ΠΑΤΗΣΤΕ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΜΕΝΟΥ

Η συγκλονιστική ιστορία ενός ανθρώπου που προφήτεψε τον πόλεμο και που νεκραναστήθηκε μετά από την μεταθανάτια εμπειρία του

ΔΙΑΦΟΡΑ. - 28 Δεκ 2018 - 13:15
Loading...

Περιγράφουμε μια αληθινή ιστορία ενός ανθρώπου, του μπάρμπα Γιάγκου, όπως λεγόταν ό Ιωάννης πού πέθανε και αφού είδε εικόνες του μεταφυσικού κόσμου ξαναγύρισε στή ζωή και περιέγραψε εκείνα πού είδε.

Ό μπάρμπα Γιάγκος καταγόταν από το Γαράλι τής περιοχής Κερασούντος. Διωγμένος από τίς χαμένες πατρίδες έγκαταστάθηκε στήν Έξοχή Νευροκοπίου στήν περιοχή Δράμας.

Το 1939 πρόβλεψε τόν πόλεμο άλλά και τήν κατοχή πού ήρθε άργότερα. Αναχώρησε από τήν Έξοχή και

πήγε και βρήκε καταφύγιο στό χωριό Σφενδάμη Πιερίας.
Όμως το περιβάλλον του δέν πίστευε στις προβλέψεις του γιά τόν πόλεμο και γιά τήν κατοχή.
Ακόμη και ή γυναίκα του θεώρησε παράλογη τή μετακίνησή του τή γιά Σφενδάμη και άρνήθηκε νά τόν άκολουθήσει. Αύτή άποφάσισε νά παραμείνει στό χωριό τους στήν Έξοχή Νευροκοπίου.
Αλλά πρίν φύγει ό μπάρμπα Γιάγκος ό άνδρας της, είδε αύτή στό όνειρό της τόν πατέρα της ό όποιος τής είπε επιτακτικά.
– Άκολούθα το στεφάνι σου.
Αύτή του άπάντησε.
– Πού θά άφήσουμε το βιό μας;
Τότε βρίσκονταν σέ καλή οικονομική κατάσταση. Είχανε κερδοφόρο κρεοπωλείο και καφενείο. Όμως στό όνειρό της ό πατέρας της έπιμένοντας τής ξαναείπε.
– ”Αν φύγετε θά δείτε τά σημάδια τού πολέμου. Σέ λίγο θά σάς άκολουθήσουν κι αύτοί στή φυγή.
Μετά από αύτό το όνειρό της ή γυναίκα του μπάρμπα Γιάγκου άκολούθησε τόν άνδρα της στή Σφενδάμη Πιερίας.
Ένώ έφευγαν, όταν πέρασαν από το χωριό Γρανίτη, είδαν στρατό έλληνικό πολυάριθμο. Τότε αύτή κατάλαβε ότι καλά έκανε και άκολούθησε τόν άνδρα της ό όποιος σωστά πρόβλεψε τόν πόλεμο χωρίς νά έχει πληροφορίες και ειδήσεις.

Τέλος μέ τά πρωτόγονα μέσα μεταφοράς έχασαν στήν Πιερία και έγκαταστάθηκαν στό χωριό Σφενδάμη. Εκεί γεννήθηκαν τά διάφορα παιδιά τους. Έζησαν όμως μέ μεγάλες στερήσεις και μέ μεγάλη πείνα. Άκολούθησε ή κατοχή και ή γενική πείνα και αυτοί ξεπατρισμένοι, μακρυά από τά ύπάρχοντά τους, κυνηγημένοι από τόν πόλεμο, ύπέφεραν περισσότερο από όλους τούς χωρικούς πού ήταν ντόπιοι.

Ή σωματική κατάρρευση
Ό μπάρμπα Γιάγκος στό χωριό Σφενδάμη Πιερίας έξαντλήθηκε από τίς πολλές στερήσεις.

Είχε δυό άγόρια, τόν Παναγιώτη και τόν Άριστείδη. Είχε και ένα κοριτσάκι τήν Κυριακή ή όποια ήταν δυόμισι χρόνων.

Άγωνιζόμενος νά θρέψει τά παιδιά του, στά χρόνια έκείνα τής φοβερής πείνας, στερούσε τόν έαυτό του από τροφή γιά νά τρώνε τά παιδιά του και νά ζήσουν αύτά. Θυσίαζε τόν έαυτό του.
Αυτός αδυνατούσε πάρα πολύ. Αρρώστησε και έξαϋλώθηκε από τήν έξάντληση και τήν ασιτία. Τέλος από τήν αδυναμία και τήν πείνα έπεσε στό κρεβάτι κατάκοιτος και έσβηνε σιγά σιγά.
Ή Κυριακή, το μικρό του κοριτσάκι τών δυόμισι έτών, δέν έφευγε από κοντά του. Του είχε μεγάλη άφοσίωση. Τόν αγαπούσε υπερβολικά.
Κρατούσε συνέχεια το χέρι του μέ μεγάλη στοργή και έλεγε συχνά.
– Παπά φουβού (πληγή, άρρώστια).
Και τού χάϊδευε το χέρι ένώ αύτός άργοπέθαινε. Κάποια στιγμή, όσοι ήταν γύρω του όλοι είδαν ότι πέθανε ό μπάρμπα Γιάγκος.
Τότε άρχισαν τίς έτοιμασίες γιά νά τόν σαβανώσουν. Όμως, έπειδή ήταν άνέτοιμοι, άργούσαν και δέν τελείωναν το σαβάνωμά του.
Ό μπάρμπα Γιάγκος δέν είχε πλέον καμμιά έπαφή μέ τόν γύρω κόσμο. Οι άνθρωποι πού ήταν κοντά του άρχισαν νά κλαίνε.
Και το μικρό κοριτσάκι του πού τού είχε αδυναμία ύπέφερε ψυχικά σέ άβάσταχτο βαθμό και ήταν άπαρηγόρητο και δυστυχισμένο.

Διαδόθηκε ή φήμη στό χωριό ότι ό Δράμαλης πέθανε. Τόν έλεγαν Δράμαλη έπειδή καταγόταν από τή Δράμα.

Οι μεταφυσικές του εμπειρίες

Ό μπάρμπα Γιάγκος, μπροστά στό μυστήριο εκείνο τού θανάτου και τής μεταφυσικής, αίσθάνθηκε τήν παρουσία δύο προσώπων.
Παρουσιάσθηκαν μπροστά του δύο νέοι ωραίοι μέ λευκά ένδύματα πού είχαν μια εύχάριστη λάμψη. Αυτοί ήταν άγγελοι. Ό ένας άγγελος τόν έπιασε από το κεφάλι και ό άλλος τόν έπιασε από τά πόδια. Τόν σήκωσαν από τή γή στόν άέρα.
Τότε τόν έβγαλαν από το σπίτι χωρίς νά περάσουν από τήν πόρτα ή το παράθυρο.
Ο τοίχος πού είχε ύλικές διαστάσεις δέν μπορούσε νά έμποδίσει το πέρασμά τους.
Πρίν άνυψωθούν πολύ ένιωσε ό μπαρμπα-Γιάγκος ότι περνούσαν τόν τοίχο και τά σπίτια χωρίς νά έμποδίζονται από τήν ύλη τους.
Ο ίδιος, μέ τήν παρουσία τών δύο άγγέλων πού τούς έβλεπε σάν λευκοντυμένους νέους, ήταν πολύ εύχάριστη μένος και τού άρεσε ή συντροφιά τους πού τού προκαλούσε μια εύχάριστη κατάσταση.
Βγήκαν από το χωριό και πετούσαν πηγαίνοντας σέ άγνωστο προορισμό.
Ο μπάρμπα Γιάγκος, σ’ αύτήν τήν πορεία, έβλεπε ότι περνούσαν πάνω από λιβάδια πράσινα μέ πάρα πολύ ώραία τοπία. Αύτά είχαν όψη φυσικών ένώ ήταν ύπερφυσικά.
Τέλος σταμάτησαν κάπου μπροστά σέ μια πόρτα (είσοδο), πού οδηγούσε σέ άγνωστους άλλά εύχάριστους μυστηριακούς κόσμους.
Εκεί στήν είσοδο τούς σταμάτησε ένας άγνωστος συμπαθής, πού είχε άσπρη γενειάδα και κρατούσε μπαστούνι.
Αύτός ό γέρος κτύπησε τρεις φορές το μπαστούνι. Ό μπάρμπα Πάγκος δέν κατάλαβε πρός τά πού κτύπησε ό γέρος το μπαστούνι του.
Αυτό το «πού κτύπησε» παρέμεινε έρώτημά του και μυστήριο.

Είδε όμως ότι ό γέρος εκείνος κτύπησε επιτακτικά το μπαστούνι τρεις φορές και ρώτησε τούς αγγέλους.

– Πού τον πάτε αύτόν; Αύτός έχει μικρό μωρό. Οι δύο άγγελοι φάνηκε νά δυσαρεστήθηκαν από αύτό το σταμάτημα, άλλά δέν αντιμίλησαν. Έτσι κατάλαβε ό μπάρμπα Γιάγκος.

Ό γέρος στή συνέχεια τούς είπε.
– Να τον πάτε πίσω από έκεί πού τον πήρατε. Και θά πάρετε δύο άλλα άτομα.
Ό γέρος άνέφερε δύο όνόματα.
Τότε οι άγγελοι τον ρώτησαν.
– Αύτόν πότε θά τον πάρουμε;
Τούς άπάντησε μέ νόημα.
– Στά δεκαπέντε.
Αυτό τά λόγια στά (15) δέν μπόρεσε νά τά έξηγήσει ό μπάρμπα Γιάγκος. Μόνο τά θυμόταν και τά έλεγε.
Ή συνομιλία τού γέρου έκείνου μέ τούς αγγέλους δέν γινόταν μέ λέξεις γήινες άλλά μέ νόηση, σκέψη, σάν νά καταλάβαινε ό ένας τή σκέψη τού άλλου χωρίς νά λένε λόγια.

Επιστροφή του στό γήινο κόσμο

Ό μπάρμπα Γιάγκος άρχισε νά δυσαρεστείται έπειδή τον ξαναπήγαιναν πίσω. Τού άρεσε ή συντροφιά τών άγγέλων εκείνων πού είχαν όψη συμπαθητικών νέων.
Ξαναγύρισαν πίσω στή γή. Όταν έφθασαν στό χωριό, τότε ό μπάρμπα Γιάγκος γνώρισε πάλι το γνωστό περιβάλλον του.

Είδε και γνώρισε τά άράνια (δηλαδή τά υπόστεγα όπου έβαζαν τά καπνά). Είδε άκόμη και τά διάφορα σημάδια του χωριού. Σέ λίγο έφτασαν στό σπίτι του το όποιο γνώρισε άμέσως.
Δέ χάρηκε καθόλου γιά τήν έπιστροφή του. Αντίθετα ήταν δυσαρεστημένος έπειδή τού άρεσε πολύ ή παρουσία τών δύο εκείνων άγγέλων.

Ή έπιστροφή όμως ήταν γεγονός.

Όταν έφτασαν στό σπίτι πέρασαν τον τοίχο χωρίς νά έμποδίζονται από τήν ύλη του.
Τον πήγαν στό κρεβάτι όπου ήταν το νεκρό σώμα του.
Ό άγγελος πού τον κρατούσε από τά πόδια τον άφησε πρώτος. Ύστερα τον άφησε και ό άγγελος πού τον κρατούσε από το κεφάλι. Όταν τού άφησε και το κεφάλι, τότε ό μπάρμπα Γιάγκος αίσθάνθηκε ότι έπεσε και ταρακουνήθηκε. Τή στιγμή πού είχε πεθάνει ό μπάρμπα Γιάγκος το σωματικό του κεφάλι ήταν στραμμένο πρός τον τοίχο και έτσι έμεινε νεκρό και άκίνητο. Από το γεγονός ότι δέν πρόλαβαν νά τον σαβανώσουν και νά ευθυγραμμίσουν το κεφάλι και το σώμα του συμπεραίνουμε ότι σέ πολύ λίγο χρόνο έκανε το μεταφυσικό ταξίδι του.
Μόλις οι άγγελοι τον άφησαν, τότε το κεφάλι του κουνήθηκε και ξαναγύρισε πρός τούς ανθρώπους πού βρίσκονταν στό δωμάτιο.
Τότε ό Γιάγκος άνοιξε τά μάτια του και είδε τούς ανθρώπους τού γήινου κόσμου.
Όμως, έπειδή στερήθηκε τήν άγγελική συντροφιά, δέν τού άρεσε ή αίσθηση τού γήινου κόσμου και τών άνθρώπων τής γής.
Τούς κοίταξε παράξενα μέ κάποια άποστροφή.
Τούς ανθρώπους τής γής τούς παρομοίαζε μέ διαβόλους έπειδή έφερνε τώρα μαζί του τήν καθαρότητα τών ουρανών και τήν υπερφυσική μνήμη.
Ένώ τούς κοίταζε γούρλωσε τά μάτια.
Τότε όλοι οι παρευρισκόμενοι τρόμαξαν και έτρεξαν φοβισμένοι έξω από το σπίτι φωνάζοντας.
– Βρυκολάκιασε.

Ό Γιάγκος σέ λίγο μόλις συνειδητοποίησε τήν έπιστροφή του, ζήτησε νά δει το μικρό κοριτσάκι του τήν Κυριακούλα πού ήταν δυόμισι χρόνων.

Αυτό το παιδάκι τον έδενε συναισθηματικά μέ τον κάτω γήινο κόσμο.

Τού έφεραν το μικρό και το χάϊδεψε.

Μετά ζήτησε νά τον σηκώσουν γιά νά καθήσει έξω στήν αύλή, μπροστά στήν πόρτα. Θυμόταν έντονα πώς ό γέρος μέ τά γένεια είπε τούς αγγέλους ότι θά πάρουν δύο άτομα.

Ό Γιάγκος περίμενε νά δει! τί θά γίνει.

Περίμενε νά δει άν βγουν άληθινά αύτά πού είπε ό γέρος.

‘Η έπαλήθευση

Ύστερα από δύο ώρες άκούστηκε νά κτυπά πένθιμα ή καμπάνα τής Εκκλησίας.

Τότε ό Γιάγκος έστειλε τή γυναίκα του νά ρωτήσει ποιος πέθανε. Και πληροφορήθηκε.

Το βράδυ της ίδιας μέρας ξανακτύπησε πένθιμα ή καμπάνα της Εκκλησίας και έμαθε ότι πέθανε μια γριά.

Μετά το θάνατο τών δύο ατόμων ό Γιάγκος βεβαιώθηκε και είδε ότι έπαληθεύθηκαν τά λόγια τού γέρου ότι θά πάρουν οι άγγελοι δύο άτομα.

Όμως θυμόταν τούς αγγέλους πού ρώτησαν γι’ αύτόν πότε θά τον πάρουν κι ό γέρος τούς είχε πει. • Στά δεκαπέντε.

Προβληματίστηκε μέ το δεκαπέντε τί σημαίνει.

Περίμενε δεκαπέντε μέρες, δεκαπέντε έβδομάδες και δεκαπέντε μήνες.

Τέλος όταν σιγουρεύθηκε ότι δέν πέθανε σέ δεκαπέντε μήνες, τότε διηγήθηκε στο περιβάλλον του όλα τά μεταφυσικά ύπερφυσικά γεγονότα πού είδε.

Μετά από αυτό έπαψε νά τον προβληματίζει ό άριθμός δεκαπέντε.

Όμως αύτά πού είδε, κατά το θάνατό του, τυπώθηκαν βαθειά μέσα του μέ κάθε λεπτομέρεια και δέν τά ξεχνούσε ποτέ σέ όλη του τή ζωή.

Το ήθος τού μπάρμπα Γιάγκου
Ή σκιαγραφία της προσωπικότητας τού Γιάγκου είναι άξιοπρόσεκτη και διδακτική.

Ήταν συναισθηματικός και συγχρόνως θετικός και ρεαλιστής.

Δεν παρασυρόταν από φαντασίες και παραισθήσεις.

Ήταν πολύ καλός οικογενειάρχης πού αγαπούσε πολύ τήν οικογένεια του. Στερούσε τον εαυτό του από τροφή γιά νά φάνε τά άλλα μέλη της οικογένειας του.
Στά πρώτα του χρόνια σπάνια έκκλησιαζόταν έπειδή, άπασχολημένος μέ τή βιοπάλη, δούλευε πάρα πολύ, πάνω από τίς δυνάμεις του.

Ήταν πολύ φιλόξενος, πολύ φιλότιμος, πολύ ελεήμων.

Ήταν βαθύτατα ευσεβής. Στήν ώριμη ηλικία εκκλησιαζόταν πάρα πολύ και κοινωνούσε τακτικά.

Στις οικογένειες πού δεν έκκλησιάζονταν καθόλου τούς συμβούλευε παιδαγωγικά.

– Από το σπίτι ένας τουλάχιστον νά πηγαίνει στήν έκκλησία γιά νά φέρει ευλογία στο σπίτι.

Ήταν πολύ συνετός στή σκέψη και στο συναίσθημα και έβγαζε διδάγματα και από τα λάθη του ακόμη.
Κάποτε όταν ήταν παλικάρι, ένώ έπαιζαν χαρτιά, μάλωσε με το φίλο του. Λογοπιάστηκαν και παρεξηγήθηκαν.
Όμως ό Γιάγκος σε λίγο μετά το γεγονός συνειδητοποίησε πρακτικά και χειροπιαστά τον καρπό της τράπουλας.

Αμέσως ξέσχισε τήν τράπουλα πού τον οδήγησε σε μάλωμα με το φίλο του. Ταπεινώθηκε. Ξαναμίλησε ευγενικά με το φίλο του και συμφιλιώθηκαν. Από τότε δεν ξανάπιασε στο χέρι του τράπουλα. Διηγούμενος τη δική του γκάφα με ταπείνωση και αυτοκριτική επηρέασε και τα παιδιά του αλλά και άλλους να άποφεύγουν τήν τράπουλα.

Ήταν πολύ συγγενόπιστος. Αγαπούσε και εκτιμούσε πολύ τούς συγγενείς του.

Ό Γιάγκος στα γηρατειά του, πού πρό πολλών ετών είχε αφιερωθεί στα θεία, ήθελε πάντα να άνάβουν το καντήλι τού σπιτιού τους.

Έλεγε στήν κόρη του.

– Παναγιώτα. Άναψε το καντήλι.

Έλεγε στήν έγγονή του.

– Χρυσούλα, άναψε το καντήλι.

«Ενα βράδυ το καντήλι ήταν σβηστό.

Ξύπνησε στις τρεις τα μεσάνυχτα και άναψε μόνος του το καντήλι.
Ή κόρη του Παναγιώτα πού τον είδε τού είπε.
– Κάτσε, πατέρα, να ανάψω εγώ το καντήλι.
Ό Γιάγκος απάντησε.
Θά το ανάψω εγώ μόνος μου γιατί είδα κάποια γυναίκα στον ύπνο μου πού μού είπε.
Γιατί δεν άνάβεις το καντήλι; Κι εγώ άπάντησα. Είπα στήν κόρη μου και στήν έγγονή μου.

Αύτή μού απάντησε.

– Αυτές δεν μπόρεσαν να το άνάψουν. Έσύ τί κάνεις; Εγώ σε γλύτωσα έπτά φορές από σοβαρό κίνδυνο.

Από το γεγονός έκείνο πού ήταν, μεταξύ δράματος και όνείρου πού τού φανερώθηκε ή Παναγία, ό Γιάγκος ήθελε να άνάβει μόνος του το καντήλι όσον καιρό μπορούσε να σταθεί στα πόδια του.

Αύτή ή γυναίκα (ή Παναγία) πού τού φανερώθηκε τη νύχτα τού άπαρίθμησε και τού ύπενθύμισε πόσες φορές τον γλύτωσε από σοβαρό κίνδυνο.

Οι κίνδυνοι πού πέρασε ό Γιάγκος με τη βοήθεια της Παναγίας

1) Το 1942 πέθανε και άναστήθηκε (Νεκρανάσταση).

2) Στή γερμανική κατοχή, όταν είχε φουντώσει το άντάρτικο, ό Γιάγκος, ήταν πλανόδιος μικροπωλητής.

Αγόραζε και πουλούσε. Έδινε εμπόρευμα και έπαιρνε τρόφιμα γιά να θρέψει τήν οικογένεια του.

Ή δουλειά του τον άνάγκαζε να γυρνάει διάφορα χωριά.

Όμως τα χρόνια ήταν πονηρά και έπικίνδυνα. Κάποιος κακόβουλος, καχύποπτος τον συκοφάντησε ότι περιφερόμενος στα χωριά τροφοδοτούσε τούς αντάρτες.

Ή κατηγορία ήταν ανεπίσημη, προφορική και ανεύθυνη. Δεν ενημερώθηκαν οι επίσημες άρχές.

Κάποιος οπλισμένος γκεσταπίτης τον συνέλαβε και έκανε απόπειρα να τον οδηγήσει από τη Σφενδάμη στήν άστυνομία τού Έλευθεροχωρίου Πιερίας έχοντας σκοπό να τον δολοφονήσει στο δρόμο άθόρυβα. Αύτός ήταν δολοφόνος τών παρασκηνίων. Αύτός με τούς όμοιους του συνελάμβαναν στα κρυφά ανθρώπους. Τούς παρέσυραν στην έρημιά και τούς σκότωναν έκτονώνοντας τήν κακία τους. Ύστερα έχυναν κροκοδείλια δάκρυα.

Ό γκεσταπίτης ήθελε να τον οδηγήσει στο Έλευθεροχώρι με τα πόδια, χωρίς να ξέρει κανένας.

Όμως ό Γιάγκος φωτίσθηκε και σκέφθηκε ότι εκείνος είχε πρόθεση να τον σκοτώσει αφού δεν τον είχε χρεωμένο γιά μεταφορά από τίς διοικητικές αρχές.

Ό Γιάγκος, πού ήταν άθώος από τήν κατηγορία, πρίν άκολουθήσει το γκεσταπίτη τού έθεσε όρο να πάνε στήν κοινότητα να δηλώσουν έπίσημα τα όνόματα τους, τήν κατηγορία και τον προορισμό τους.

Ό θρασύδειλος γκεσταπίτης παραιτήθηκε από το σχέδιό του και σταμάτησε να τον ένοχλεί. Ό Γιάγκος σώθηκε και εύχαρίστησε τήν Παναγία.

3) Το 1960 ήταν με τη βάρκα «»Αγιος Νικόλαος» στή Θεσσαλονίκη, στή θάλασσα. Έκανε άπότομο μπουρίνι έπικίνδυνο και κινδύνεψε να πνιγεί. Όμως το κύμα τον πέταξε έξω στή στεριά μαζί με τη βάρκα του σώον και άβλαβή.

4) Το 1963 έκανε έγχείρηση όγκου, πού ήταν κακοήθης καρκίνος και θεραπεύθηκε, παρά τήν ιατρική διάγνωση πού είχε γνωματεύσει το σίγουρο θάνατό του.

5) Το 1986 (μετά τίς 15 Ίανουαρίου) προσβλήθηκε από έπικίνδυνο πνευμονικό οίδημα βαριάς μορφής, πού ήταν θανατηφόρο. Παρά τούς ιατρικούς φόβους θεραπεύθηκε.

6) Έσπασε, σε άτύχημα, ή κεφαλή τού ποδιού του και με έγχείρηση τού έβαλαν μεταλλική-πλαστική κεφαλή. Κινδύνεψε να πεθάνει από γάγγραινα αλλά γλύτωσε το θάνατο.

7) Ελευθέρωσε από μάγια κάποιον συγγενή του.

Αύτός ό συγγενής του πήγαινε στήν Εκκλησία τακτικά και συμμετείχε σε όλες τίς έκδηλώσεις της έκκλησιαστικής ζωής όπως διδάχθηκε.

Ό νέος αύτός άγάπησε μια κοπέλα και έκανε δεσμό μαζί της και έλεγε.

– ’Άν δεν τήν πάρω θά πεθάνω.

Όμως, ένώ όλα φαίνονταν να πάνε καλά πρός το γάμο, ό νέος αύτός ανεξήγητα τραίναρε το γάμο. Ανέβαλε το γάμο του με τήν κόρη χωρίς εξήγηση. Έπαθε ψυχική άναστάτωση από άγνωστη αιτία. ’Έπαψε να έκκλησιάζεται και δεν δεχόταν να ζει στή μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας.

Το αίτιο όλης αύτής της καταστάσεως προήλθε από το γεγονός ότι αύτός δέχθηκε έναν μάγο πού τού έστειλε μία κυρία.

Στο τέλος μαθεύθηκε ότι είχε πάρει από το μάγο ένα μπουκαλάκι με νερό και ένα χαρτί πού είχε γραμμένα τα άρχικά της οικογένειας και τίς λέξεις «Έτσι θέλω, κρίνω, δικάζω».

Ό Γιάγκος μόλις έμαθε πού ήταν θαμμένα τα μάγια, πρώτα προσευχήθηκε με εύλάβεια και ταπείνωση. Ύστερα άρχισε να σκάβει γιά να βγάλει και να καταστρέψει τα άντικείμενα της μαγείας.

Όμως, ένώ ό Γιάγκος έσκαβε, ένιωσε τη φοβερή βία τού δαίμονα και έντονη τη φρικτή παρουσία του. Ό δαίμονας πού πρώτα μπαίνει στή φαντασία, στήν άκοή, στήν όραση, στο Γιάγκο χρησιμοποίησε τήν άφή και τη βία.

Ό δαίμονας προσπαθούσε να έμποδίσει το Γιάγκο στο σκάψιμο πού έκανε γιά να τον έμποδίσει να βγάλει από τη γή τα άντικείμενα της μαγείας.

Ό δαίμονας με φανερό πλέον τρόπο τον τραβούσε από τα ρούχα τόσο δυνατά πού τα έσχισε.

Καθώς έσκαβε σκυμμένος ό Γιάγκος γιά να βγάλει τα άντικείμενα της μαγείας αισθανόταν ότι κάποιος τραβούσε πρός τα κάτω τα άντικείμενα της μαγείας.

Καταλάβαινε ότι ήταν δαίμονας, γιατί τού μετέδιδε τη φρικτή του αίσθηση.

«Αλλος δαίμονας τον τραβούσε από πίσω γιά να μή βγάλει το θαμμένο μπουκαλάκι με τα μαγικά. Τέλος ό δαίμονας τού έσχισε τα ρούχα πίσω στή μέση του. Σχίσθηκαν τα ρούχα του σάν να ήταν από μαχαιριά.

Τότε ό Γιάγκος ένώ έσκαβε, έκανε συγχρόνως το σημείο τού σταυρού άσταμάτητα.

Τότε οι δαίμονες έχασαν τη δύναμή τους και δεν μπόρεσαν να τον έμποδίσουν.

Τέλος ό Γιάγκος έξαφάνισε τα μαγικά άντικείμενα. Προσευχήθηκε με ταπείνωση και ό νέος ελευθερώθηκε από τα μάγια.

Ή προσωπική έπέμβαση τού Γιάγκου έναντίον των μαγικών ήταν άναγκαστική και όχι προκλητική.

Μετά άπ’ αυτό άποκαταστάθηκε ή πρώτη ήρεμία. Πραγματοποιήθηκε ό γάμος και μπήκαν στον κανονικό τους ρυθμό.

Ό Γιάγκος οσο περνούσε ό καιρός διάβαζε συνεχώς πολλά θρησκευτικά βιβλία. Κοινωνούσε τακτικά και έκανε πολλές φιλανθρωπίες και έλεημοσύνες.

Αύτή είναι ή σκιαγραφία της προσωπικότητας τού Γιάγκου πού όλη του ή ζωή είναι μία έπικοινωνία με το ύπερφυσικό. Ή νεκρανάστασή του είναι το άποκορύφωμα.

Πώς είναι δυνατόν έμείς να μπούμε και να συλλάβουμε το βάθος τού δικού του πνεύματος; Και ρωτάμε.

– Το μεταφυσικό μια φορά μονάχα έμφανίζεται στον άνθρωπο; Στο πρόσωπο τού Γιάγκου βλέπουμε να τον άκολουθεί μια ζωή ή μεταφυσική έπικοινωνία.

Μια φορά συνομιλούσα με έναν προορατικό και διορατικό μοναχό τού ‘Αγίου Όρους. Είχα βάσιμες πληροφορίες ότι αύτός έβλεπε αγγέλους και δαίμονες και ζούσε σε παραδείσιες πνευματικές καταστάσεις. Αύτός ό μοναχός είχε σοβαρότητα και σπάνια εύστροφία πνεύματος.

Κανείς δεν μπορούσε να τον ψαρέψει, να κάνει άποκαλύψεις των μεταφυσικών έμπειριών του.

Δεν τον ρώτησα άν βλέπει αγγέλους ή δαίμονες ή δράματα.

Ήξερα ότι δεν θά άποκάλυπτε τίποτε.

Τον ρώτησα με έμμεσο τρόπο.

– Γέροντα. Πώς γίνεται όταν ό άνθρωπος έρχεται σε έπαφή με το ύπερφυσικό;

Αύτός μού απάντησε.

– Γίνεται πλέον μόνιμη κατάσταση. Ό φτωχός αισθάνεται ότι το ψητό άρνί στο τραπέζι είναι κάτι το σπάνιο. Όταν όμως πλουτίσει και το έχει τακτικά τού γίνεται ρουτίνα. Ό άγράμματος όταν μορφωθεί τότε ή γνώση τού γίνεται μόνιμη.

Και όταν ό άνθρωπος άγιάσει τότε ζει μόνιμα μέσα στίς μεταφυσικές εμπειρίες του.

Κι αυτό τού είναι πλέον φυσιολογική κατάσταση

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ. ΛΑΖΑΡΟΣ ΤΣΑΚΙΡΙΔΗ
ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ . ΚΑΤΕΡΙΝΗ 1985

pentapostagma.gr

Διαβάστε όλο το άρθρο

Loading...

Συμπληρώστε το e-mail σας για να λαμβάνετε τα νέα από το Triklopodia πρώτοι!:

Στείλε μας το άρθρο σου

Loading…



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ triklopodia@hotmail.gr




Loading…

Για άμεση ενημέρωση πατήστε follow και ακολουθήστε μας στο twitter