Η Παναγία καθ’ όλο τον βίο της έζησε στην αφάνεια με επιδιώκοντας δόξα στο πλάι του τέκνου της, του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού. Δόξα όχι βέβαια από τους ενδόξους εξουσιαστές του καιρού της, καθώς αυτοί δεν αποδέχθηκαν το σπλάχνο της, αν και ήταν τόσα τα θαυμαστά, που πραγματοποίησε ενώπιόν τους, γι’ αυτό και τον σταύρωσαν. Δεν επιδίωξε τη δόξα από τον απλό λαό, που κρεμόταν από τα χείλη του γυιού της. Λίγα γράφουν γι’ αυτήν οι Ευαγγελιστές, σχεδόν τίποτε οι πράξεις των Αποστόλων. Και όμως ο λαός μας διαχρονικά τιμούσε την Παναγία που την θεωρούσε προστάτιδά του. Σ᾿ αυτήν κατέφευγε ζητώντας παρηγοριά σε κάθε δύσκολη περίσταση. Την κοίμησή της τιμούσε πανηγυρικά με ιδιαίτερη λαμπρότητα, αν και δεν γνώριζε ότι η Παναγία μετέστη προς την ζωήν.
Η Παναγία υπήρξε η παρηγορήτρα του Γένους μας κατά τη μακραίωνη δουλεία υπό τον οθωμανικό ζυγό. Σ᾿ αυτήν κατέφευγε ο λαός μας ζητώντας το έλεός της και αυτή τον ένδυνάμωνε προσθέτοντάς του υπομονή και αντοχή υπό τη φρικτή δουλεία. Κάθε τόπος στο πλήθος των παραδόσεών του, που μεταβιβάστηκαν από γενιά σε γενιά έχει και κάποια σχετιζόμενη με την Παναγία.
Κύλισαν οι αιώνες και ήρθε, επί τέλους, η πολυπόθητη ημέρα, που ένα τμήμα του ελληνισμού απόκτησε την ελευθερία του. Έτσι βαυκαλιζόμαστε να τονίζουμε αρνούμενοι την αλήθεια. Άλλοι μας απελευθέρωσαν, παρά τις τρομακτικές θυσίες των αγωνιστών, για να καταστήσουν το θνησιγενές νεοδημιούργητο κράτος, το καταχρεωμένο, προτεκτοράτο τους. Στον αγώνα διεκδίκησης νέας κατοχής νικήτρια εξήλθε η Αγγλία. Αυτή ρύθμιζε σε μεγάλο βαθμό, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, την εξωτερική πολιτική του ελληνικού βασιλείου, πλήρως μετά το 1864. Όμως ήταν και άλλοι, οι οποίοι έσπευσαν να υπηρετήσουν το πρόγραμμα εκδυτικισμού του προτεκτοράτου, Βαυαροί, Γάλλοι και μάλιστα αρκετοί δικοί μας είτε φραγκοσπουδαγμένοι είτε αγωνιστές κατά την επανάσταση, πρόκριτοι και στρατιωτικοί, οι οποίοι εντυπωσιαστήκαν από τη λαμπρότητα της βασιλικής αυλής και έσπευσαν να υπηρετήσουν το καθεστώς με το αζημίωτο. Στόχος όλων υπήρξε η ανατροπή της ελληνορθόδοξης παράδοσης και η υιοθέτηση αντιλήψεων, που επικρατούσαν στον δυτικοευρωπαϊκό χώρο. Η διαμάχη μεταξύ των νεωτεριστών και των ολίγων παραδοσιακών εκδηλώθηκε έντονη κατά τη συζήτηση επί των άρθρων του συντάγματος, μετά την εξέγερση του 1843, που υποκινήθηκε από τους Άγγλους για να επισπευσθεί η έκπτωση του Όθωνα. Αλλά συνήθως αποφεύγονταν η αναφορά στον ξένο παράγοντα, προκειμένου να ενδυναμώνεται το εθνικό φρόνημα των πολιτών. Σήμερα άραγε συντρέχει λόγος ενίσχυσης του εθνικού φρονήματος, όταν το έθνος βάλλεται πανταχόθεν με στόχο την παντελή απώλεια του εθνικού φρονήματος από τους πολίτες;
Μεταξύ των ολίγων, που είχαν αντισταθεί στη λαίλαπα του εκδυτικισμού της χώρας και του λαού μας υπήρξε και ο Μακρυγιάννης, ο οποίος στα γραπτά του, ιδιαίτερα στο «Οράματα και θάματα» εκδήλωσε την ιδιαίτερη αγάπη του προς την Παναγία. Μεταφέρω απόσπασμα από το έργο του αυτό, στο οποίο εκδηλώνεται η πικρία του για την απομάκρυνση από την πατροπαράδοτη πίστη.
«Εμείς αφού είμαστε αχάριστοι και εξεκλίναμε όλως διόλου από αυτά (σ.σ. τα της πίστης μας), τι κάνομεν ακόμα! Η νηστεία δεν είναι τίποτας, η εκκλησία το ίδιον, ανώτερον δεν υπάρχει, φύση είναι και όχι παντουργός, και τι ΄ναι Θεός και πώς ο Χριστός και τι η Παναγία, και αφού καταντήσαμεν αχάριστοι εις την εσπλαχνίαν της, την βλαστημούμεν κιόλα, ότι δεν μας είπε τα μυστήριά της, και αφού οι άπιστοι εκλαμπρότατοι (οι της βασιλικής αυλής) και εξοχότατοι (οι πολιτικοί) και οι κλέφτες και οι λησταί, εμείς οι γενναιότατοι (οι στρατιωτικοί), όλοι μαζί, με τους εκλαμπροτάτους και μεις, πωλούμεν το πολυτίμητόν μας τζιβαϊρικόν εις τους αλλοθρήσκους, δια τί; Δια ένα τραπέζι, δια μιάν γλυκή και δολερά καλημέρα των πρέσβεγων, των ανθρωποφάγων, οπού τρώνε ζωντανούς τους ανθρώπους, και γενόμαστε και ποταποί και πουλημένοι εις την δικήν μας βασιλείαν, χωρίς πατριωτισμό και χαρακτήρα, και μας κατακερματίζει όλα αυτά και μας κάνει σκούπρα, ότι τέτοιοι είμαστε και τ΄ς λέμε: Σε περικαλώ, βασιλέα μου, βασίλισσά μου, κυβέρνησή μου πουλημένη και φκιασμένη από τοιούτους καταχρηστάς της πατρίδος, σας περικαλούμε, μεγάλους και μικρούς, να μας βγάλετε από την πατρίδα μας βουλευτάς, να μας κάμετε γερουσιαστάς, να μας κάμετε δημάρχους και τα εξής. Και μπαίνομεν και κλέβομεν δια να φκιάσουμεν ένα χρυσό φόρεμα, δια να βάλομεν χερότια (χειρόκτια=γάντια) και μεγάλες πολυτέλειες, και δι΄ αυτά όλα μας λέγει ο βασιλέας και η κυβέρνησή του: Πέταξε ο γάιδαρος; Πέταξε, λέμεν, και ότι στραβά νομοσκέδια φέρνουν εις τις βουλές αναντίον της λευτεριάς της πατρίδος και της θρησκείας, ευτύς τα ΄πογράφομεν με χέρια και με ποδάρια, χωρίς καμίαν παρατήρησην, και καταντήσαμεν εδώ οπού είμαστε, και χύνομεν ποταμούς αίματα αθώα και αφανίζομεν και γενικώς την πατρίδα μας».
Ο λαός μας αντιστάθηκε επί εκατόν πενήντα περίπου έτη στον εκδυτικισμό του, την επιχείρηση του οποίου ανέλαβε η ίδια η Πολιτεία, ώσπου ακούστηκε από πολιτικό μας, χωρίς την παραμικρή αντίδραση, το «ανήκομεν εις την Δύσιν»! Τελικά υπέκυψε, μόλις μία γενιά, μετά την έντονη παρουσία της Παναγίας μας στο πλευρό των αγωνιστών κατά του εισβολέα, υπό δυσμενέστατες συνθήκες, στα βουνά της Βορείου Ηπείρου (ίσως μας απαγορευθεί η χρήση του όρου). Ίσως να χαρακτηριστούν αυτοί αλαφροΐσκιωτοι όπως χαρακτηρίστηκε και ο Μακρυγιάννης. Πάντως οι αφηγήσεις τους έχουν καταγραφεί από λογοτέχνες μας και δημοσιογράφους, που ακόμη σέβονταν την λαϊκή ψυχή.
Ο σύγχρονος Έλληνας μικρή αξία αποδίδει στη νηστεία, μεγάλη στην ειδική διατροφή, μετά από σωματική ασθένεια. Τελευταία ρέπει και προς την αποχή από πλήθος ζωικών τροφών, μιμούμενος τους Δυτικούς, που αισθάνονται πλέον κορεσμό, αφού καταβρόχθισαν τον πλανήτη. Βέβαια το πανηγύρι της Παναγίας το διατηρεί, καθώς έχει τόση ανάγκη από συνεύρεση με άλλα πρόσωπα, την οποία συνεύρεση καθιστά απαγορευτική η καθημερινότητα στα αστικά κέντρα, καθώς οι εξουσιαστές επιχειρούν να απομονώσουν τον άνθρωπο ενώπιον μηχανής, με την οποία θα «συνδιαλέγεται»! Όμως το πανηγύρι έχει μετατοπιστεί στην παραμονή υπό τους παραδοσιακούς βέβαια ήχους αλλά σε συνδυασμό με τη μη παραδοσιακή κρεοφαγία και τη μη προσέλευση στη θεία Λειτουργία της επομένης. Αρκετοί και όχι μόνο γραμματιζούμενοι αμφιβάλλουν, αν δεν αρνούνται, ότι υπάρχει Παντουργός. Πώς να δεχθούν ότι η Παναγία γέννησε τον Θεό;
Στα πανηγύρια προσέρχονται και οι εξοχότατοι (πολιτικοί) προς άγραν ψήφων. Ανάβουν μεγάλες λαμπάδες παρουσία τηλεοπτικών συνεργείων και οι τηλεοπτικοί σταθμοί στην υπηρεσία τω εξουσιαστών προβάλλουν την «ευλάβεια» αυτών στο πανελλήνιο. Είναι άραγε αυτοί σαν εκείνους που περιέγραψε ο Μακρυγιάννης, που φέρνουν προς ψήφιση και τους άλλους που ψηφίζουν νομοσχέδια «αναντίον της λευτεριάς της πατρίδος και της θρησκείας»; Και το κάνουν αυτό ποθούντες να δουν τον λαό μας να «ξεστραβώνεται» ή «δια μιάν γλυκή και δολερά καλημέρα των πρέσβεγων, των ανθρωποφάγων, οπού τρώνε ζωντανούς τους ανθρώπους»; Βέβαια η αφέλεια εκ της αγραμματοσύνης του Μακρυγιάννη δεν του επέτρεψε να εμβαθύνει στη δοσοληψία. Αρκούνταν άραγε οι του καιρού του σε μια καλημέρα και σ᾿ ένα τραπέζωμα ή τα οφέλη από τη «συνεργασία» ήταν πολύ πιο μεγάλα; Τί άραγε συμβαίνει σήμερα; Στα ερωτήματα καλείται να απαντήσει ο αναγνώστης του άρθρου.
Βέβαια αν υπήρχε ζωντανή διοικούσα Εκκλησία στην εποχή του Μακρυγιάννη και όχι υποταγμένη στην Πολιτεία, κάποιοι ιεράρχες θα έφραζαν την είσοδο στους ναούς κατά πανηγυρικές εκδηλώσεις, όταν προσέρχονταν και προσέρχονται μέχρι σήμερα οι εξοχότατοι και γενναιότατοι μόλις κατά την επετειακή δοξολογία, για να καταλάβουν την πρωτοκαθεδρία. Γιατί άραγε προβάλλουμε το λαμπρό παράδειγμα του αγίου Αμβροσίου μητροπολίτου Μεδιολάνων (Μιλάνου), ο οποίος απαγόρευσε την είσοδο στον ιερό ναό του αυτοκράτορα Θεοδοσίου και δεν γινόμαστε μέτοχοι χαράς με την επανάληψη παρομοίου συμβάντος;
Εφέτος Η Ελλάδα αντιμετώπισε με σχεδόν παντελή αδιαφορία την έκθεση βλασφήμων «έργων τέχνης» στην εθνική (;) πινακοθήκη. Κατακραυγή ξεσηκώθηκε κατά του βουλευτή που τα αποκαθήλωσε. Χαρακτηρίστηκε η κίνηση βανδαλισμός και έλλειψη σεβασμού της ελευθερίας της τέχνης. Ανερμάτιστοι όντες, αδυνατούμε πλέον να διακρίνουμε την ελευθερία από την ασυδοσία. Πάντως «θριαμβευτική» ήταν η επανατοποθέτησή τους με παρέμβαση της αρμόδιας υπουργού.
Θεός ου μυκτηρίζεται. Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος. Ως πότε θα έχουμε την απαίτηση να μας σκέπει και να μεσιτεύει η Παναγία μας, που καθημερινά πληγώνουμε και βλασφημούμε;






