Μετά τον θάνατό τους, οι Άγιοι έχουν επίγνωση ότι είναι Άγιοι. Αυτό αποδεικνύεται εύκολα από αυτά που λένε στις εμφανίσεις τους. Δεν είναι ασυνήθιστο να αποκαλύπτουν την ταυτότητά τους με ευθύ τρόπο, λέγοντας «Εγώ είμαι ο Άγιος (τάδε)». Ας δώσουμε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα. Αντιγράφω από το βιβλίο: Ασκητές μέσα στον κόσμο, τόμος Α, Άγιον Όρος, 2008, σελ. 81-82:
«Μια ημέρα αρρώστησε με υψηλό πυρετό. Ήταν μικρό παιδί, μόνο του στο σπίτι. Πήγε να πιει νερό και η στάμνα ήταν άδεια. Ξάπλωσε, έκλαιγε με λυγμούς και έλεγε: «Γιατί να μην έχω και εγώ την μαννούλα μου;». Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα του δωματίου, βλέπει έναν ιερέα με πετραχήλι να του χαμογελά και να τον χαϊδεύει στο μέτωπο.
Του λέει ο μικρός:
-Ποιός είσαι εσύ, δεν είσαι δικός μας ιερέας. Τους ξέρω όλους.
-Σωστά λες, Κωσταντή. Εγώ είμαι αυτός, και του έδειξε την εικόνα του αγίου Νικολάου που είχαν στο σπίτι. Η μητέρα του ευλαβείτο πολύ τον Άγιο. Ο μικρός λέει:
-Αυτός είναι ο άγιος Νικόλαος, μου έλεγε η μητέρα μου.
-ΝΑΙ, ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ και ήρθα για να σε βοηθήσω, μη κλαις.
-Έχω πυρετό και διψώ αλλά η στάμνα δεν έχει νερό.
-Σήκω να δεις, η στάμνα είναι γεμάτη νερό. Απόρησε ο μικρός που την είδε γεμάτη. Ήπιε νερό, αμέσως έπεσε και ο πυρετός.»
Δεν τίθεται ζήτημα για το αν, ΜΕΤΑ τον θάνατό τους (την κοίμησή τους), οι Άγιοι γνωρίζουν ή όχι πως είναι Άγιοι. ΤΟ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΓΙΟΙ. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν κάποιος Άγιος μπορεί να το γνωρίζει αυτό ΠΡΙΝ ακόμα πεθάνει.
Για την Παναγία είναι γνωστό: «ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί» (Λουκ, 1, 48). Μιλά η ίδια για τον εαυτό Της. Το γνώριζε. Αλλά η Παναγία είναι Υπερ-αγία. Ένας «συνηθισμένος» Άγιος θα μπορούσε άραγε να αποκτήσει, εν ζωή, την γνώση της ίδιας του της αγιότητας;
Ας δούμε σε ποία βάση στηρίζεται η φράση «ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ» που είδαμε προηγουμένως. Πώς μπορεί να το πει; Δεν θα εκπέσει από την αγιότητα όχι απλώς αν το πει, αλλά και μόνο να το σκεφθεί; Όχι, βέβαια, αφού δεν μπορεί πια να εκπέσει (πρόκειται για κεκοιμημένο Άγιο). Δεν μπορεί ούτε να αμαρτήσει, αφού έχει περάσει στο χώρο της αναμαρτησίας. Δεν υπάρχει πια κανένα ίχνος του «παλαιού ανθρώπου» μέσα του. Δρα μόνον με τη χάρη του Θεού. Η ίδια η χάρη του Αγίου Πνεύματος του δίνει την επίγνωση της αγιότητας.
Το άπτωτο και την αναμαρτησία μπορεί να λάβει και ένας Άγιος που βρίσκεται ακόμη εν ζωή (βλ. προηγούμενα σχετικά άρθρα). ΑΡΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΝΕΝΑ ΕΜΠΟΔΙΟ ΝΑ ΛΑΒΕΙ ΕΝ ΖΩΗ (ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ) ΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ ΤΗ ΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ. Την γνώση αυτή δεν την λαμβάνει από τον εαυτό του. Δεν είναι δική του εκτίμηση, δεν είναι δικός του συλλογισμός. Είναι ένας φωτισμός του Αγίου Πνεύματος. Ο Θεός μαρτυρεί, όχι ο άνθρωπος. Το «απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος» του Αποστόλου Παύλου (Β Τιμ, 4, 8) σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται.
Ωστόσο κι αν ακόμη ένας Άγιος έχει λάβει το άπτωτο και την αναμαρτησία, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχει λάβει και την επίγνωση της αγιότητάς του (το να γνωρίζει, δηλαδή, ότι είναι Άγιος). Αυτή η επίγνωση απαιτεί μια επιπρόσθετη αποκάλυψη του Αγίου Πνεύματος. Είδαμε ότι ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΕΜΠΟΔΙΟ, εφόσον βέβαια ο άνθρωπος είναι άξιος και έτοιμος για κάτι τέτοιο. ΩΣΤΟΣΟ Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΥ ΤΕΛΙΚΑ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ: Θα χορηγήσει τη γνώση αυτή την ώρα του θανάτου ή νωρίτερα;
Απʼ ό,τι φαίνεται, ο Θεός επιλέγει συνήθως την ώρα του θανάτου του Αγίου. Ωστόσο ορισμένοι μάρτυρες έλαβαν την (εκ Θεού) πληροφορία ότι ο Θεός τους κατέταξε στη τάξη των μαρτύρων (και επομένως έλαβαν την επίγνωση της αγιότητας, αφού οι μάρτυρες είναι Άγιοι) ΛΙΓΟ ΠΡΟΤΟΥ πεθάνουν. Δηλαδή ΕΝ ΖΩΗ.
Ας σταθούμε πάλι σε αυτό το σημείο. Η επίγνωση της αγιότητας είναι αποτέλεσμα της χάριτος του Θεού, όχι αποτέλεσμα του θανάτου. Ο θάνατος είναι απλώς η απώλεια μιας συνιστώσας της ανθρώπινης ύπαρξης (του σώματος). Η ψυχή μετά τον θάνατο παραμένει στην ίδια πνευματική κατάσταση που βρισκόταν και πριν τον θάνατο. Το «χάσμα» που φανταζόμαστε εμείς ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο είναι, στην ουσία, ανύπαρκτο. Η ψυχή δεν αλλάζει.
Ακολουθεί μια μαρτυρία ενός Αγίου που φαίνεται να έλαβε ΕΝ ΖΩΗ την επίγνωση της αγιότητάς του. Η ιστορία είναι από το Γεροντικό.
Είπε κάποιος στον Αββά Ιωάννη τον Πέρση: «Τόσο κόπο κάμαμε για τη βασιλεία των ουρανών. Άρα πρόκειται να την κληρονομήσουμε;». Και είπε ο γέρων: Εγώ πιστεύω ότι θα κληρονομήσω την άνω Ιερουσαλήμ, την απογραμμένη στους ουρανούς. Γιατί αξιόπιστος είναι Αυτός οπού υποσχέθηκε. Και γιατί να απιστήσω; Φιλόξενος σαν τον Αβραάμ έγινα, πράος σαν τον Μωυσή, άγιος σαν τον Ααρών, υπομονετικός σαν τον Ιώβ, ταπεινόφρων σαν τον Δαυίδ, ερημίτης σαν τον Τίμιο Πρόδρομο, πενθικός σαν τον Ιερεμία, διδάσκαλος σαν τον Παύλο, πιστός σαν τον Πέτρο, σοφός σαν τον Σολομώντα. Και πιστεύω σαν τον ληστή, ότι Εκείνος οπού μου τα χάρισε αυτά από τη δική του αγαθότητα, και τη βασιλεία θα μου παράσχη».
Αν ο Αββάς Ιωάννης ο Πέρσης ζούσε στις ημέρες μας και έλεγε τέτοια λόγια, θα τον είχαμε… ξεσχίσει στις κατηγορίες για ολοφάνερη υπερηφάνεια, ενώ, τώρα, που αυτά τα λόγια τα βρίσκουμε γραμμένα στο Γεροντικό, ίσως αντιλαμβανόμαστε ότι πρόκειται για λόγια του Αγίου Πνεύματος. Η πραγματική αξιολόγηση του αν ένας λόγος εμπεριέχει ή όχι υπερήφανο πνεύμα γίνεται με βάση την διόραση (όπως είχαμε ονομάσει την διάκριση σε προηγούμενο άρθρο). Η χρήση άλλων κριτηρίων ισοδυναμεί με επιφανειακή αξιολόγηση και ανακλά το δικό μας χαμηλό πνευματικό επίπεδο αξιολόγησης.
Όταν ο Χριστός έλεγε ΜΗ ΚΡΙΝΕΤΕ ΚΑΤʼ ΟΨΙΝ, ΑΛΛΑ ΤΗΝ ΔΙΚΑΙΑΝ ΚΡΙΣΙΝ ΚΡΙΝΑΤΕ (Ιωαν, 7, 24), αυτό ακριβώς εννοούσε. Η «δίκαιη κρίση» είναι η αξιολόγηση που δίνει το Άγιο Πνεύμα μέσω της διακρίσεως / διοράσεως. Αν αυτό δεν το αντιλαμβανόμαστε και δεν το αποδεχόμαστε έστω στα λόγια (δεν λέω καν να το βιώνουμε κιόλας), τότε είμαστε μακριά από τον αληθινό χριστιανισμό. Δεν έχουμε καταλάβει τίποτε ακόμη. Κινούμαστε στην επιφάνεια, αγνοώντας την ουσία της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης.
Αυτά που παραθέσαμε είναι η «στερεά τροφή» για την οποία μιλά ο απόστολος Παύλος (Εβρ, 5, 12-14). Λίγοι μπορούν να την μασήσουν, αλλά ωφέλεια μπορεί να προκύψει για όλους, όσους τουλάχιστον αποδέχονται, με προδιάθεση ταπείνωσης, ότι τα πνευματικά αυτά μέτρα τους ξεπερνούν. Άλλωστε από εκεί ξεκίνησαν κι εκείνοι που τα έφθασαν.








