Τοῦ Δημητρίου Χατζηνικολάου, πρ. Ἀν. Καθηγητοῦ Οἰκονομικῶν τοῦ Παν/μίου Ἰωαννίνων
Εἰσαγωγή
Τό παρόν ἄρθρον συμπληρώνει τρία προηγούμενα ἄρθρα μου, ὅπου ἀπεδείχθη ὅτι μερικοί «ἀντι-οικουμενισταί», ὅπως οἱ πατέρες Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος (1989+), Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς, Θεόδωρος Ζήσης, Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος, Ματθαῖος Vulcanescu, Εὐγένιος, Σάββας Λαυριώτης κ.ἄ., προκειμένου νά πολεμήσουν τούς Ὀρθοδόξους τοῦ Πατρῴου Ἑορτολογίου (π.ἑ.), κηρύττουν ἕκαστος τοὐλάχιστον μίαν ἀπό τάς ἑξῆς τρεῖς αἱρέσεις: (1) τοῦ «Δυνητισμοῦ», (2) τοῦ νέου ἑορτολογίου (ν.ἑ.), καί (3) ὅτι οἱ αἱρετικοί «ἐπίσκοποι» εἶναι «κανονικοί». Ἔτσι, ἡ ζημία πού κάμνουν εἰς τόν ἀντι-οικουμενιστικόν χῶρον εἶναι πολύ μεγαλυτέρα τοῦ ὀφέλους τῶν ἀντι-οικουμενιστικῶν κηρυγμάτων των, διότι οὐσιαστικῶς καταντοῦν σύμμαχοι τῶν Οἰκουμενιστῶν!
Σημειωθήτω, πρῶτον, ὅτι ὑπάρχει σημαντική ἐπικάλυψις μεταξύ τοῦ παρόντος καί τῶν ὡς ἄνω τριῶν ἄρθρων. Δεύτερον, ἡ κυρία διαφορά τῆς παρούσης ἐκδόσεως τοῦ ἄρθρου ἀπό τήν προηγουμένην (Μάρτιος 2026) εἶναι ὅτι αὐτή περιλαμβάνει ἐπιλέον τινά στοιχεῖα. Τρίτον, διά τό κίνημα τοῦ π.ἑ. τό ἄρθρον περιορίζεται εἰς τό χρονικόν διάστημα 1924-1935, ἑστιάζον εἰς τήν ἀποτείχισιν τοῦ 1924 καί εἰς τάς χειροτονίας τοῦ 1935. Τέταρτον, δέν συμπορεύομαι μέ καμμίαν «παράταξιν» τοῦ π.ἑ. Κατά τήν περίοδον 1999-2017 ἠκολούθουν τήν Σύνοδον τοῦ Χρυσοστόμου (νῦν Καλλινίκου), ἀπό τήν ὁποίαν ἀπετειχίσθην λόγῳ τῆς ὑπαγωγῆς της εἰς τόν Ν. 4301/2014 καί τῆς ἱδρύσεως Θρησκευτικῶν Νομικῶν Προσώπων (ΘΝΠ).
Ἡ αἵρεσις τοῦ «Δυνητισμοῦ»
«Ἀντι-οικουμενισταί» τινες κηρύττουν τήν αἵρεσιν τοῦ «Δυνητισμοῦ», ὅτι δηλαδή ἡ ἀποτείχισις ἀπό μή κεκριμένους αἱρετικούς εἶναι δῆθεν προαιρετική, ἐνῷ, συμφώνως μέ τήν Ἁγ. Γραφήν καί τούς Ἁγ. Πατέρας (ὅπως π.χ. τόν Ἅγιον Μελέτιον τόν Γαλησιώτην), εἶναι ὑποχρεωτική καί δή δόγμα πίστεως (βλ. https://orthodox-voice.blogspot.com/2025/07/blog-post_66.html). Κύριος ἐκφραστής αὐτῆς τῆς αἱρέσεως ὑπῆρξεν ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος (βλ. Τά Δύο Ἄκρα: Οἰκουμενισμός καί Ζηλωτισμός, Ἱ. Ἡσυχαστήριον Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζῆνος, Ἀθῆναι, 1997, σ. 75-76). Ὁ «Δυνητισμός» εἶναι «δεκανίκι» τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί εὐθύνεται διά τήν ταχεῖαν ἐξάπλωσίν του, καθώς καί διά τήν πτῶσιν πολλῶν «κάστρων τῆς Ὀρθοδοξίας», ὅπως τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἀλλά καί διά τήν παραμονήν εἰς τήν αἵρεσιν πολλῶν ἐκλεκτῶν ψυχῶν, ἀκόμη καί «ὀγκολίθων τῆς Ὀρθοδοξίας», ὅπως τοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ (+2019), τοῦ ἐξαιτερικοῦ Θεολόγου-Φιλολόγου Νικολάου Σωτηροπούλου (+2014) κ.ἄ.
Σημειωτέον ὅτι, πρῶτον, Οἰκουμενισταί τινες (ὅπως π.χ. ὁ «ἀρχιεπίσκοπος» Κύπρου Γεώγιος, ὁ «Φλωρίνης» Εἰρηναῖος κ.ἄ.) χαρακτηρίζουν τήν ἀποτείχισιν «αἵρεσιν», γεγονός πού τούς καθιστᾶ αἱρετικούς κ α ί διά τόν ἐπιπλέον αὐτόν λόγον. Δεύτερον, «ἀντι-οικουμενισταί» τινες (ὅπως ὁ π. Σάββας, βλ. https://www.youtube.com/watch?v=ogrgW5a97NU, λεπτόν 24:30-24:35) καίτοι ἀπορρίπτουν λεκτικῶς τόν «Δυνητισμόν», ἐν τούτοις ἀποδέχονται τάς «ἁγιοκατατάξεις» προσώπων πού ἐκοινώνουν ἐν γνώσει μέ τούς Οἰκουμενιστάς καί τούς ἐνεκωμίαζον (https://www.youtube.com/watch?v=ogrgW5a97NU, λεπτόν 24:15-24:20), διό καί «ἁγιοκατετάγησαν», κατά τό «δόξαν παρ’ ἀλλήλων λαμβάνοντες» (Ἰω. 5:44). Νομίζω ὅτι αὐτή εἶναι ἡ πλέον ἀκραία μορφή «Δυνητισμοῦ», διότι ἀποτρέπει τόν πιστόν ἀπό τήν ἀποτείχισιν: Ἄν δύναταί τις ν’ «ἁγιάσῃ» τελῶν ἐν κοινωνίᾳ μέ τήν αἵρεσιν, καί δή ἐν γνώσει, τότε πρός τί ἡ ἀποτείχισις;
Ἡ αἵρεσις τοῦ νέου ἑορτολογίου (ν.ἑ.)
Τινές τῶν πολεμίων τοῦ π.ἑ. κηρύττουν τήν αἵρεσιν τοῦ νέου ἑορτολογίου (ν.ἑ.), τό ὁποῖον: (1) εἰσήχθη εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν μέ στόχον τήν ὑποταγήν Της εἰς τόν «πάπαν»ˑ (2) εἰσήχθη χωρίς Πανορθόδοξον συμφωνίαν, χωρίς νά ὑπάρχῃ ποιμαντική ἀνάγκη καί παρά τήν καταδίκην του ἀπό Πανορθοδόξους Συνόδους (16ος αἰών)ˑ (3) κατήργησεν ἐν τοῖς πράγμασι ἱ. Κανόνας Οἰκ. Συνόδων, ὅπως τόν 37ον τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου (ἐπικυρωθέντος ὑπό τοῦ 2ου τῆς ΣΤ’ Οἰκουμενικῆς), ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει εἰς τούς Ὀρθοδόξους νά ἐπιδιώκουν τόν συνεορτασμόν τῶν Χριστιανικῶν ἑορτῶν μέ αἱρετικούς, καθώς καί τόν 56ον τῆς ΣΤ’ Οἰκουμενικῆς, ὁ ὁποῖος θέλει νά ἐπικρατῇ μία ἑορτολογική τάξις παγκοσμίωςˑ καί (4) ἀνεμένετο μέ βεβαιότητα ὅτι θά προεκάλει σχίσμα, ὅπως καί προεκάλεσε, γεγονός πού ἔβλαψε τό δόγμα τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖον ἔχει τρία γνωρίσματα: κοινή πίστις, κοινή λατρεία καί κοινή διοίκησις (Δογματική Χ. Ἀνδρούτσου, Δʹ Ἔκδ., «Ἀστήρ», Ἀθῆναι, 1992, σ. 274). Τά τέσσαρα αὐτά γεγονότα θεωρούμενα ἀ π ό κ ο ι ν ο ῦ ὁρίζουν τό «ἡμερολογιακόν ζήτημα» (https://www.triklopodia.gr/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CF%87%CE%B1%CF%84%CE%B6%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%AC%CE%BF%CF%85-%CF%84%CF%8C-%E1%BC%A1%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3/). Ἀντί τοῦ ὅρου «ἡμερολογιακόν ζήτημα», ὅμως, οἱ πολέμιοι τοῦ π.ἑ. χρησιμοποιοῦν τάς λέξεις «ἡμερολόγιον», «13 ἡμέραι» κ.ἄ., διά νά ὑποβαθμίσουν τό θέμα, ἀφαιροῦντες ἀπό αὐτό τήν δογματικήν του διάστασιν, ἀποσυνδέοντες αὐτό ἀπό τήν αἵρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί παρουσιάζοντες αὐτό ὡς θέμα ἐπιλογῆς ἑνός δῆθεν ἀκριβεστέρου ἡμερολογίου! Ἐπίσης, ὁμιλοῦν διά τό «ἀδύνατον» τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ π.ἑ. (Τά Δύο Ἄκρα, ἔ.ἀ., σ. 88) καί ἐπικρίνουν τήν ψευδο-σύνοδον τοῦ Κολυμβαρίου (2016) ἐπειδή δέν ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος διά νά τό «λύσῃ» (π. Θ. Ζήσης), προφανῶς μέ τήν ἀποδοχήν τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου (βλ. Τμῆμα 4).
Ἀλλ’ ἡ κραυγή «μᾶς φράγκεψαν» τῶν Ὀρθοδόξων τοῦ 1924 μαρτυρεῖ ὅτι ὁ εὐσεβής λαός ὀρθῶς ἀντελήφθη τότε ὅτι τό θέμα εἶναι δογματικόν, ὡς ἀρρήκτως συνδεδεμένον μέ τόν Οἰκουμενισμόν καί τήν διάσπασιν τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὀρθῶς ἀπεφάνθησαν τό Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων, ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Φώτιος καί πολλοί Θεολόγοι (ὅπως ὁ Καθ. Γρηγόριος Παπαμιχαήλ), ὅτι τό ν.ἑ. — ὄχι μόνον τό Γρηγοριανόν, ἀλλά καί τό «διωρθωμένον Ἰουλιανόν» — πάσχει καί ἀπό δογματικῆς ἀπόψεως (Ἅπαντα πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου, ‘Ι.Μ. Ἁγ. Νικοδήμου Ἑλληνικοῦ Γορτυνίας, 1997, τ. Α´, σ. 377, καί περιοδικόν Πάνταινος, 1910, ἀρ. 39, σ. 624-628, http://digital.lib.auth.gr/record/146308/files/5471_1.pdf).
Παρά ταῦτα, οἱ πολέμιοι τοῦ π.ἑ., διαστρέφοντες τήν ἀλήθειαν, ἰσχυρίζονται ὅτι οἱ τοῦ π.ἑ. δῆθεν ἀνήγαγον τό Ἰουλιανόν ἡμερολόγιον — «αὐτό καθ’ ἑαυτό» — εἰς δόγμα πίστεως(!), προσέδωκαν εἰς αὐτό μίαν «ἱεροπρέπειαν» καί οὕτως ὡδηγήθησαν εἰς μίαν «ἰδιότυπον εἰδωλολατρείαν»(!) (Τά Δύο Ἄκρα, ἔ.ἀ., σ. 83-86, καί π. Ε. Τρικαμηνᾶ Ἡ Διαχρονική Συμφωνία τῶν Ἁγίων Πατέρων γιά τό Ὑποχρεωτικό τοῦ 15ου Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου περί Διακοπῆς Μνημονεύσεως Ἐπισκόπου Κηρύσσοντος ἐπ’ Ἐκκλησίας Αἵρεσιν, DeGiorgio, Τρίκαλα, 2012, σ. 230-235 καί 243). Μία προσφιλής τακτική ὅλων αὐτῶν τῶν διαστρεβλωτῶν τῆς ἀληθείας εἶναι νά γενικεύουν ἀνοήτους ἀπόψεις μεμονωμένων ἀτόμων εἰς ὁλόκληρον τόν πληθυσμόν τοῦ π.ἑ. (Δι’ ἕν χαρακτηριστικόν παράδειγμα, βλ. π. Ε. Τρικαμηνᾶ, ἔ.ἀ., σ. 231.) Ὅπως διδάσκει ἡ Ἐπιστήμη τῆς Στατιστικῆς, ὅμως, ἡ μεροληπτική ἐπιλογή τοῦ δείγματος (sample selection bias) ἀναποδράστως ὁδηγεῖ εἰς ἐσφαλμένα συμπεράσματαˑ καί ἐν προκειμένῳ, εἰς ψευδεῖς αἰτιάσεις κατά τῶν Ὀρθοδόξων τοῦ π.ἑ.
Ἡ ἐκκλησιολογική αἵρεσις ὅτι οἱ αἱρετικοί «ἐπίσκοποι» εἶναι «κανονικοί»
Τέλος, οἱ πολέμιοι τοῦ π.ἑ. κηρύττουν καί τήν ἐκκλησιολογικήν αἵρεσιν ὅτι οἱ μή κεκριμένοι σχισματικοί/αἱρετικοί «ἐπίσκοποι» πού κατέχουν τούς ἱστορικούς θρόνους εἶναι «κανονικοί»! Αὐτό ἀποτελεῖ δογματικόν σφάλμα, διότι, πρῶτον, οἱ ἱ. Κανόνες τούς θεωροῦν «ψευδεπισκόπους», ἤτοι «ἱερεῖς μέν λεγόμενοι μή ὄντες δέ» (Ζʹ Οἰκ. Σύνοδος, Πρᾶξις Ζ’, Πρακτικά τῶν Ἁγίων καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Ἔκδ. Καλύβης Τιμίου Προδρόμου Ἱερᾶς Σκήτης Ἁγίας Ἄννης, Ἅγιον Ὄρος, τ. Γʹ, σ. 873, καί ΙΕ’ Κανών τῆς ΑΒʹ Συνόδου). Δεύτερον, κατά τόν Δοσίθεον Ἱεροσολύμων (Δωδεκάβιβλος, βιβλίον Ζ’, Κεφ. Η’, τ. 4, σ. 116), ὁ «πατριάρχης» Βαρθολομαῖος, ὡς αἱρετικός, «δέν εἶναι οὔτε Πατριάρχης, οὔτε Ἐπίσκοπος οὔτε κἄν μέρος τῆς Ἐκκλησίας», ὅπερ συνάδει μέ τήν ἐκκλησιολογίαν τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ: «Οἱ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τῆς ἀληθείας εἰσί καὶ οἱ μὴ τῆς ἀληθείας ὄντες, οὐδὲ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἰσὶ» («Ἀναίρεσις Γράμματος Ἰγνατίου Ἀντιοχείας», Ε.Π.Ε. 3). Τρίτον, ὁ Βαρθολομαῖος, ὡς αἱρετικός, δέν ἔχει κἄν ἀποστολικήν διαδοχήν (Δογματική Χ. Ἀνδρούτσου, ἔ.ἀ., σ. 281-282)! Παρά ταῦτα, ὁ π. Σάββας Λαυριώτης τονίζει εἰς πᾶσαν περίστασιν ὅτι ὁ Βαρθολομαῖος εἶναι ὁ «κανονικός ἐπίσκοπος» τοῦ Ἁγίου Ὄρους!
Οἱ ὀπαδοί τῆς ὡς ἄνω αἱρέσεως ἰσχυρίζονται ὅτι ἄν Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι σπεύσουν νά ποιμάνουν τόν λαόν εἰς ἐπαρχίας ὅπου ὑπάρχουν ἐγκατεστημένοι αἱρετικοί/σχισματικοί «ἐπίσκοποι» — ὅπως συμβαίνει σήμερον εἰς ὁλόκληρον τήν οἰκουμένην –, θά δημιουργήσουν σχίσμα (https://www.youtube.com/watch?v=ogrgW5a97NU, λεπτά 5:50-6:10)! Ἄν π.χ. ἕν κίνημα Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων ἀπεπειρᾶτο νά ἐγκαταστήσῃ εἰς τήν Κων/λιν Ὀρθόδοξον Πατριάρχην, ὁ π. Σάββας θά ἐθεώρει τό κίνημα αὐτό σχισματικόν! Ἡ ἀντιπατερική αὐτή θεώρησις δείχνει πόσον μικράν ἰδέαν ἔχει ὁ π. Σάββας διά τήν Ὀρθοδοξίαν καί πόσον μεγάλην ἰδέαν διά τούς θρόνους, τούς ὁποίους προστατεύει, ἄν καί γνωρίζει ὅτι ἀπό τάς ἀρχάς τοῦ 20οῦ αἰῶνος, αὐτοί καταλαμβάνονται παγκοσμίως μέ ὑποδείξεις τῆς Μασονίας καί τοῦ διεθνοῦς Σιωνισμοῦ!
Ὁ π. Σάββας καί οἱ ὁμόφρονες αὐτοῦ, προκειμένου νά ὑποστηρίξουν αὐτήν τήν αἵρεσιν, ἐπικαλοῦνται τούς ἱ. Κανόνας πού ἀπαγορεύουν τήν εἰσπήδησιν Ἐπισκόπων εἰς ξένας δικαιοδοσίας (14ος Ἀποστολικός, 15ος τῆς Α’ Οἰκ. Συνόδου κ.ἄ.), καθώς καί τήν συνύπαρξιν δύο Ἐπισκόπων εἰς τήν αὐτήν Ἐπισκοπήν (8ος τῆς Α’ Οἰκ. Συνόδου, 16ος τῆς ΑΒʹ κ.ἄ.). Βεβαίως, οἱ ἱεροί αὐτοί Κανόνες πρέπει νά τηρῶνται ἀπαρασαλεύτως ὅταν ὑπάρχῃ εἰρήνη εἰς τήν Ἐκκλησίαν καί τούς θρόνους κατέχουν Ὀρθόδοξοι Ἑπίσκοποι. Ὅταν, ὅμως, ἐν καιρῷ αἱρέσεως ἤ διωγμοῦ τῆς Ἐκκλησίας, ὁλόκληρος ἡ διοικοῦσα ἱεραρχία εἶναι αἱρετική ἤ σχισματική, δηλαδή «ἀγέλη λύκων» μή φειδομένων τοῦ ποιμνίου (Πρ. 20:29-30), τότε αἱ «παραβιάσεις» τῶν ἐν λόγῳ Κανόνων πού στοχεύουν εἰς τήν ὠφέλειαν τῆς Ἐκκλησίας, ἐν προκειμένῳ εἰς τήν ἀντικατάστασιν τῆς αἱρετικῆς «ἱεραρχίας» ὑπό Ὀρθοδόξου τοιαύτης, πρέπει νά ἐπαινῶνται καί ὄχι νά κατακρίνωνται, ἐφόσον «ἐξ ἀνάγκης καὶ νὸμου μετάθεσις γίνεται» (Ἑβρ. 7:12, ἡ ἔμφασις προσετέθη)! Ὁ Δοσίθεος γράφει:
Σημείωσαι ὅτι ὁ Ἀντιοχείας Μελέτιος, καί οἱ τότε Ἐπίσκοποι οἱ μεταθέντες τόν ἅγιον Γρηγόριον εἰς Κωνσταντινούπολιν, τόν Κανόνα τόν κωλύοντα τήν μετάθεσιν ἐγίνωσκον ὅτι ἐποίησαν αὐτόν οἱ πατέρες διά τούς ὑπερηφάνους, τούς διά κενοδοξίαν πηδῶντας ἀπό θρόνου εἰς θρόνον, καθώς ἦσαν τό παλαιόν πολλοί τοιοῦτοι Αἱρετικοί, οἵ ὑπεκρίνοντο Εὐσέβειαν, καί δεχόμενοι ὡς ὀρθόδοξοι, ἐπλάνων τόν λαόν τοῦ Θεοῦ. Οὐ μήν ὁ Κανών ἐμποδίζει καί τά οἰκονομικῶς καί ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς Ἐκκλησίας γινόμενα, διά τοῦτο εἶπον τινές γλαφυρώτερον, ὅτι ὁ Κανών τήν μετάβασιν τήν οὖσαν ἐπιβατικήν δηλονότι, καί οὐ τήν μετάθεσιν τήν οὖσαν διά χρείαν ἀναγκαίαν ἐκώλυσεν … καί ὁ θεῖος Ἀθανάσιος, Εὐσέβιος καί Βασίλειος ἐχειροτόνησαν παρ’ ἐνορίαν, καί δή καί ὁ Ἐπιφάνιος εἰς Κωνσταντινούπολιν, καί εἰς Ἱεροσόλυμα τόν ἀδελφόν τοῦ Ἱερωνύμου (Δωδεκάβιβλος, τ. 2, σ. 16-19, Βιβλ. Γ’, Κεφ. Β’, Παρ. Γ’ καί Δ’, ἡ ἔμφασις προσετέθη).
Τό παράδειγμα τῆς μεταθέσεως τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου εἰς Κων/λιν ἀποτελεῖ καταπέλτην κατά τῆς ἐν λόγῳ αἱρέσεως, διό οἱ πατέρες Εὐθύμιος καί Εὐγένιος προσπαθοῦν νά τό ἀκυρώσουν. Ὁ πρῶτος ἔγραψεν ὅτι «ὁ ἅγιος δέν ἦλθε διά νά κάνῃ τόν Ἐπίσκοπο εἰς τήν πρωτεύουσα» (ἔ.ἀ., σ. 250), ἐνῷ ὁ δεύτερος ἰσχυρίσθη ὅτι ἐφόσον ὁ Δημόφιλος εἶχε καθαιρεθῆ ἀπό τήν ἐν Ἀριμίνῳ Σύνοδον (359 μ.Χ.), ὁ θρόνος τῆς Κων/λεως τό ἔτος 370, ὅταν ὁ Ἀντιοχείας Μέγας Εὐστάθιος ἐχειροτόνησε τόν Εὐάγριον, θά πρέπῃ, ἐξ Ὀρθοδόξου ἐπόψεως, νά θεωρηθῇ ὅτι διετέλει ἐν χηρείᾳ, παρά τό γεγονός ὅτι ὁ Δημόφιλος εἶχεν ἀποκατασταθῆ ἀπό τήν ἐν Νίκῃ τῆς Θράκης Σύνοδον, καί παρά τό γεγονός ὅτι τό 370 μ.Χ., πρίν ἀπό τήν χειροτονίαν τοῦ Εὐαγρίου, οἱ Ἀρειανοί τόν ἐχειροτόνησαν πατριάρχην Κων/λεως (https://orthodox-voice.blogspot.com/2025/06/2025.html). Τά μέν γεγονότα εἶναι αὐτά πού περιγράφει ὁ π. Εὐγένιος (Δωδεκάβιβλος, τ. 1, σ. 419-420, Βιβλ. Β’, Κεφ. Ι’, Παρ. Α’· 454-455, Βιβλ. Β’, Κεφ. ΙΔ’, Παρ. Ε’· καί 477-478, Βιβλ. Β’, Κεφ. ΙΖ’, Παρ. Ζ’), τό δέ συμπέρασμά του εἶναι ἐσφαλμένον διά τούς ἑξῆς δύο λόγους.
Πρῶτον, δέν δύναται νά θεωρηθῇ ἄκυρος ἡ χειροτονία τοῦ Δημοφίλου τό 370, καί ἑπομένως οὔτε ἐν χηρείᾳ ὁ θρόνος τῆς Κων/λεως κατά τήν περίοδον 370-380, διότι «ἀρχαῖον ἦν τό δέχεσθαι τούς ἀπό Αἱρετικῶν χειροτονηθέντας» (Δωδεκάβιβλος, τ. 1, σ. 317, Βιβλ. Β’, Κεφ. Δ’, Παρ. ΣΤ’). Ἐξ ἄλλου, παρά τήν καταδίκην τοῦ Ἀρειανισμοῦ ὑπό τῆς Α’ Οἰκ. Συνόδου (325 μ.Χ.), τό Τριαδικόν Δόγμα δέν εἶχε πλήρως ἀποσαφηνισθῆ πρίν ἀπό τήν Β’ Οἰκ. Σύνοδον (381), λόγῳ τῶν πολλῶν παραλλαγῶν τοῦ Ἀρειανισμοῦ πού εἶχον ἐμφανισθῆ («Ὅμοιοι», «Ἀνόμοιοι», «Ὁμοιούσιοι», «μιᾶς Ὑποστάσεως», «Μακεδονιανοί» κ.ἄ.).
Δεύτερον, ἐάν τό 380 ὁ Δημόφιλος ἐθεωρεῖτο ὄντως καθῃρημένος, ὅπως ὑποστηρίζει ὁ π. Εὐγένιος, ὁ Αὐτοκράτωρ καί Ἅγιος Θεοδόσιος, ὁ ὁποῖος ἐξεδίωξε τόν Δημόφιλον ἐπειδή ἦτο αἱρετικός, δέν θά ἐπεκαλεῖτο τήν αἵρεσιν τοῦ Δημοφίλου διά νά τόν ἐκβάλῃ τοῦ θρόνου, ἀλλ’ ὡς πολιτική ἀρχή καί ἐγγυητής τῆς ἐννόμου τάξεως εἰς τήν Αὐτοκρατορίαν, θά ἐπεκαλεῖτο τήν καθαίρεσιν τοῦ 359 καί θά ἔλεγεν εἰς αὐτόν: «ἐφόσον εἶσαι καθῃρημένος, φύγε ἀπό τόν θρόνον». Ἀντί αὐτοῦ, ὅμως, τοῦ εἶπεν: «ἤ προσθέσθαι τῷ ὁμοουσίῳ ἤ τῆς πόλεως ἐξιέναι· ὅπερ μᾶλλον ἐποίησεν» (Σωκράτους Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, Βιβλ. V, Κεφ. Ζ’, P.G. 67, σ. 573, καί Δωδεκάβιβλος, τ. 2, σ. 15, Βιβλ. Γ’, Κεφ. Β’, Παρ. Β’).
Θά πρέπῃ ἐδῶ νά τονισθοῦν τά ἑξῆς δύο γεγονότα. Πρῶτον, ἐνῷ ὁ Ἅγιος Θεοδόσιος δέν θεωρεῖ τόν Δημόφιλον καθῃρημένον, ἐν τούτοις ἐπιτρέπει εἰς τόν Ἅγιον Γρηγόριον νά λάβῃ τόν θρόνον καί ἐκδιώκει τόν Δημόφιλον ἀπό τήν πόλιν, μέ τήν αἰτιολογίαν ὅτι δέν ἀκολουθεῖ τά ὁρισθέντα ὑπό τῆς Α’ Οἰκ. Συνόδου! Προβαίνει δέ εἰς τήν ἐνέργειαν αὐτήν τό ἔτος 380, χωρίς νά περιμένῃ τήν ἀπόφασιν τῆς ἐπικειμένης τότε νά συγκληθῇ Β’ Οἰκ. Συνόδου, πρώτιστον ἔργον τῆς ὁποίας θά ἦτο ἡ καθαίρεσις τοῦ Δημοφίλου. Τοὐτέστιν, ἡ πολιτική ἀρχή ὑποκατέστησε τήν ἐκκλησιαστικήν καί ἐνήργησεν Ὀρθοδόξως μέ δογματικά κριτήρια, ἐκτιμήσασα ὀρθῶς τήν πνευματικήν ζημίαν πού προκαλοῦν οἱ αἱρετικοί ὅταν κατέχουν τούς θρόνους.
Δεύτερον, ἐνῷ οἱ Αἰγύπτιοι καί οἱ Μακεδόνες Ἐπίσκοποι «ἐψιθύριζον κατά τοῦ Γρηγορίου, προβαλλόμενοι Κανόνα ἐμποδίζοντα τήν μετάθεσιν» (ὅπως κάμνουν σήμερα οἱ ὡς ἄνω διά τούς Ὀρθοδόξους τοῦ π.ἑ.), ὁ Ἅγιος Θεοδόσιος ὄχι μόνον δέν ἐξεδίωξε τόν Γρηγόριον, ἀλλά καί τόν ἐπεβράβευσε, δούς «τάς Ἐκκλησίας πάσας τῆς Κωνσταντινουπόλεως τῷ Θεολόγῳ Γρηγορίῳ, ὅν τινα ὁ Θεός ἔπεμψεν ἀπό τῆς Καππαδοκίας εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν τῷ καιρῷ τῆς ἐπικρατείας τῶν Αἱρετικῶν, καί ἐπειδή οὐκ εἶχον οἱ ὀρθόδοξοι κἄν μίαν Ἐκκλησίαν, αὐτός μετέφερεν οἰκίαν τινά εἰς εὐκτήριον … καί ἐκεῖ εἶχε τήν παλαίστραν τῶν ἀγώνων αὐτοῦ κατά τῶν Αἱρετικῶν» (Δωδεκάβιβλος, τ. 2, σ. 15-16, Βιβλ. Γ’, Κεφ. Β’, Παρ. Β’, ἡ ἔμφασις προσετέθη). Ὁ Δοσίθεος προσθέτει καί τά ἑξῆς: «ἀπέστειλεν ὁ Θεός τόν Θεολόγον Γρηγόριον εἰσηγήσει Βασιλείου τοῦ μεγάλου καί τοῦ Ἀντιοχείας Μελετίου … ὁ Ἀντιοχείας Μελέτιος τῷ Γρηγορίῳ τήν Κωνσταντινουπόλεως προεδρίαν ἐβεβαίωσε, καί ἰδέ πώς ἐν καιρῷ ἀνάγκης ὁ Ἀντιοχείας ἐβεβαίωσε τόν Γρηγόριον εἰς τόν θρόνον Κωνσταντινουπόλεως» (Δωδεκάβιβλος, τ. 1, σ. 455, Βιβλ. Β’, Κεφ. ΙΔ’, Παρ. Ε’, ἡ ἔμφασις προσετέθη). Βλέπομεν καί πάλιν, λοιπόν, ὅτι ἐν καιρῷ διωγμοῦ καί αἱρέσεως, αἱ «παραβιάσεις» τῶν ἱ. Κανόνων πού γίνονται ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πράξεις ἐπαινεταί, ὄχι κατακριτέαι. Ἐπίσης, ὁ Δοσίθεος γράφει:
Σημείωσαι πρῶτον, ὅτι τό παρ’ ἐνορίαν ἐνεργεῖν παράνομόν ἐστίν, ὅθεν ὁ μέγας Βασίλειος, καίτοι σοφώτατος καί ἁγιώτατος ὤν, γνώμην ὅμως ἀπαιτεῖ παρά τοῦ ἱεροῦ Εὐσεβίου, εἰ ἀπροσκριμάτιστόν ἐστι χειροτονεῖν εἰς ἀλλοτρίαν Ἐπαρχίαν ἐν ὥρα ἀνάγκης· δεύτερον, ὅτι δίκαιον ὑπάρχει ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης βοηθεῖν ταῖς πολεμουμέναις ἤ θλιβομέναις Ἐκκλησίαις, καί χειροτονεῖν ἐν αὐταῖς Ἐπισκόπους καί Πρεσβυτέρους, καί σχεδόν ἐνεργεῖν ἐν αὐταῖς ὡς ἴδιοι Ἐπίσκοποι, ὡς ἐποίησαν οἱ ἅγιοι Εὐσέβιος καί Ἀθανάσιος (Δωδεκάβιβλος, τ. 1, σ. 500-502, Βιβλ. Β’, Κεφ. ΙΘ’, Παρ. Α’ – ΣΤ’, ἡ ἔμφασις προσετέθη).
Ἀλλά καί ὁ Ἅγιος Ἰ. Χρυσόστομος προέβη εἰς πολλάς ὑπερορίους καθαιρέσεις καί χειροτονίας Ἐπισκόπων καί, ἐνῷ κατηγορήθη διά τοῦτο, ἐν τούτοις, ἀργότερον, ἡ Δ’ Οἰκ. Σύνοδος δέν τόν κατέκρινε (Δωδεκάβιβλος, τ. 2, σ. 53-54, Βιβλ. Γ’, Κεφ. Δ’, Παρ. Ζ’, καί Πηδάλιον, Ἐκδ. «Ἀστήρ», Ἀθῆναι, 1993, ὑποσ. 1 εἰς τήν ἑρμηνείαν τοῦ ΚΗ’ Καν. τῆς Δ’ Οἰκ. Συνόδου, σ. 207).
Ὥστε, λοιπόν, ἐν καιρῷ διωγμοῦ τῆς Ἐκκλησίας, καί γενικῶς ὅταν ὑπῆρχεν «εὔλογος αἰτία», ἐγίνοντο πολλαί ὑπερόριοι χειροτονίαι καί ἄλλαι πράξεις «παρά Κανόνας», συμφώνως μέ τό Πνεῦμα τοῦ 14ου Ἀπ. Κανόνος, τοῦ ὁποίου τό θέμα εἶναι αἱ μεταθέσεις Ἐπισκόπων. Ὅπως σημειώνει ὁ Σωκράτης, «τοῦτο γάρ πρότερον διά τούς διωγμούς ἐγίνετο ἀδιαφόρως» (Ἐκκλ. Ἱστ., Βιβλ. V, Κεφ. Η’, P.G. 67, σ. 576-580, ἡ ἔμφασις προσετέθη). Ὁ Δοσίθεος τονίζει ὅτι τά «παρά Κανόνας» καί τά «παρ’ ἐνορίαν» γινόμενα ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ εἶναι μέν κατακριτέα ὅταν γίνωνται ἀπό ἀρχομανίαν, φιλοχρηματίαν, ὑπερηφάνειαν, κενοδοξίαν κ.λπ., ἀλλ’ εἶναι ἐπαινετά ὅταν γίνωνται ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως λ.χ. ἐν καιρῷ ἀνάγκης καί διωγμοῦ Της.
Ὁ Δοσίθεος ἀναφέρει καί τά ἑξῆς σημαντικά: «Ἀείποτε ἐν τοῖς μεγάλοις δυστυχήμασιν, ἅπερ ἡ δικαία κρίσις τοῦ Θεοῦ συγχωρεῖ γίνεσθαι εἰς τόν λαόν αὐτοῦ, δίδωσι κατόπιν ἡ ἄπειρος αὐτοῦ εὐσπλαχνία ἱκανήν τήν παρηγορίαν, καί ἔχομεν εἰς τοῦτο μυρία παραδείγματα … ἦλθε φῶς τοῖς ἐν σκότει ἡ ἡγεμονία τοῦ ἰσαποστόλου Κωνσταντίνου … ἐπεδήμησε τό Ἔαρ τοῦ Μεγάλου Θεοδοσίου … ἔφθασεν ἡ εὐδαιμονία τοῦ Ἰουστίνου [σ.σ. τοῦ Θρακός], ἐφ’ οὗ ἐβεβαιοῦντο αἱ τέσσαρες Οἰκουμενικαί Σύνοδοι, ὡς τά τέσσαρα Εὐαγγέλια τιμώμεναι … ἠλευθεροῦντο οἱ ἐξωρισμένοι Ἐπίσκοποι, ἐφυγαδεύοντο οἱ Αἱρετικοί, ἡνοῦτο ἡ Ἐκκλησία» (Δωδεκάβιβλος, τ. 3, σ. 9, Βιβλ. Ε’, Κεφ. Α’, Παρ. Α’, ἡ ἔμφασις προσετέθη). Ἀκούεις, π. Σάββα, ὅτι ὑπάρχουν μύρια παραδείγματα ὅπου οἱ αἱρετικοί ἐφυγαδεύθησαν ἀπό τάς θέσεις των καί δέν ἀφέθησαν νά διαλύουν τήν Ἐκκλησίαν; Ἀντιλαμβάνεσαι τώρα ὅτι τό Πνεῦμα τῶν ἱ. Κανόνων, τό ὁποῖον ἐφήρμοζον ἀνέκαθεν οἱ ἅγιοι, εἶναι νά διαφυλάσσηται ἡ ὀρθή πίστις καί ἡ ἑνότης εἰς τήν Ἐκκλησίαν καί ὄχι νά χρησιμοποιῶνται οἱ ἱ. Κανόνες ὑπέρ τῶν αἱρετικῶν/σχισματικῶν; Βλέπεις ὅτι ὑποστηρίζεις τά ἀκριβῶς ἀντίθετα ἀπό αὐτά διά τά ὁποῖα ἠγωνίζοντο καί ἐκήρυττον οἱ Ἅγιοι Πατέρες;
Οἱ ἱ. Κανόνες ἔχουν θεσπισθῆ διά τήν εὐταξίαν τῆς Ἐκκλησίας καί διά τήν προστασίαν Της ἀπό ταραχοποιούς, σχισματικούς καί αἱρετικούς, ἐνῷ οἱ ὡς ἄνω πολέμιοι τοῦ π.ἑ. τούς ἐπικαλοῦνται διά τήν προστασίαν τῶν αἱρετικῶν/σχισματικῶν, θεωροῦντες τούς μέν Οἰκουμενιστάς ψευδεπισκόπους «κανονικούς» τούς δέ Ὀρθοδόξους «σχισματικούς»! Κατά τήν γνώμην τοῦ γράφοντος, αὐτή ἡ παρανοϊκή ἀντιστροφή τοῦ Δικαίου διά τῆς διαστροφῆς τοῦ Πνεύματος τῶν ἱ. Κανόνων ἀποτελεῖ ἐκκλησιολογικήν αἵρεσιν καί ἐπισύρει τό ἀνάθεμα τῆς παρερμηνείας ἤ/καί διαστροφῆς τῆς διδασκαλίας καί τῆς πράξεως τῶν Ἁγίων: «Τοῖς μή ὀρθῶς τάς τῶν ἁγίων διδασκάλων τῆς τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίας θείας φωνάς ἐκλαμβανομένοις, καί τά ἀριδήλως ἐν αὐταῖς διά τῆς τοῦ ἁγίου Πνεύματος χάριτος εἰρημένα, παρερμηνεύειν τε καί περιστρέφειν πειρωμένοις, Ἀνάθεμα γʹ» (Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας, Τριώδιον, Ἐκδ. «Φῶς», Ἀθῆναι, σ. 160).
Ἄς τό ἀκούσουν αὐτό καί ὁ π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος καί οἱ ἀκόλουθοί του, οἱ ὁποῖοι κατά τήν Κυριακήν τῆς Ὀρθοδοξίας ἐκφωνοῦν τόν ἀκόλουθον ἀναθεματισμόν: «ταῖς παρατάξεσι τοῦ «σχισματοαιρετικοῦ καί οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν ζηλωτικοῦ παλαιοημερολογητισμοῦ, τῶν λεγομένων γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ταῖς ψευδοσυνόδοις, τοῖς ψευδεπισκόποις, ψευδομητροπολίταις καί ψευδοκληρικοῖς αὐτῶν, ἀνάθεμα» (https://www.youtube.com/watch?v=k4Aas58cEYY&list=RDk4Aas58cEYY&start_radio=1, λεπτόν 8:00). Τά παρανοϊκά αὐτά παραληρήματα εἶναι καρποί τῆς ὡς ἄνω ἐκκλησιολογικῆς αἱρέσεως. Σημειωτέον ὅτι ὁ π. Ἄγγελος μέχρι τήν ἀποτείχισίν του (2020) ἀνεθεμάτιζε μέν τόν Οἰκουμενισμόν, ἀλλά ταυτοχρόνως ἐκοινώνει μέ αὐτόν (https://www.youtube.com/watch?v=kwO9A5Z2aI0&list=RDkwO9A5Z2aI0&start_radio=1, 1:05:41, 1:09:28), ὡς ἄλλος Ναστραδίν Χότζας πού ἐπριόνιζε τόν κλάδον ἐπί τοῦ ὁποίου ἐκάθητο!
Καρπός τῆς ἰδίας ἐκκλησιολογικῆς αἱρέσεως τῶν νεο-αποτειχισμένων «ἀντι-οικουμενιστῶν», οἱ ὁποῖοι θέλουν νά φαίνωνται εἰς τήν ἱστορίαν ὡς οἱ πρῶτοι ἀποτειχισθέντες ἀπό τόν Οἰκουμενισμόν, εἶναι καί ὁ «ἐξω-εκκλησιασμός» τῶν Ὀρθοδόξων τοῦ π.ἑ. Ἰδού δύο παραδείγματα. Πρῶτον, εἰς μίαν σύναξιν πού ἔγινε πρό ἐτῶν εἰς τήν Ἱ.Μ. Ἁγίας Παρασκευῆς Μηλοχωρίου Πτολεμαΐδος, παρόντος καί τοῦ π. Ε. Τρικαμηνᾶ, ὁ τότε Ἡγούμενος π. Μάξιμος Καραβᾶς (+2025) εἶπεν ὅτι ὁ π. Εὐθύμιος εἶναι ὁ «πρῶτος ἀποτειχισθείς» καί ἐκεῖνος ἔσκυψε τό κεφάλι, ἀποδεχθείς τό ψέμμα, ἀντί νά διορθώσῃ, ὅτι οἱ πρῶτοι ἀποτειχισθέντες ἦσαν οἱ πρό 100 ἐτῶν Ὀρθόδοξοι τοῦ π.ἑ.
Δεύτερον, εἰς ἄλλην σύναξιν εἰς τήν ἰδίαν Μονήν, ὁ π. Θ. Ζήσης, ὁ ὁποῖος εἰς πᾶσαν περίστασιν δηλώνει ὅτι «οἱ παλαιοημερολογῖται εἶναι σχισματικοί», ἀπευθυνόμενος πρός τόν π. Μάξιμον, εἶπεν ὅτι ἡ Ἱ.Μ. Ἁγ. Παρασκευῆς Μηλοχωρίου εἶναι ἴσως ἡ μόνη ἀποτειχισμένη ἱ. Μονή εἰς ὁλόκληρον τόν Πλανήτην! Καί ὁ π. Μάξιμος δέν ἐδιώρθωσεν, ἀλλ’ ἐδέχθη αὐτό τό ψέμμα! Ἄραγε ὁ π. Θεόδωρος δέν ἔχει ἀκούσει διά τήν πρό δεκαετιῶν ἀποτείχισιν τῆς Ἱ.Μ. Ἐσφιγμένου Ἁγ. Ὄρους (τῆς ἀληθινῆς ἐννοεῖται, ὄχι τῆς «μαϊμοῦ») καί πολλῶν ἀκόμη ἱ. Μονῶν τοῦ π.ἑ., ἤ μήπως — τό καί πιθανώτερον — τάς θεωρεῖ «ἐκτός Ἐκκλησίας» καί ἄρα ἀνυπάρκτους;
«Κανονικοί», λοιπόν, κατά τούς ὡς ἄνω «ἀντι-οικουμενιστάς», ὁ Βαρθολομαῖος καί οἱ σύν αὐτῷ Οἰκουμενισταί, πού κηρύττουν urbi et orbi ὅτι ὅλαι αἱ θρησκεῖαι ἀποτελοῦν «ὁδούς σωτηρίας», ἀλλά «σχισματικοί» οἱ Ὀρθόδοξοι τοῦ π.ἑ.! «Κανονικοί» οἱ Οἰκουμενισταί ψευδεπίσκοποι, οἱ «ἱερεῖς μέν λεγόμενοι μή ὄντες δέ», οἱ ὁποῖοι ὑπόκεινται εἰς τά ἀναθέματα τῶν Οἰκ. Συνόδων, τόσον ὡς αἱρετικοί πού εἶναι ὅσον καί διά τήν ἀπό 7-12-1965 ἄρνησίν των ν’ ἀναθεματίσουν τούς παπικούς, ἀλλά «σχισματικοί» οἱ Ὀρθόδοξοι τοῦ π.ἑ.! Ἀναφέρομαι εἰς τά ἀκόλουθα ἀναθέματα: (1) «εἰ τις μή ἀναθεματίζει Ἄρειον, Εὐνόμιον, Μακεδόνιον, Ἀπολινάριον, Νεστόριον, Εὐτυχέα, καί Ὠριγένην, μετά τῶν ἀσεβῶν αὐτῶν συγγραμμάτων … ὁ τοιοῦτος ἀνάθεμα ἔστω» (Εʹ Οἰκ. Σύνοδος, ιαʹ ἀναθεματισμός, Πρακτικά, ἔ.ἀ., τ. Βʹ, σ. 343)ˑ (2) «ὁ μή ἀναθεματίζων Νεστόριον, ἀνάθεμα ἔστω» (Πρακτικά, ἔ.ἀ., τ. Αʹ, σ. 575)ˑ (3) «ὅλοις τοῖς αἱρετικοῖς ἀνάθεμα» (Ζʹ Οἰκ. Σύνοδος, Πρᾶξις Ζʹ, Πρακτικά, ἔ.ἀ. τ. Γʹ, σ. 878 καί 383)ˑ καί (4) «εἴ τις πᾶσαν παράδοσιν ἐκκλησιαστικήν ἔγγραφόν τε ἤ ἄγραφον ἀθετεῖ, ἀνάθεμα» (Ζʹ Οἰκ. Σύνοδος, Πρᾶξις Ηʹ, Πρακτικά, ἔ.ἀ. τ. Γʹ, σ. 879 καί 383). Οἱ ἐ ν γ ν ώ σ ε ι κοινωνοῦντες μέ τούς Οἰκουμενιστάς ὑπόκεινται εἰς τά αὐτά ἀναθέματα, κατά τό γνωστόν: «τοῖς κοινωνοῦσιν ἐν γνώσει τοῖς ὑβρίζουσι καί ἀτιμάζουσι τάς σεπτάς Εἰκόνας, ἀνάθεμα» (Ζʹ Οἰκ. Σύνοδος, Πράξεις Α’ και Ε’, Πρακτικά, ἔ.ἀ. τ. Γʹ, σ. 230 καί 325, καί Τριώδιον, ἔ.ἀ., σ. 161). Συνεπῶς, οἱ ὡς ἄνω «ἀντιοικουμενισταί», ἐφόσον παρουσιάζουν τούς Οἰκουμενιστάς ψευδεπισκόπους ὡς «κανονικούς», ὁδηγοῦν τούς πιστούς εἰς κοινωνίαν μέ αὐτούς καί κατ’ ἐπέκτασιν εἰς τήν αἰωνίαν Κόλασιν!
Τούτων οὕτως ἐχόντων, αἱ ὑπό τῶν τριῶν Ἐπισκόπων τοῦ π.ἑ. χειροτονίαι τοῦ 1935 ἦσαν κατά πάντα σύμφωνοι μέ τήν ἱ. Παράδοσιν. Ἦτο τότε γνωστόν ὅτι στόχος τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ ν.ἑ. ἦτο ἡ ἕνωσις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τάς δύο μεγάλας «ἀναδενδράδας τοῦ Χριστιανισμοῦ», τόν Παπισμόν καί τόν Προτεσταντισμόν, διό καί ὑπῆρχεν ἡ «ἀνάγκη» συνεορτασμοῦ τῶν ἑορτῶν μέ αὐτάς. Ὁ στόχος αὐτός ἦτο γνωστός ἀπό διαφόρους πηγάς, ὅπως π.χ. ἀπό τάς Πατριαρχικάς Ἐγκυκλίους τῶν ἐτῶν 1902 καί 1920, ἀπό δηλώσεις, συνέδρια, ἄρθρα, βιβλία καί πράξεις τῶν Οἰκουμενιστῶν, ὅπως π.χ. ἀπό τό βιβλίον τοῦ Βιζύης Ἀνθίμου μέ τίτλον Τό Ἡμερολογιακόν Ζήτημα (Κων/λις, Πατριαρχικόν Τυπογραφεῖον, 1922, σ. 141): «ὅτι διά τοῦ ζητήματος τοῦ Ἡμερολογίου, ἐπιτυγχανομένης τῆς ἑνοποιήσεως αὐτοῦ, θέλει ἀναμφισβητήτως ἐπιτελεσθῆ τό πρῶτον σπουδαῖον βῆμα πρός ἐπίτευξιν τῆς μελετωμένης καί ὑπό τῶν πραγμάτων ἐπιτακτικῶς ἐπιβαλλομένης Κοινωνίας τῶν Ἐκκλησιῶν». Τά μασονικά αὐτά σχέδια τῶν Οἰκουμενιστῶν ἦσαν γνωστά τό 1935 εἰς τούς τρεῖς ἀποτειχισθέντας Ἐπισκόπους τοῦ π.ἑ., ὅπως προκύπτει ἀπό τά κείμενα τοῦ πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου, ὅπως π.χ.: «Ἀλλ’ Αὕτη [σ.σ. ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία] πάντοτε ἀπέκρουε τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον ὡς μίαν καινοτομίαν τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης, ἀσυμβίβαστον πρός τάς παραδόσεις τῶν 7 Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καί ὡς μίαν προσπάθειαν ταύτης, ὅπως ὑπαγάγῃ ὑπό τήν ἀπολυταρχικήν κυριαρχίαν τοῦ Πάπα καί τήν ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν» (Ἅπαντα, ἔ.ἀ., τ. Α´, σ. 98, ἡ ἔμφασις ὑπάρχει εἰς τό πρωτότυπον).
Ὁ μόνος τρόπος πού θά ἠδύνατο ν’ ἀποτρέψῃ τήν ὑπαγωγήν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τόν Παπισμόν μετά τήν ἐπιβολήν τῆς αἱρέσεως τοῦ ν.ἑ. ἦτο ἡ δημιουργία Ὀρθοδόξου Συνόδου, ἡ ἀποκήρυξις τῶν (δυνάμει) σχισματικῶν καί ἡ χειροτονία νέων Ἐπισκόπων, κατά τά πρότυπα τῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦ Βουλγαρικοῦ σχίσματος (1872), ὅπου ἡ συγκρότησις τοπικῆς συνόδου ὑπό τοῦ Πατριαρχείου Κων-λεως ἦτο ἀπαραίτητος διά τήν κήρυξιν τοῦ σχίσματος, ὁπότε «τό πατριαρχεῖον καί ἡ ἐξαρχία ἐδικαιοῦντο, μετά τήν κήρυξιν τοῦ σχίσματος, νά στέλλωσιν ἀρχιερεῖς, ὅπου ἤθελον» (Β. Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία: Ἀπ’ Ἀρχῆς Μέχρι Σήμερον, Ἐκδ. Παπαδημητρίου, Β’ Ἔκδ., Ἀθῆναι, 1959, σ. 738-739, ἡ ἔμφασις προσετέθη). Τά αὐτά γράφει καί ὁ π. Ἐπιφάνιος: «Ἄν ὁ Φιλάρετος [σ.σ. τῆς Ρωσσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς (ΡΟΕΔ)] ἐπίστευεν ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εἶχε πέσει εἰς αἵρεσιν, τότε ἠδύνατο νά παρέμβῃ ἐν αὐτῇ … νά χειροτονήσῃ ἐξ ἀρχῆς Ἱερεῖς (ἤ καί Ἐπισκόπους) διά τό πλήρωμα τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας» (Τά Δύο Ἄκρα, ἔ.ἀ., σ. 86, ἡ ἔμφασις προσετέθη). Ἀλλ’ ἐάν εἶχε τοιοῦτον δικαίωμα ἡ ΡΟΕΔ, διατί δέν τό εἶχον Ἱεράρχαι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος; Συνεπῶς, ἡ ὡς ἄνω κατηγορία ἐναντίον τῶν τριῶν Ἐπισκόπων τοῦ π.ἑ., ὅτι τό 1935 δῆθεν ἔκαμον σχίσμα (https://www.youtube.com/watch?v=ogrgW5a97NU, 5:50-6:03) εἶναι ψευδής, καθότι ὁλόκληρος ἡ τοπική ἱεραρχία εἶχε τότε καταστῆ (δυνάμει) σχισματική.
Ὁ π. Σάββας ἔχει ἀντιληφθῆ τήν πλάνην του καί προσπαθεῖ νά «διορθώσῃ», ἀλλά μέ σαθρά «ἐπιχειρήματα». Πρῶτον, λέγει ὅτι «τό ἡμερολόγιον δέν εἶναι δογματικόν θέμα», διότι πρό τοῦ 325 ἡ κάθε Ἐκκλησία ἑώρταζε τό Πάσχα μέ διαφορετικόν τρόπον καί, παρά ταῦτα, εἶχον κοινωνίαν μεταξύ των (https://www.youtube.com/watch?v=8A7znjSwOAA , λεπτά 28-30). Ἀποσυνδέων τό ἡμερολογιακόν ζήτημα ἀπό τόν Οἰκουμενισμόν καί τό σχίσμα, μέ τά ὁποῖα ὅμως εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένον, παραπλανᾶ τούς ἀκροατάς του, ἐμφανίζων τό ἀμιγῶς αὐτό δογματικόν θέμα ὡς μή δογματικόν. Ἐάν ἡ σκόπιμος πρόκλησις σχίσματος (1924), προκειμένου νά ἐπιτευχθῇ ἕνωσις μέ τόν Παπισμόν, ἤτοι κατάργησις τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ ὁποία προωθεῖται σταδιακῶς διά τῆς υἱοθετήσεως κοινοῦ ἡμερολογίου (βλ. Τμῆμα 4) καί ἡ ὁποία ἔγινεν ἐπισήμως τήν 7-12-1965 (https://w2.vatican.va/content/paul-vi/en/speeches/1965/documents/hf_p-vi_spe_19651207_common-declaration.html) δέν εἶναι δογματικόν ζήτημα, τότε ποῖον ζήτημα εἶναι δογματικόν;
Δεύτερον, «ἀπαντῶν» εἰς τό ἡμέτερον ἐπιχείρημα ὅτι ὅλοι οἱ ὡς ἄνω Ἅγιοι προέβησαν εἰς «παρά κανόνας» πράξεις ἐν καιρῷ ἀνάγκης (https://www.youtube.com/watch?v=VQ4YXKDpjZY&t=7896s, 1:19:28-1:22:12), ὁ π. Σάββας λέγει ὅτι ὁ Μ. Ἀθανάσιος προέβη μέν εἰς ὑπερορίους χειροτονίας, ἀλλά πρίν ἀπό κάθε χειροτονίαν προέβαινεν εἰς καθαίρεσιν τοῦ ὑπάρχοντος ἐκεῖ ἐπισκόπου, ὥστε νά μή ὑπάρχουν ταυτοχρόνως δύο ἐπίσκοποι εἰς τήν αὐτήν ἐπαρχίαν (https://www.youtube.com/watch?v=8A7znjSwOAA&t=1800s, 31:30-33:00). Ἐπ’ αὐτοῦ, ἔχομεν νά παρατηρήσωμεν τά ἑξῆς. Πρῶτον, ὁ ἰσχυρισμός αὐτός εἶναι γελοῖος καί ὑβριστικός διά τόν Ἅγιον, διότι τόν φέρει νά θέλῃ νά ἐξαλείψῃ τό «παρά κανόνας» ἀπό τάς ἐν λόγῳ ὑπερορίους χειροτονίας του, προβαίνων εἰς ἐπιπλέον «παρά κανόνας» πράξεις (καθαιρέσεις), προκειμένου νά φανῇ ὅτι τηρεῖ μέν τόν Κανόνα τοῦ ἑνός Ἐπισκόπου εἰς μίαν ἐπαρχίαν, ἀδιαφορῶν ὅμως διά τόν Κανόνα τῆς μή εἰσπηδήσεως εἰς ξένην ἐπαρχίαν! Δεύτερον, ὁ γράφων ἀνέφερεν ὄχι μόνον τόν Μ. Ἀθανάσιον, ἀλλά καί πλῆθος ἄλλων Ἁγίων πού προέβησαν εἰς «παρά κανόνας» πράξειςˑ μήπως καί ἐκεῖνοι ἔπραξαν τό αὐτό; Τρίτον, ποία εἶναι ἡ ἱστορική πηγή αὐτῶν τῶν πληροφοριῶν;
Συμπεράσματα
Ὡς γνωστόν, κατά τά τελευταῖα δύο ἔτη, οἱ Οἰκουμενισταί προωθοῦν καί πάλι τό θέμα τοῦ «κοινοῦ Πάσχα» μέ τούς αἱρετικούς διά τῆς ἀποδοχῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου, τό ὁποῖον ἔχει ἀναθεματισθῆ ὑπό Πανορθοδόξων Συνόδων τοῦ ΙΣΤʹ αἰῶνος (βλ. Ἐκκλ. Ἱστορία Μελετίου, Μητροπολίτου Ἀθηνῶν, τ. Γʹ, Βιέννη 1784, σ. 402, http://invenio.lib.auth.gr/record/125916, καί Δωδεκάβιβλος, τ. 6, σ. 232, Βιβλ. ΙΑʹ, Κεφ. ΙΑʹ). Ὡς λάβαρον, ἔχουν τό ψεῦδος ὅτι «τό ἡμερολόγιον δέν εἶναι δογματικόν θέμα» (https://fosfanariou.gr/index.php/2026/02/27/pros-mia-koini-imerominis-eortasmou-tou-pasxa/, https://www.youtube.com/watch?v=QwUwAn7Iau8). Λέγουν ὑποκριτικῶς ὅτι ἡ Αʹ Οἰκ. Σύνοδος ἀπαιτεῖ τόν ἐν λόγῳ «κοινόν ἑορτασμόν», παρά τό γεγονός ὅτι ἡ διασάλευσις τοῦ Ὀρθοδόξου Πασχαλίου, τήν ὁποίαν θά ἐπιφέρῃ ἡ ἀποδοχή τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου, θά καταστήσῃ καί τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἀλλότριον τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ (Αʹ Κανών τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ τοπικῆς Συνόδου, ἐπικυρωθείς ὑπό τοῦ Βʹ Κανόνος τῆς ΣΤʹ Οἰκ. Συνόδου). Οἱ ὡς ἄνω «ἀντι-οικουμενισταί» ὑψώνουν τό αὐτό λάβαρον, προσφέροντες ἔτσι εἰς τόν Οἰκουμενισμόν ὑψίστην ὑπηρεσίαν. Ἀκόμη μεγαλυτέρα, ὅμως, εἶναι ἡ ὑπηρεσία πού τοῦ προσφέρουν μέ τό νά κηρύττουν τήν ὡς ἄνω ἐκκλησιολογικήν αἵρεσιν. Διότι, ὅπως καί τό 1935, ὁ μόνος τρόπος πού δύναται ν’ ἀποτρέψῃ τό ἐπί θύραις κακόν εἶναι ἡ δημιουργία Ὀρθοδόξου Συνόδου, ἡ ἀποκήρυξις τῶν σχισματο-αιρετικῶν Οἰκουμενιστῶν καί ἡ χειροτονία Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων.
Ὁ π. Σάββας καί οἱ ὁμόφρονες αὐτοῦ, ὅμως, συκοφαντοῦντες καί χλευάζοντες τάς χειροτονίας τοῦ π.ἑ. τοῦ 1935, μέ «τσιτάτα» ὅπως «ἔκαμαν σύνοδον διά νά σώσουν τήν Ἐκκλησίαν, διότι ἐθεώρουν ἄκυρα τά μυστήρια τῶν νεοημερολογιτῶν» καί ἀνοητολογοῦντες περί «ἐντειχίσεως εἰς ἐπισκόπους», ἡ ὁποία («ἐντείχισις») δῆθεν σταματᾶ τήν ἀποτείχισιν καί ὁδηγεῖ τούς πιστούς «ἐκτός Ἐκκλησίας» (https://www.youtube.com/watch?v=NKxgu4BrgnU, 1:20:00-1:20:25), ἔχουν δυσφημήσει τόσον πολύ τήν μόνην αὐτήν λύσιν, ὥστε νά φαντάζῃ ἀπίθανον νά ὑλοποιηθῇ. Ὅπως εἴδομεν ἐν ἐκτάσει ἀνωτέρω, ὅμως, ἡ μόνη αὐτή λύσις δέν ἐμποδίζεται ἀπό τούς ἱ. Κανόνας, διότι συμφωνεῖ μέ τό Πνεῦμά των καί μέ τήν πρᾶξιν τῶν Ἁγίων εἰς ἀναλόγους περιστάσεις. Τά νομικιστικά «ἐπιχειρήματα» τῶν Οἰκουμενιστῶν καί τῶν ὡς ἄνω συμμάχων των «ἀντι-οικουμενιστῶν» διαστρέφουν τό Πνεῦμα τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν ἱ. Κανόνων, δέν συνάδουν μέ τάς πράξεις τῶν Ἁγίων εἰς ἀναλόγους περιστάσεις, καί ἐξυπηρετοῦν τήν προστασίαν καί τήν προώθησιν τῆς αἱρέσεως. Διό καί ἐπισύρουν τό ἀνάθεμα τῆς διαστροφῆς τῆς διδασκαλίας καί τῆς πράξεως τῆς Ἐκκλησίας. Νομίζω ὅτι οἱ «Ἰαβέρηδες» αὐτοί θ’ ἀνεθεμάτιζον καί Αὐτόν τόν Κύριον, ἐπειδή Ἐκεῖνος ἐθεράπευεν ἀσθενεῖς τό Σάββατον «παρά κανόνας»!




