Ζούμε σε μια εποχή παράδοξη.
Ποτέ άλλοτε οι πολίτες δεν ήταν τόσο δυσαρεστημένοι από το πολιτικό σύστημα και ποτέ άλλοτε δεν εμφανίζονταν με τόση συχνότητα νέοι πολιτικοί σχηματισμοί που υπόσχονται να εκφράσουν αυτή τη δυσαρέσκεια. Κόμμα Τσίπρα. Κόμμα Καρυστιανού. Σχεδόν έτοιμο και το κόμμα Σαμαρά. Παράλληλα σιγοσβήνουν άλλοι κομματικοί που είχαν συγκροτηθεί στις προηγούμενες εκλογές με πολλές φιλοδοξίες, αλλά δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν τα «όριά» τους και να κινητοποιήσουν το λαό για τη δημιουργία πατριωτικού και κοινωνικού ρεύματος.
Και όμως, παρά την εναλλαγή προσώπων, συνθημάτων και κομματικών σχημάτων, το βασικό πρόβλημα παραμένει άθικτο.
Η χώρα αλλάζει κυβερνήσεις. Δεν αλλάζει πορεία. Αυτό συμβαίνει διότι το πραγματικό πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι πρωτίστως κομματικό.
Είναι βαθύτερο. Είναι πρόβλημα δημοκρατίας. Είναι πρόβλημα συμμετοχής. Είναι πρόβλημα συλλογικής ύπαρξης. Είναι, τελικά, πρόβλημα λαού.
Για δεκαετίες ο Έλληνας πολίτης εκπαιδεύεται να λειτουργεί ως ψηφοφόρος και μόνο ως ψηφοφόρος. Καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε έτοιμες λύσεις που έχουν σχεδιαστεί από άλλους. Καλείται να εγκρίνει ή να απορρίψει πρόσωπα. Αλλά σπανίως καλείται να συνδιαμορφώσει πολιτικές. Να συμμετάσχει. Να συναποφασίσει. Να αναλάβει ευθύνη. Έτσι η πολιτική μετατράπηκε σταδιακά σε επάγγελμα των λίγων και η κοινωνία σε κοινό θεατών.
Η μεγάλη τραγωδία της μεταπολίτευσης δεν είναι μόνο η οικονομική εξάρτηση ή η παραγωγική αποδιάρθρωση της χώρας. Είναι ότι αποσυντέθηκε το ίδιο το κοινωνικό σώμα. Οι άνθρωποι έμειναν μόνοι. Χωρίς κοινότητες. Χωρίς συλλογικές δομές. Χωρίς πραγματική εκπροσώπηση. Χωρίς αίσθηση συμμετοχής σε ένα κοινό εθνικό και κοινωνικό σχέδιο.
Ο καθένας αγωνίζεται μόνος του. Για τον μισθό του. Για τη σύνταξή του. Για το παιδί του. Για την υγεία του. Για την επιβίωσή του.
Και όταν έρχεται η ώρα της πολιτικής, του ζητείται απλώς να ψηφίσει. Αυτό όμως δεν αρκεί. Δεν αρκεί για να αλλάξει μια χώρα. Δεν αρκεί για να αντιμετωπιστεί η δημογραφική κατάρρευση. Δεν αρκεί για να ανασυγκροτηθεί η παραγωγή. Δεν αρκεί για να προστατευθεί η εθνική κυριαρχία. Δεν αρκεί για να απαντηθούν τα νέα ερωτήματα που γεννά η εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, της ψηφιακής επιτήρησης και της αλγοριθμικής διακυβέρνησης.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι ότι δεν υπάρχουν προτάσεις. Είναι ότι δεν υπάρχει οργανωμένο κοινωνικό υποκείμενο ικανό να τις επιβάλει. Δεν υπάρχει συγκροτημένος λαός. Υπάρχουν διάσπαρτες διαμαρτυρίες. Υπάρχουν ξεσπάσματα. Υπάρχουν κινητοποιήσεις. Υπάρχουν δίκαιες αγανακτήσεις. Υπάρχουν αυθεντικές φωνές.
Όλα αυτά όμως εμφανίζονται, συγκινούν και στη συνέχεια διαλύονται. Δεν αφήνουν πίσω τους μόνιμες δομές. Δεν δημιουργούν συλλογική μνήμη. Δεν οικοδομούν πολιτική δύναμη. Κι έτσι το σύστημα, ακόμη και όταν κλονίζεται, κατορθώνει να αναπαράγεται.
Γι’ αυτό και όσοι πιστεύουν ότι η λύση θα έρθει απλώς μέσα από ένα νέο κόμμα, κινδυνεύουν να επαναλάβουν ένα γνώριμο λάθος. Τα κόμματα είναι εργαλεία. Δεν είναι ο λαός. Τα κόμματα μπορούν να εκφράσουν μια κοινωνική δύναμη. Δεν μπορούν όμως να την υποκαταστήσουν.
Όταν προηγείται το κόμμα και απουσιάζει η κοινωνία, συνήθως η κοινωνία μετατρέπεται σε εκλογική πελατεία. Όταν όμως προηγείται η κοινωνία, τότε το πολιτικό εργαλείο αποκτά πραγματικές ρίζες και αντοχές.
Η Ελλάδα χρειάζεται κάτι δυσκολότερο αλλά και ουσιαστικότερο. Χρειάζεται να ξαναβρεί το συλλογικό της «εμείς». Χρειάζεται πολίτες που να συμμετέχουν και όχι απλώς να παρακολουθούν. Χρειάζεται τοπικές πρωτοβουλίες, συλλογικότητες, κοινότητες, δίκτυα αλληλεγγύης, χώρους διαλόγου και δημοκρατικής συνδιαμόρφωσης. Χρειάζεται έναν λαό που να μην εμφανίζεται μόνο στις κάλπες αλλά να είναι παρών καθημερινά στα κοινά.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα της εποχής μας δεν είναι ποιος θα κυβερνήσει αύριο. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος θα υπερασπιστεί την ανθρώπινη ελευθερία στην εποχή της τεχνοκρατίας. Ποιος θα υπερασπιστεί τη δημοκρατία στην εποχή των αλγορίθμων. Ποιος θα υπερασπιστεί την πατρίδα σε μια εποχή όπου όλο και περισσότερες αποφάσεις λαμβάνονται μακριά από τους πολίτες. Ποιος θα υπερασπιστεί την ίδια την ανθρώπινη υπόσταση απέναντι σε μια αντίληψη που βλέπει τον άνθρωπο ως δεδομένο, ως αριθμό, ως ψηφιακό προφίλ.
Αυτά είναι τα μεγάλα ερωτήματα. Και αυτά δεν θα τα απαντήσει κανένα κόμμα από μόνο του. Θα τα απαντήσει μόνο ένας λαός που θα αποφασίσει να επιστρέψει στην ιστορία. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλο ένα κόμμα. Η Ελλάδα χρειάζεται ξανά πολίτες. Χρειάζεται ξανά κοινωνία. Χρειάζεται ξανά λαό.
Ίσως λοιπόν το πρώτο βήμα να μην είναι η ίδρυση ενός ακόμη πολιτικού φορέα. Ίσως το πρώτο βήμα να είναι πολύ πιο απλό και ταυτόχρονα πολύ πιο δύσκολο. Να αρχίσουν να συνδέονται μεταξύ τους οι διάσπαρτες δυνάμεις της κοινωνίας. Οι άνθρωποι που αντιστέκονται στην ερήμωση της υπαίθρου. Οι γονείς που ανησυχούν για το μέλλον των παιδιών τους. Οι πολίτες που αγωνίζονται για δημοκρατία και λογοδοσία. Οι άνθρωποι που υπερασπίζονται την εθνική ανεξαρτησία. Οι επιστήμονες που προβληματίζονται για τις συνέπειες της τεχνητής νοημοσύνης και της ψηφιακής επιτήρησης. Οι παραγωγοί, οι εργαζόμενοι, οι δημιουργοί αυτού του τόπου.
Όχι για να χαθούν οι επιμέρους αγώνες τους μέσα σε έναν ακόμη μηχανισμό. Αλλά για να ανακαλύψουν ότι πίσω από τα επιμέρους προβλήματα κρύβεται ένα κοινό ερώτημα για το μέλλον της χώρας και του ανθρώπου.
Ίσως εκεί να βρίσκεται το πρώτο καθήκον της εποχής μας: όχι η δημιουργία ενός ακόμη κόμματος, αλλά η συγκρότηση ενός μεγάλου κοινωνικού και πολιτικού «εμείς». Ενός ζωντανού δικτύου πολιτών που θα ξανακάνει την κοινωνία πρωταγωνιστή και όχι θεατή των εξελίξεων. Γιατί μόνο όταν συγκροτηθεί αυτό το «εμείς», θα αποκτήσει πραγματικό περιεχόμενο και οποιαδήποτε πολιτική αλλαγή.






