«Αθάνατε Βενεστινλή, προγονική μου ρίζα,
μάρτυρα πάναγνε, στη θύμησή σου αναγαλλιάζω.
Γνήσιο παιδί της Λεφτεριάς της Ελληνίδας χαίρε.
Η μνήμη σου ακοίμητη το είναι μου κυριεύει.
Το μήνυμα του τραγουδιού σου από μακριά περιμένει,
εκεί, από του χρόνου το βυθό ανασυρμένο,
φαντασμένο ως την ψυχή μου, ζωντανό, παίρνοντας μύριες
μορφές, αγέρας, θάλασσα, αετός, σπαθί, βιβλίο,
μπουρλότο ανάβει σύφλογο της Λεφτεριάς τον πόθο.
—–
Το σίδερο χιλιόβαρο μάς δένανε τα χέρια….
Απόγνωση φριχτή στο φυλλοκάρδι των ραγιάδων.
Χρόνο – το χρόνο βάθαινε τ’ αβάσταχτο σκοτάδι,
Είχε σβηστεί για πάντοτε τ’ αστέρι του Βυζάντιου,
αφού πιο πριν εθάμπωσε η λάμψη του τον κόσμο,
Μονάχα λαδοκάντηλα χλωμά, δειλά, και λίγα
φωτίζανε τη νύχτα την πηχτή της Ρωμιοσύνης.
οι γέροντες συνδάβλιζαν τη χόβολη της Πίστης….
—–
Αφού τού φοίνικα και το στερνό φτεράκι εκάη,
και νόμισες εχάθηκαν και δεν θα ξαναζήσουν
των Αχαιών οι γόνοι, ξάφνου απλώθηκε ολούθε
κάτι σαν σκίρτημα, μια προσμονή στα πάντα γύρω.
-Η Αβγή θε να ‘ρθει, -Δεν μπορεί, θα φύγει το σκοτάδι…
Φωνές, φωνές αξάφνου ακουσμένες, αξάφνου ξυπνημένες
ελπίδων σπίθες άναβαν. Μια προσμονή…. Ο όρθρος.
Κι εωθινός κορυδαλλός εσύ τιτάνα Ρήγα.»
Εβλογημένη η ώρα, πούβλεπες το φως του γήλιου !
Ήσουνα μια ψυχή φερμένη από των Ηλυσίων
τα θεϊκά λιβάδια. Όμηρος αναστημένος.
Ηρώων πράξεις, δόξες, δεν είχες να υμνήσεις.
Ήρθες να πλάσεις ήρωες, της Λεφτεριάς λυράρη.
Αχτίδα πρώτη τού ολόλαμπρου, μελλούμενου ήλιου.
Ο Πρόδρομος τής Λεφτεριάς, τ’ αστέρι, ο Προφήτης.
—–
Σαν χείμαρρος, σαν άνεμος ξεχύθη το τραγούδι.
Στο φλογερό σου κάλεσμα αποκρίνονται χτυπώντας
Οι δύστυχες καρδιές των αλυσόδετων ραγιάδων.
Ματιές αστράφτουν και παλλαϊκές ξυπνούνε μνήμες.
Η Ελλάδα σύγκορμη ριγά στο άκουσμα του τέκνου της.
Οι ώρες της σκλαβιάς πεθαίνουν, πάνε, λιγοστέβουν…..
—–
Και ο τύραννος είν’ κραταιός ακόμη, και θεριεύει.
Απλώνει τα πλοκάμια του τον ήρωα να πνίξει.
Φρικτά σκοτώνουν το κορμί αλλ’ η ψυχή αιώνια.
Σ’ ένα κορμί δεν μένει, καθ΄ Έλληνας και Ρήγας,
κάθε χαρτί και Θούριος. Απ’ άκρο σ’ άκρο ψάλλουν,
η θάλασσα, πουλιά, καμπάνες και καρδιές ραγιάδων….
«Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή»
Γιάννης Κόντος, ομότιμος καθηγητής ΕΚΠΑ




