Στην καθιερωμένη πλέον συνάντηση στο Όστερμπεκ της Ολλανδίας, το τριήμερο συνέδριο όδευε προς το τέλος του. Ο Λάνσκι αποβιβάστηκε από το τρένο και κατευθυνόταν προς το πολυτελές ξενοδοχείο με γρήγορους βηματισμούς, ενώ ο ιδρώτας ήταν πλέον εμφανής στο πρόσωπό του. Καλά ντυμένος, όπως το συνήθιζε πάντα, με κοστούμι, γραβάτα, καπέλο και ένα πουκάμισο πλέον μουσκεμένο. Δεν ήταν αργοπορημένος, αλλά το άγχος τον έκανε να παραμιλά και σχεδόν να τρέχει. Αν και προετοιμασμένος γι’ αυτή την ομιλία, δεν ήξερε τον αντίκτυπό της. Ήταν πολύ διαφορετική από τις συνηθισμένες και το κοινό μάλλον ιδιότροπο.
Έφτασε στον προαύλιο χώρο του ξενοδοχείου, όπου κάποιοι σύνεδροι έκαναν διάλειμμα απολαμβάνοντας τη λιακάδα. Μερικοί καυγάδιζαν, βρίζοντας αρκετά συχνά. Άλλοι γυάλιζαν τα όπλα τους, άλλοι ουρούσαν και έφτυναν όπου έβρισκαν, άλλοι έκαναν σκοποβολή με τα πετούμενα του ουρανού και τους κορμούς των δέντρων. Τον έπιασε απελπισία… Σκέφτηκε πόσο μάταιο θα ήταν, ίσως και επικίνδυνο, να κάνει κατήχηση σε αυτούς τους ανθρώπους. Αλλά το όραμά του, για μια ακόμη φορά, τον έκανε να ξεπεράσει τους ενδοιασμούς.
Ανέβηκε τις σκάλες, πέρασε τη μεγάλη πόρτα του ξενοδοχείου και έφτασε έξω από την κεντρική αίθουσα των συνομιλιών. Ένα μεγάλο πανό δίπλα από την είσοδο, καλωσόριζε τους σύνεδρους με μεγάλα γράμματα: «Καλωσορίσατε στο 28ο Συνέδριο Υποψήφιων Δικτατόρων». Και από κάτω με πιο μικρά: «Οι ιδέες είναι πιο ισχυρές από τα όπλα. Αφού δεν θα αφήναμε όπλα στους εχθρούς μας, γιατί να τους αφήσουμε να έχουν ιδέες;».
Διαβάστε τη συνέχεια στο https://gavriil.gr/micro-stories/kanto_opws_i_mafia/







