσκοπος ἢ ὁ πρεσβύτερος που εἶναι τα μάτια τῆς Ἐκκλησίας, κακῶς συναναστρέφονται και σκανδαλίζουν τον λαό, πρέπει αὐτούς να τους διώχνετε. Γιατί σᾶς συμφέρει χωρίς αὐτούς να μαζεύεσθε σε σπίτι προσευχῆς (κατ’οἲκον Ἐκκλησία), παρά να ριφθῆτε μαζί τους, ὃπως με τον Ἂννα και τον Καϊάφα, εἰς την γέεννα τοῦ πυρός’’.(Ἃγιος Ἁθανάσιος P.G. 35, 33 – ΒΕΠΕΣ 33, 311)
Καί: «Εἶναι δε κάποιοι, που διαβεβαιώνουν ὃτι δεν φρονοῦν τα τοῦ Ἀρείου, ὃμως συγκαταβαίνουν, και συμπροσεύχονται και συνεκκλησιάζονται μαζί τους….Διότι, ὅταν μερικοὶ δοῦν ἐσᾶς τοὺς πιστοὺς τοῦ Χριστοῦ, νὰ συγκεντρώνεσθε μὲ αὐτοὺς καὶ νὰ κοινωνῆτε μαζὶ τους, ὁπωσδήποτε θὰ θεωρήσουν τοῦτο ὅτι ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΗΜΑΣΙΑ,καὶ ἔτσι θὰ πέσουν στὸν βόρβορο τῆς ἀσέβειας». (Μ. ᾿Αθανασίου, Πρὸς Μοναχούς, PG 26, 1185-1188).[σ.σ Ἐδῶ ὁ Ἃγιος (και ὂχι μόνο αὐτός, ἀλλά ὑπάρχει Συμφωνία Ἁγίων), ὁμιλεῖ για τους Μοναχούς και τους πιστούς, και ὂχι για ἐπισκόπους, πνευματικούς κληρικούς, “στρατηγούς”, ὃπως μερικοί κακοδοξοῦντες σήμερα ὁμιλοῦν (και δυστυχῶς παρασύρρουν πολλούς), ὃτι δῆθεν πρέπει πρῶτα αὐτοὶ οἱ “στρατηγοί” νὰ ἀποτειχισθοῦν καὶ μετὰ ὅλο το ὑπόλοιπο πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας].
«Διότι καθὼς ἕνα μέλος κοπῆ ἀπὸ τὸ σῶμα, νεκροῦται παρευθύς μέ το νὰ μὴ μεταδίδεται πλέον εἰς αὐτὸ ζωτικὴ δύναμις· τοιουτοτρόπως καὶ αὐτοὶ ἀφ’ οὗ μίαν φοράν ἐσχίσθησαν ἀπὸ το σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἐνεκρώθησαν παρευθύς, καὶ την πνευματικὴν χάριν καὶ ἐνέργειαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔχασαν, μη μεταδιδομένης ταύτης εἰς αὐτοὺς διὰ τῶν ἁφῶν καὶ συνδέσμων, ἤτοι διὰ τῆς κατὰ Πνεῦμα ἑνώσεως». (Ἱ. Πηδάλιο τῆς Ἐκκλησίας σελ. 589).
Διαφορετικὴ εἶναι ἐπίσης ἡ συμπεριφορὰ τῶν Ἁγίων Πατέρων μας προς τοὺς ἀμετανόητους αἱρετικοὺς διῶκτες τῶν Χριστιανῶν καὶ ὄσων ἒχουν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μετὰ αὐτῶν διότι, «Τοῖς μεμιασμένοις καὶ ἀπίστοις οὐδὲν καθαρὸν» (Τίτ. 1.15), καὶ ὅτι «Οὐ δύνασθε ποτήριον Κυρίου πιεῖν καὶ ποτήριον δαιμονίων οὐ δύνασθε τραπέζης Κυρίου μετέχειν καὶ τραπέζης δαιμονίων» (Α΄ Κορ. 10.21). «Μὴ γίνεσθε ἐτεροζυγοῦντες ἀπίστοις. Τὶς γὰρ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος;» (Β΄ Κορ. 6.14).
Καὶ διαφορετικὴ εἶναι πρὸς τοὺς ἐπιστρέφοντας ἀδελφοὺς ἐν μετανοία στην Ἐκκλησία συμφώνως μὲ τῶν Ἁγίων Ἁποστόλων κανών ΜΓ’ (53ος) «Εἰ τὶς πρεσβύτερος τὸν ἐπιστρέφοντα ἀπὸ ἁμαρτίας οὔ προσδέχεται, ἀλλὰ ἀποβάλλεται καθαιρείσθω, ὅτι λυπεῖ τον Χριστὸν τὸν εἰπόντα, ὅτι χαρὰ γίνεται ἐν Οὐρανῶ ἐπὶ ἐνί ἁμαρτωλῶ μετανοοῦντι…». (Πρακτικά τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Ἄρχ. Σπ. Μήλια).
Ἀπὸ ὅλα αὐτὰ βγαίνει τὸ ἀσφαλὲς συμπέρασμα ὅτι οὐδέποτε οἱ Ἱεροί Πατέρες μας, ξεχώρισαν τοὺς αἱρετικοὺς σὲ κεκριμένους καὶ μη κεκριμένους, δηλ. καθαιρουμένους καὶ μὴ καθαιρουμένους.
Αὐτὲς εἷναι ὃπως προείπαμε πλανεμένες φανταστικὲς θεωρίες τῆς «μεταπατερικῆς θεολογίας» κάποιων ἐξωεκκλησιαστικῶν -παλαιοημερολογίτικων παρατάξεων (γοχ), ἀπὸ τὸ 1935 καὶ ἔπειτα, διότι γεγονὸς εἶναι ὅτι οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ξεχώριζαν μεν τοὺς αἱρετικούς, τοὺς ξεχώριζαν δέ, σὲ ἀμετανόητους και μετανοημένους.
Τέλος νὰ τονίσουμε πάλι, «Ὅτι πάντα τα σπάνια, καὶ οἰκονομικά, καὶ τὰ ἐξ ἀνάγκης, ἢ τινὸς πονηρᾶς συνηθείας, καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν, πάντα τα παρὰ κανόνας γινόμενα, νόμος, καὶ κανὼν και παράδειγμα τῆς ἐκκλησίας οὒχ ὑπάρχουσι, καὶ ὅρα τὴν ἐρμηνείαν του ξή΄ Ἁποστολικοῦ. Πλὴν καὶ τῆς οἰκονομίας ταύτης καὶ ἀνάγκης παρελθούσης, πάλιν οἱ κανόνες κρατοῦσιν». (ὅρα τὴν ὑποσημείωσιν τοῦ μς΄. καὶ τὸν Ιγ΄. κανόνα τῆς Α΄. (Ἱ. Πηδάλιο τῆς Ἐκκλησίας σέλ. λθ΄. πάρ. θ΄.).
Ὁ Ἃγιος Μάξιμος ὁ Ὀμολογητής: “Ὁ Θεὸς δὲν περιώρισε στὴν καρδιὰ ὅλη τὴν σωτηρία, ἀλλὰ εἶπε: «Ὁ ὁμολογῶν με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω αὐτὸν ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς». Καὶ ὁ θεῖος Ἀπόστολος διδάσκει ὡς ἑξῆς: «Καρδία μὲν πιστεύεται εἰς δικαιοσύνην, στόματι δὲ ὁμολογεῖται εἰς σωτηρίαν». Ἂν λοιπὸν ὁ Θεὸς καὶ οἱ προφῆται καὶ οἱ ἀπόστολοι τοῦ Θεοῦ προτρέπουν νὰ ὁμολογῆται μὲ τοὺς λόγους τῶν Ἁγίων το μυστήριο, τὸ μεγάλο καὶ φρικτὸ καὶ σωτήριο γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, δὲν πρέπει νὰ σιωπήση μὲ κανένα τρόπο ἡ φωνὴ ποὺ κηρύττει αὐτό, γιὰ νὰ μὴ κινδυνεύση ἡ σωτηρία τῶν σιωπώντων”.
Καί: «Ὅ τῶν ὅλων Θεός, ὅταν ἐμακάρισε τὸν Πέτρο γιὰ τὰ λόγια μὲ τὰ ὁποῖα Τὸν ὁμολόγησε ὀρθά, διεκήρυξε ὅτι Καθολικὴ (Ὀρθόδοξη) Ἐκκλησία εἶναι ἡ ὀρθὴ καὶ σωτήριος ὁμολογία τῆς πρὸς Αὐτὸν πίστεως.…Κάθε ἄνθρωπος ἁγιάζεται μὲ τὴν ἀκριβῆ ὁμολογία πίστεως καὶ ὄχι μὲ τὴν ἀναίρεσή της, ποὺ βρίσκεται στὸν “Τύπο”». (P.G. 90, 161D-165C) [σ.σ. Το ἳδιο συμβαίνει και σήμερα με τον οἰκουμενισμό. Ὃσοι ἒχουν ἀποτειχιστεῖ ἀπό τους παναιρετικούς ἐπισκόπους τους, ἒχουν ἢδη ἀποδεχθεῖ με την ἐνέργειά τους αὐτή, (δηλ. με την ἀποτείχιση) ὃτι ὁ οἰκουμενισμός εἶναι αἳρεση και μάλιστα κατεγνωσμένη (δηλ.καταδικασμένη ἀπό ὃλες τις Οἰκουμενικές Συνόδους και ἀπό την Σύνοδο τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς τοῦ 1983 και ἀπό τον Ἃγιο Ἰουστῖνο Πόποβιτς, ὁ ὁποῖος μάλιστα την ἀποκαλεῖ παναίρεση), βάσει τοῦ 15ουΚανόνα τῆς Α’ και Β’ -με Οἰκουμενικό κῦρος- Συνόδου, ἂλλως δεν ἐπιτρέπει ὁ Κανόνας την ἀποτείχιση.
68ος Κανών: (Ἐρμηνεία Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου-Ἰερόν Πηδάλιον)«…ὃποιος Ἐπίσκοπος ἢ Πρεσβύτερος ἢ Διάκονος δεχθεῖ δεύτερη χειροτονία, ἀπό κάποιον, να καθαιρεῖται και αὐτός και ἐκεῖνος που τον ἐχειροτόνησε. Ἐκτός μόνον ἐάν ἀποδειχθεῖ ὃτι ἒχει (λάβει) την χειροτονία, ἀπό αἱρετικούς. Γιατί αὐτοί που ἒλαβαν βάπτισμα ἢ χειροτονία ἀπό τους αἱρετικούς, δεν μπορεῖ να εἶναι καθόλου Χριστιανοί, με το αἱρετικό αὐτό βάπτισμα, ἢ να ποῦμε καλύτερα μόλυσμα, οὒτε ἱερεῖς και κληρικοί με την αἱρετική αὐτή χειροτονία…»
Ὁ Ἃγιος Μάξιμος ὁ Ὀμολογητής: “Διότι ὁ Θεὸς ἔβαλε στὴν Ἐκκλησία, πρῶτον μὲν τοὺς ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, γιὰ νὰ καταρτίζωνται οἱ πιστοί, λέγοντας στὸ Εὐαγγέλιο πρὸς τοὺς ἀποστόλους καὶ μέσῳ αὐτῶν πρὸς τοὺς μεταγενεστέρους «Ὃ,τι λέγω σἐ ἐσᾶς, σε ὃλους το λέγω», καὶ πάλι «ὃποιος σᾶς δέχεται, ἐμὲνα δέχεται, καὶ ὃποιος σᾶς ἀθετεῖ (δεν σᾶς δέχεται), ἐμὲνα ἀθετεῖ». Εἶναι λοιπὸν φανερὸ καὶ ἀναντίρρητο, ὅτι αὐτὸς ποὺ δὲν δέχεται τοὺς ἀποστόλους καὶ τοὺς προφήτες καὶ διδασκάλους καὶ δὲν ὑπολογίζει τὰ λόγια τους, δὲν ὑπολογίζει τὸν ἴδιο το Χριστό).(Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Ἐξήγησις τῆς κινήσεως.., κεφάλ. ιγ΄, P.G. 90, 128 A-C)
Καί: …..Ὅπως ἀκριβῶς λοιπὸν αὐτὸς ποὺ δέχεται τοὺς ἀληθινοὺς ἀποστόλους καὶ προφήτας καὶ διδασκάλους, δέχεται τὸν Θεό, ἔτσι καὶ αὐτὸς ποὺ δέχεται τοὺς ψευδαποστόλους καὶ ψευδοπροφήτας καὶ ψευδοδιδασκάλους, δέχεται τὸν διάβολο. Αὐτὸς λοιπὸν ποὺ βάζει τοὺς ἁγίους μαζὶ μὲ τοὺς βδελυροὺς καὶ ἀκαθάρτους αἱρετικοὺς (δεχθῆτε τὰ λόγια μου, λέγω τὴν ἀλήθεια), προφανῶς βάζει στὴν ἴδια μοίρα τὸν Θεὸ μαζὶ μὲ τὸν διάβολο».(βλ. ΜαξίμουὈμολογητοῦ, Περί τῶν πραχθέντων ἐν τῆ πρώτη αὐτοῦ ἐξορία, ἦτοι ἐν Βιζύῃ, παρ.Ι΄, P.G. 90, 144D – 145A).[Βλέπε ὁλόκληρο το Κείμενο:“Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΕΛΕΓΧΕΙ ΟΣΟΥΣ ΚΑΚΟΔΟΞΑ ΛΕΓΟΥΝ ΟΤΙ ΔΕΝ ΛΕΜΕ ΟΥΤΕ ΤΟ ΕΝΑ ΟΥΤΕ ΤΟ ΑΛΛΟ”στην ἰστοσελίδα:https://maxomaiyperpistews.blogspot.com/2020/06/blog-post_22.html
Ὁ Ἃγιος Μάξιμος ὁ Ὀμολογητής: Ἑρμηνεύοντας το φαινόμενο τοῦ ἀφορισμοῦ τῶν Ὀρθοδόξων, ἀπό τους αἱρετικούς “ἐπισκόπους” λέγει: «Ἐὰν παρὰ τὸν σκοπὸ ἀφορίσει ὁ Ἱεράρχης, δὲν θὰ ἔχει σύμφωνητην Θεία κρίση, διότι μόνο σε συμφωνία μὲ τὸ Θεῖο πρέπει νὰ ἀφορίζει καὶ ὄχι κατὰ τὸ θέλημά του». (Πηδάλιον, σελ. 36).
Καί: Ὃταν ὁ ἀπεσταλμένος ἀπό τον μονοθελήτη “Πατριάρχη”Kων/πόλεως, ἐπίσκοπος Θεοδόσιος πρότεινε στον Ἃγιο Μάξιμο, να προσυπογράψει ὃσα και ὁ Ἃγιος πίστευε (περί δύο θελήσεων και δύο ἐνεργειῶν τοῦ Χριστοῦ), τοῦ ἀπάντησε:«Ἐγὼ πάντως οὔτε κι ἂν γίνουν αὐτὰ θὰ κοινωνήσω, ἐπειδὴ οἱ ἀναθεματισθέντες ἀναφέρονται στὴν ἁγία ἀναφορά. Διότι φοβᾶμαι τὸ κατάκριμα τοῦ ἀναθέματος». (ΕΠΕ, 15Γ, 40).
Ὁ Ὃσιος Ἰωάννης ὁ Σιναϊτης – τῆς Κλίμακος (ΣΤ’αἰών) : «Ὡς ξένους καὶ ἐχθρούς του Θεοῦ, θὰ ἐννοήσουμε ὅσους εἶναι ἀβάπτιστοι ἢ δὲν ἔχουν ὀρθὴ πίστη» (Ὁσ.Ἰωάννη Σιναΐτη, περὶ ἀποταγῆς








