Η σύγκριση είναι αποκαλυπτική. Την Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026, η Ισπανία προχώρησε σε πακέτο μέτρων για να περιορίσει το σοκ στην ενέργεια, μειώνοντας τον ΦΠΑ σε βενζίνη και πετρέλαιο στο 10% και ρίχνοντας τον ειδικό φόρο υδρογονανθράκων προς το ελάχιστο που επιτρέπει η ΕΕ. Σύμφωνα με την ισπανική κυβέρνηση, το μέτρο μπορεί να φέρει ελάφρυνση έως και 30 λεπτά το λίτρο, σε μια προσπάθεια να απορροφηθεί μέρος της πίεσης που προκαλεί η κρίση στη Μέση Ανατολή.
Στην Ελλάδα, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Ο βασικός συντελεστής ΦΠΑ παραμένει στο 24%, ενώ οι επίσημοι πίνακες του υπουργείου Οικονομικών δείχνουν ότι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης φτάνει τα 700 ευρώ ανά 1.000 λίτρα για την αμόλυβδη βενζίνη και τα 410 ευρώ ανά 1.000 λίτρα για το πετρέλαιο κίνησης, δηλαδή περίπου 0,70 ευρώ/λίτρο και 0,41 ευρώ/λίτρο αντίστοιχα.
Αυτό σημαίνει ότι η τιμή στο πρατήριο δεν επιβαρύνεται μόνο από το ίδιο το καύσιμο, αλλά και από ένα πολύ βαρύ φορολογικό φορτίο. Το δημοσίευμα του BankingNews επισημαίνει ότι στην Ελλάδα οι φόροι στα καύσιμα εξακολουθούν να καταλαμβάνουν πολύ μεγάλο μέρος της τελικής τιμής στην αντλία, κάνοντας τη χώρα μία από τις πιο ακριβές φορολογικά αγορές καυσίμων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το πιο αιχμηρό σημείο της κριτικής αφορά τον λεγόμενο «φόρο πάνω στον φόρο». Με βάση προβλέψεις του κρατικού προϋπολογισμού για το 2026 που παρουσίασε η Ναυτεμπορική, το Δημόσιο αναμένει περίπου 1,706 δισ. ευρώ έσοδα από την επιβολή ΦΠΑ πάνω στους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης. Από αυτά, περίπου 502,8 εκατ. ευρώ συνδέονται με τον ΦΠΑ πάνω στον ΕΦΚ της βενζίνης και 363,6 εκατ. ευρώ με τον αντίστοιχο φόρο στο πετρέλαιο κίνησης.
Με απλά λόγια, η Ισπανία επιλέγει να χρησιμοποιήσει τη φορολογία ως εργαλείο ανακούφισης, ενώ η Ελλάδα συνεχίζει να αντιμετωπίζει τα καύσιμα ως σταθερή πηγή δημοσίων εσόδων. Και όσο αυτή η διαφορά πολιτικής παραμένει, ο οδηγός στην Ελλάδα θα βλέπει την αντλία όχι μόνο ως κόστος μετακίνησης, αλλά και ως καθρέφτη μιας πολύ πιο σκληρής φορολογικής πραγματικότητας.








