Ελευθέριος Ανδρώνης
Μερικές στιγμές της ζωής μοιάζουν πιο επιτηδευμένα διδακτικές ακόμα και από εκατοντάδες σενάρια ταινίας. Μια τέτοια στιγμή διαδραματίστηκε κατά την ώρα της ταφής του Γιώργου Μαζωνάκη στο Γ’ Νεκροταφείο Αθηνών.
Ο διάδρομος του κοιμητηρίου που οδηγούσε στην τελευταία κατοικία του τραγουδιστή, είχε αποκλειστεί με μπάρες ώστε να μην πλησιάζουν άτομα εκτός του στενού κύκλου της οικογενείας. Ένα μπουλούκι δεκάδων θαυμαστών συνωστίζεται 20-30 μέτρα μακριά από τις μπάρες, με σκοπό να τέρψει τα «παπαρατσικά» του ένστικτα. Απλώνονται ανάμεσα στα μνήματα, στριμώχνονται, σπρώχνονται, ανταγωνίζονται ποιος θα πάρει καλύτερη θέση, τεντώνουν τους λαιμούς τους μήπως καταφέρουν να ρίξουν έστω μια κλεφτή ματιά στο κατευόδιο.
Το οπτικό πεδίο που έχουν δεν τους ικανοποιεί, η περιέργεια θεριεύει σε επίπεδα ηδονοβλεψίας, οι αφοσιωμένοι «οπαδοί» δεν ανέχονται τέτοια μεταχείριση, νιώθουν πώς δικαιούνται «πρώτο τραπέζι – πίστα» ακόμα και για να ακούσουν τις ρυθμικές φτυαριές του νεκροθάφτη, τους αξίζει μια δική τους κερκίδα VIP τέλος πάντων! Και αφού στο κοιμητήριο δεν βρίσκουν τίποτα άλλο για να σκαρφαλώσουν, κάποιοι αδιανόητοι κάφροι ανεβαίνουν πάνω σε μνήματα και στέκονται όρθιοι επάνω στις μαρμάρινες ταφόπλακες. Ποδοπατούν έναν νεκρό, υποτίθεται για να τιμήσουν έναν άλλο νεκρό.
Ποια αιδώς; Ποιος σεβασμός; Ποια πολιτισμένη συμπεριφορά; Ποια ανθρωπιά; Το όπιο του κουτσομπολιού πάλλεται καυτό στις φλέβες τους και κάθε ίχνος τσίπας μοιάζει ανεπιθύμητη ενέργεια. Και πάνω στην ώρα που οι ιερόσυλοι κορδώνονται πάνω στο νεκρικό «βάθρο» της ματαιοδοξίας τους, συμβαίνει κάτι το εκπληκτικό. Η ταφόπλακα ραγίζει και σπάει υπό το βάρος των σωμάτων και της αναισχυντίας τους. Τρία άτομα βυθίζονται ακαριαία μέσα στον λάκκο του «άσημου» μακαρίτη, εκείνου που βεβήλωναν δευτερόλεπτα πριν με τα ποδοπατήματά τους. Αυτομάτως τινάζονται έντρομοι πάνω, για να ελευθερωθούν αυτοστιγμεί από την παγωμένη αγκαλιά του αναπόφευκτου. Το «πιάτο» της ανταπόδοσης, δεν θα μπορούσε να σερβιριστεί πιο άμεσα!
Ήταν σαν να τους ορμήνεψε υπερφυώς ο κεκοιμημένος:
«Ε λοιπόν, αφού βλέπετε ως σόου τον θάνατο, ελάτε μέσα να σας κάνω μια ταχιά ξενάγηση στα παρασκήνια που θα σας μείνει αλησμόνητη. Ελάτε να σας δείξω τι θαυμάζετε, που καταλήγουν εκείνοι που θεωρείτε «αστέρες» σας, μέχρι που φτάνει η λάμψη τους. Ελάτε να σας δείξω το αληθινό σας ανάστημα, όχι αυτό που πατάτε κυριολεκτικά επί πτωμάτων για να το ψηλώσετε, αλλά εκείνο που σπέρνεται δυο μέτρα κάτω απ’ τη γη από τον κορυφαίο θεριστή και «δημοκράτη» όλων, τον θάνατο.
Η περιέργεια και η αδιακρισία σας, ζέχνει περισσότερο και από την αποφορά του φρέσκου μνήματος. Η ειδωλολατρική κουλτούρα σας, ανήκει πιότερο στο χώμα παρά τα ταπεινωμένα οστά μας. Όποιος ποδοπατά ανίερα τον θάνατο – ποδοπατά και τη ζωή, δεν μπορεί να σταθεί με νόημα ούτε στο ένα κατώφλι, ούτε στο άλλο, γιατί και τα δύο ανταμώνουν στο περίλυπο βλέμμα του Θεού.
Πότε ήταν η τελευταία φορά, ταλαίπωρε, που επισκέφτηκες έναν τάφο για να πεις ένα ‘’Κύριε ελέησον’’; Πότε αφουγκράστηκες τα χίλια δυο διδάγματα που βοά η σιωπή ενός κοιμητηρίου; Πότε φιλοσόφησες αυτήν την ταφόπλακα ως στερνό σου σκέπασμα και τώρα αναίσθητα την πατάς; Πότε παρηγόρησες έναν πενθούντα που βρέχει με τα δάκρυά του αυτό το μαρμαρένιο παραπέτασμα;
Καλά η απάθειά σας, καλά η ξιπασιά σας, καλά και η μανία σας να ψάχνετε δανεικές ντόπες επιβεβαίωσης στην «αστραφτερή» ζωή κάποιου άλλου ή ακόμα και στην τελευτή του. Αλλά φτάσατε και στο έσχατο σημείο κατάντιας να κάνετε υποπόδιο σας τα λείψανα; Να κάνετε την οδύνη, χαλάκι να σκουπίζετε τα παπούτσια σας;».
Προσκλητήριο για πραγματικούς «φαν»
Πώς ακριβώς τιμάς την ψυχή ενός καλλιτέχνη, όταν ατιμάζεις ολόκληρη τη μετά θάνατον πολιτεία του; Όταν περιφρονείς ολόκληρη τη συνάθροιση των κρινομένων μπροστά στα πόδια του πολυεύσπλαχνου Κριτή; ΠΡΟΣΕΥΧΗ χρειάζεται ο εκλιπών και όχι επικήδεια γκρο πλαν, τραγούδια στη διαπασών και βουνά από στεφάνια. ΠΡΟΣΕΥΧΗ στον Θεό που ο ίδιος ομολογούσε, και όχι «καλό ταξίδι στο φως» και άλλες τέτοιες κενολογίες ενός υλιστικού savoir-vivre.
Και για να ευχηθείτε ταπεινά για έναν νεκρό, χρειάζεται να σέβεστε όλους τους νεκρούς και όχι να τους ξεχωρίζετε σε περιωπής και ασήμαντους, απάτητους και καταπατημένους. Αυτό ακριβώς θα ήθελε ο Γιώργος και κάθε άλλος «Γιώργος» που η ψυχή του αγωνιά να αγγίξει το στεφάνι της θριαμβεύουσας Εκκλησίας. Οι «ώρες μικρές» τελείωσαν ξαφνικά, αλλά τώρα έφτασαν οι ώρες οι μεγάλες, οι αιώνιες!
Αν είσαι πραγματικός «φαν» όπως λες, μη λυσσάς να φυλάξεις την κοσμική μνήμη του ήρωά σου, που προορίζεται να ξεθωριάσει σαν παλιά φωτογραφία. Αλλά κοίταξε να ξεβολέψεις λίγο το δικό σου τομαράκι, να ξεχρεώσεις όλους τους «οβολούς» που μπορεί να χρωστά η ψυχή εκείνου για τον οποίο ξόδευες ολόκληρες περιουσίες πετώντας άχρηστα γαρύφαλλα και ανοίγοντας σαμπάνιες.
Κάθε προσευχή, κάθε κομποσχοίνι, κάθε μνημόνευση, κάθε αγαθή πράξη και ΚΥΡΙΩΣ κάθε μας μετάνοια, σημαίνει το πιο ατίμητο χειροκρότημα, όταν για τον καθένα πέφτει η έσχατη αυλαία. Ο Γιώργος αγαπούσε τον Θεό και αναχώρησε αδόκητα, αλλά εμείς αντί να στοχαζόμαστε το μάταιο – επιμένουμε να χρυσώνουμε κούφιες υστεροφημίες.
Αν θες να λέγεσαι Χριστιανός ή Έλληνας ή ακόμα και άνθρωπος, μάθε να συστέλλεσαι μπροστά σε κάθε ξόδι. Τα μόνα μνήματα που τους πρέπει κάποτε να σπάσουν, είναι εκείνα τα τρισμακάρια που θα ακούσουν το «Δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου». Και εύχομαι (και έχω την αίσθηση) ολόψυχα ότι ο Γιώργος θα είναι ένας από αυτούς.




