Τοῦ ἀρχιμ. Μαξίμου Καραβᾶ
Εἰς τά παλαιότερα χρόνια, εἰς τά ἀνάκτορα τῶν βασιλέων ἤ τῶν αὐτοκρατόρων, πρό τῶν θυρῶν τῶν ἀνακτόρων, ὑπῆρ-χαν μαρμάρινα ἀγάλματα λεόντων, εἰς ὁρισμένας δέ περιπτώ-σεις ὑπῆρχαν καί ζῶντες λέοντες. Τοῦτο ἐσήμαινε, ὅτι οἱ φύλα-κες τῶν βασιλέων ἤσαν δυνατοί καί ἄφοβοι, ὡς λέοντες. Καί εἰς τήν ἐκκλησία, εἰς τό Δεσποτικό θρόνο, ὑπάρχουν μαρμάρι-νοι ἤ ξύλινοι λέοντες, ποὺ σημαίνει ὅτι οἱ ἐπίσκοποι, ποὺ ἔπρεπε νά εἶναι καί φρουροί τῆς Ἐκκλησίας, πρέπει νά εἶναι δυνατοί καί ἄφοβοι ὡς οἱ λέοντες.
Οἱ Ἀρχιερεῖς μας, καυχώνται ὅτι εἶναι εἰς ”τύπον” Χρι-στοῦ καί διάδοχοι τῶν Ἀποστόλων. Ποιός ὅμως ἐκ τῶν Ἀποστό-λων καὶ ὁ Κύριος Ἠμῶν Ἰησοῦς Χριστός, μᾶς ἔδωσε τέτοιο πα-ράδειγμα νά ὑπακούωμεν εἰς ἀντχρίστους καί ἄθεους νόμους τῶν ἀπίστων ἀρχόντων; Ἅς θυμηθοῦμε τήν ἀπάντηση τοῦ Πέ-τρου καὶ τῶν Ἀποστόλων πρός τό συνέδριον τῶν ἱερέων καί ἀρχιερέων ὅταν τούς ἀπείλησαν ἀπαιτώντας νά μήν ξαναμιλή-σουν γιά τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Τότε ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, ἔξ’ὀνόματος καί τοῦ Ἰωάννου, μέ καρδίαν ἄφοβον τούς
ἀπήντησε: “πέστε μας τί εἶναι σωστό, νά πειθαρχοῦμε εἰς τόν Θεόν ἤ εἰς τούς ἀνθρώπους”; «Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῶ μᾶλλον ἤ ἀνθρώποις» (Πράξ. 5,29) καί συνέχισαν τό κήρυγμα.
Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τήν σημερινήν ἐποχή, τῶν διαδόχων τῶν Ἀποστόλων. Πῶς ἀντέδρασαν εἰς τούς ἀντίθεους καί ἀντί-χριστους νόμους τῶν σημερινῶν κρατούντων ἔν Ἑλλάδι; Σιγή ἰχθύος! Ἀντιθέτως, ἀπεφάσισαν νά κλείσουν τούς Ἱερούς Να-ούς καί νά μᾶς ἀπαγορεύσουν τήν συμμετοχή μας εἰς τήν Ἐκκλησίαν, καθώς καί τήν Θεία Κοινωνία, συμβουλεύοντάς μας νά παρακολουθούμε τίς ἀκολουθίες τῆς Μεγάλης Τεσσαρακο-στῆς καί αὐτοῦ τοῦ Παναγίου Πάσχα, ἀπό τηλεοράσεως, χωρίς Θεία Κοινωνία. Δηλαδή «φᾶτε μάτια …», ὅπως λέει ὁ λαός. Ἀλλά τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας δέν εἶναι κινηματογρα-φικές ταινίες τίς ὁποῖες, ναί μέν παρακολουθεῖ ὁ θεατής, ἀλλά δέν δύναται νά συμμετέχει σ΄αὐτές. Εἶναι Μυστήρια τῆς Ἐκκλη-σίας εἰς τά ὁποῖα κοινωνεῖ, δηλαδή συμμετέχει πραγματικά ὁ πιστός,καί ἀλίμονό του ἐάν δέν συμμετέχει καί παραμένει ἕνας ἁπλός θεατής. Ἰδιαιτέρως δέ ἡ Θεία Λειτουργία, ἡ ὁποία λέγε-ται καί Κοινωνία,ἀπαιτεῖ καί τήν συμμετοχή τῶν πιστῶν, κλη-ρικῶν καί λαϊκῶν, εἰς αὐτήν. Δηλαδή πρέπει, ὅπως διά στόμα-τος Ἱερέως μᾶς καλεῖ ὁ Χριστός, νά προσερχόμεθα εἰς τό θεῖο αὐτό Μυστήριο συμμετέχοντες διά τῆς Θείας Κοινωνίας εἰς αὐτό. Καὶ ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τὸ μέγι-στον τῶν Μυστηρίων, δηλαδὴ ἡ Θεία Λειτουργία ποὺ λέγεται καὶ κατ᾽ ἐξοχὴν κοινωνία, δὲν τελεῖται εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Ἐπισκό-που καὶ γιὰ τὸν Ἐπίσκοπο, ἀλλά διά τήν συμμετοχήν σ΄αὐτό κλήρου καί λαοῦ, ὅπως ὁ ἱερεύς ἐπαναλαμβάνει σέ κάθε πι-στόν πού κοινωνεῖ, ὅτι κοινωνεῖ εἰς «ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί ζωήν αἰώνιον». Ὁ δέ Κύριος Ἠμῶν Ἰησοῦς Χριστός μᾶς ἐβεβαί-ωσε ὅτι τρώγοντας τό Πανάγιο Σῶμα Του καί πίνοντας τό Πα-νάγιον Αἷμα του ἔχουμε ζωήν αἰώνιο.
Ἐπίσης, οἱ Ἀρχιερεῖς μας παρερμηνεύουν τά λόγια τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου λέγοντας ὅτι τίποτα δέν πρέπει νά τελεῖται εἰς τήν Ἐκκλησίαν, χωρίς τήν ἔγκριση τοῦ Ἐπισκόπου. Καί ναί μέν ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος αναφέρει τοῦτο, ἀλλά προϋποθέτει ὅτι ὁ Ἐπί-σκοπος νά εἶναι Ὀρθόδοξος καί νά ὀρθοτομεῖ τόν Λόγο τῆς Θείας Ἀληθείας: δηλαδή νά διδάσκει ὀρθόδοξα τούς πιστούς
καί νά μήν κηρύττει αἱρετικά, οὔτε νά σκανδαλίζει τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας μέ τή ζωή του. Καί ἐνῶ οἱ ἐπίσκοποι, παρερμη-νεύουν τά ὑπό τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου, ὡς ἄνω λόγια, ἀποφεύγουν νά διαβάσουν ἤ νά ἀκούσουν αὐτά πού ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος ἀναφέ-ρει εἰς τήν πρός Ρωμαίους Ἐπιστολή του, δηλώνοντας ὅτι ἐπι-θυμεῖ τό μαρτύριον διά τόν Χριστό (Τί μοί συμφέρει ἐγώ γινώ-σκω). Ποιός σήμερα ἀπό τούς Ἀρχιερεῖς μας ἐπιθυμεῖ νά μαρ-τυρήσει διά τόν Χριστόν; Καί εἶναι φυσικό ἐπακόλουθο ἀφοῦ, ὡς σαρκικοί, δέν ἐπιθυμοῦν νά χάσουν τίς τιμές, τήν δόξαν καί τήν καλοπέραση τῆς ἀρχιερατικῆς ζωῆς. Λησμονώντας ὅτι θά ἀκούσουν αὐτά πού ἄκουσε ὁ πλούσιος της Παραβολῆς ἀπό τόν Ἀβραάμ, ὅπως αναφέρεται στην παραβολή τοῦ πλουσίου καί τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου, «Τέκνον μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου· νῦν δὲ ὀδυνᾶσαι» (Λουκ. 16,25). Καί τοῦτο συμβαίνει γιατί ἔχασαν τόν φόβο τοῦ Θεοῦ καί κα-τήντησαν, ὡς φαίνεται ἀπό τίς πράξεις καί τά λόγια των, ἀθεό-φοβοι. Ὅποιος ὅμως ἐκαλλιέργησε στήν ψυχή του τόν φόβον τοῦ Θεοῦ μένει ἀτρόμητος καί ἄφοβος, ὡς λέων. Ἀλλά ἐκεῖνος ὅμως πού ἔχασε τόν φόβον τοῦ Θεοῦ φοβᾶται τά πάντα, ἀκόμα καί τίς «κατσαρίδες» τῆς πολιτικῆς καταστάσεως πού εἰσῆλθαν εἰς τα ἀνάκτορα τῆς Ἱστορίας τῆς ἔνδοξης Ἑλλάδος καί τήν ἀλλοίωσαν, καθώς καί τήν ἑλληνικήν γλώσσα. Καί προ-σπαθοῦν νά μποῦν στό «Ἄβατο» τῆς Ἐκκλησίας νά διαφθεί-ρουν καί τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων. Καί ἡ ἀντίδραση τῶν ἐπισκόπων ἦταν τοιαύτη πού ἐνεθάρ-ρυνε ἀκόμα περισσότερο τίς «πολιτικές κατσαρίδες», ὥστε νά κλείσουν τούς ἱερούς ναούς και νά ἀφήσουν τούς πιστούς, ἀκόμα καί τό Πανάγιο Πάσχα, χωρίς Θεία Κοινωνία καί νά τι-μωροῦν ἐκείνους πού στάθηκαν σταθερoί στήν ἀποστολή τους! Δυστυχῶς δε, ἐτιμώρησαν ὅσους ἐκ τῶν κληρικῶν ἐκα-ναν τό καθῆκον τους, υπακούοντας στόν Θεό καί ὄχι στούς αν-θρώπους.
Ἐξεπλάγην δέ ἀπό τήν ἀποφασήν τῆς «Ἄγκελας», Καγκε-λαρίου τῆς Γερμανίας, νά διατάξει τήν ἀπαγόρευση τῆς Θείας Κοινωνίας! Ποιά; Ἡ Γερμανίδα Καγελάριος πού θά ἔπρεπε νά ντρέπεται νά βγάλει τό κεφάλι της καί ἀπό τό παράθυρο τῆς οἰκίας της, γιατί οἱ πρόγονοί της αἱματοκύλησαν δύο φορές τόν
κόσμο μέ ἑκατομμύρια νεκρούς καί ἀνυπολόγιστες καταστρο-φές! Ἐάν εἶχαν φιλότιμο οἱ Γερμανοί, θά ἔπρεπε νά σβήσουν τό όνομα «Γερμανία» ἀπό ὅλα τά ἐγκυκλοπαιδικά Λεξικά καί τήν παγκόσμια Ιστορία καί αὐτοί οἱ ἴδιοι νά πάρουν νέα ὀνο-μασία καί ὄχι νά θέλουν πάλι νά κατακτήσουν, διά τῆς δυνά-μεως τοῦ χρήματος, τόν κόσμο.
Ὁ δέ Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Γερμανίας, γνήσιο «παγώνι» τῆς «κλωσσομηχανῆς», ἀπεφάσισε νά ὑπακούσει καί ὄχι νά ἀντι-σταθεῖ εἰς τήν ἀπόφαση τῆς ἀθέου κυβερνήσεως τῆς Γερμα-νίας! Τότε, ἀφοῦ δέν ἐπιτρέπεται νά κοινωνοῦν οἱ πιστοί τῶν Θείων Μυστηρίων, τί χρειάζεται ἡ παρουσία του, καθώς καί τῶν λοιπῶν κληρικῶν εἰς τήν ἐκκλησία; Μήπως γιά νά μή χά-σουν τήν καλοπέραση; Δυστυχῶς, σέ λίγο διάστημα τό ἴδιο θά ἐπακολουθήσει καί ἐδῶ στήν Ἑλλάδα, χωρίς δυναμική ἀντί-δραση τῆς λεγομένης «Μικρᾶς» καί «Μεγάλης» Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας μας. Καί ἰσχύει κι ἐδῶ το «ἠγάπησαν γὰρ τὴν δόξαν τῶν ἀνθρώπων μᾶλλον ἤπερ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ» (Ιω. 12,43)! Εἰς τοῦτο ὅμως ἂς μὴ καταλογίζουμε ὁλόκληρη τὴν εὐθύνη εἰς τοὺς ἐπισκόπους, ἀφοῦ καὶ ἐμεῖς ἀνεχόμεθα, μὲ τὴν ὑποκοή μας, αὐτὸν τὸν ἐμπαιγμόν· καί, ἂν κανεὶς διαμαρτυρηθεῖ, ὑπό-κειται εἰς τὴν δεσποτικὴν ὀργὴν τοῦ κυριάρχη. Αὐτὸ ἰσχύει γιὰ ὅλους τοὺς πιστούς, κλῆρο καὶ λαό. Δηλαδή, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος φοβεῖται τὸν Θεόν, δὲν φοβᾶται τίποτα· καὶ ἐκεῖνος ποὺ δὲν φοβεῖται τὸν Θεόν, φοβᾶται καὶ τὶς κατσαρίδες.
Ἐπειδή, λοιπόν, ἡ πλειονότης τῶν Ἐπισκόπων δὲν ἔχει φό-βον Θεοῦ, διὰ τοῦτο καὶ ὀρθῶς θεωροῦνται ὡς θνησιμαῖοι λέ-οντες, τῶν ὁποίων ἡ ὀσμὴ τοῦ θανάτου, διὰ τῶν ἀποφάσεών των καὶ τῆς δειλίας των, ἔφθασε διὰ τῆς τηλεοράσεως εἰς τὰ πέρατα τῆς γῆς. Ἂς παραδειγματιστοῦμε ἀπὸ τὴν ἀπόφαση ποὺ πῆρε ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Δαμασκηνὸς κατὰ τὴν γερ-μανικὴ κατοχή, ὅταν, μετὰ τὴν καταστροφὴ τῶν Γερμανῶν στήν Ρωσία, χρειάστηκαν νὰ βγάλουν ἀπὸ τὰ ἐργοστάσια τῆς Γερμα-νίας τοὺς Γερμανοὺς ἐργάτες καὶ νὰ τοὺς στείλουν στρατιῶτες εἰς τὸ Μέτωπο. Ἔπρεπε ὅμως καὶ τὰ ἐργοστάσια νὰ λειτουρ-γοῦν. Γιὰ τοῦτο σκέφτηκαν νὰ φέρουν αἰχμαλώτους ἀπὸ τὰ κράτη ποὺ ὑπέταξαν καὶ νὰ τοὺς χρησιμοποιήσουν εἰς τὴν λει-τουργία τῶν ἐργοστασίων. Ὅταν τὸ πληροφορήθηκε ὁ
ἀρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, πῆρε τηλέφωνο τὸν Γερμανὸ διοι-κητὴ καὶ τὸν ἀπείλησε ὅτι, ἐὰν προχωρήσει στὴν ἐνέργεια αὐτή, θὰ κηρύξει ἐπανάσταση χτυπώντας καθημερινῶς τὶς κα-μπάνες νεκρικά. Ὁ Γερμανός, σκεπτόμενος ὅτι, ἀντὶ νὰ ὠφελή-σει τὴν κατάσταση στὴν Γερμανία στέλνοντας αἰχμαλώτους γιὰ τὰ ἐργοστάσια, θὰ ὑποχρεωνόταν νὰ φέρει στρατὸ γιὰ νὰ ἀντι-μετωπίσει τὴν «ἐν Ἑλλάδι» κατάσταση, ἀνακάλεσε τήν ἀπό-φαση. Ἐὰν ἕνας ἀρχιεπίσκοπος, ὑπὸ ξενικὴν κατοχήν, εἶχε τὴν δύναμη καὶ τὴν ἀφοβία νὰ τὰ βάλει μὲ τοὺς κατακτητὰς καὶ νὰ νικήσει, πόσο μᾶλλον πρέπει νὰ ἐναντιωθοῦν οἱ ἀρχιερεῖς μας κατὰ τῶν πολιτικῶν «κατσαρίδων» καὶ μάλιστα ὑπὸ καθεστὼς «δημοκρατικῆς» κυβερνήσεως; Ἐὰν φοβοῦνται τὶς πολιτικὲς «κατσαρίδες» ἐν καιρῷ δημοκρατίας, ἐρωτῶμεν, εἶναι ἄξιοι νὰ ἀντιπροσωπεύουν τὴν διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος;
Ὀρθῶς, λοιπόν, ὁ Ἐκκλησιαστὴς λέγει: «Κρεῖσσον κύων ζῶν ἢ λέων τεθνηκώς» (κεφ. 9, στίχ. 4).
Μετά λοιπόν ἀπό ὅλα αὐτά, ἡ κατάσταση τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά περιέλθει εἰς τάς χείρας τῶν πιστῶν, ἐάν ὑπάρχουν ἀκόμα πιστοί. Καί νά ἀποβάλουν διά τῆς ἀποχῆς των, ἀπό τήν Ἐκκλησία, τον ἑσμό τῶν Ἀρχιερέων καί νά ζητήσουν, ὅπως ὁ ἱε-ρός Χρυσόστομος ἐζήτη, με μία φωνή: «ἔξω κλῆρον, νέον κλῆρον». Διαφορετικά θά εἶναι συνυπεύθυνοι μετά τῶν προϊ-σταμένων των, οἱ ἱερεῖς καί οἱ πιστοί, πού διά τούς ἴδιους λό-γους θά παραμείνουν πιστοί εἰς τίς «πολιτικές κατσαρίδες».
Ὅταν ἐμεῖς οἱ ὁλιγοι, προτρέπαμε τούς ἱερεῖς νά ἀποτειχι-στοῦν ἀπό τούς Ἐπισκόπους των, μᾶς κατηγοροῦσαν ὡς «ἐπα-ναστάτες» και «φανατικούς». Τώρα, μετά ἀπό ὅλα αὐτά, δέν μποροῦν νά διακρίνουν τί προϊσταμένους ἔχουν καί πού τούς ὁδηγοῦν;
Ἐμεῖς ὅμως, οἱ πιστοί Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, κληρικοί καί λαϊκοί, θά βροντοφωνάξουμε μαζί μέ τόν Ἰωσήφ Βρυένιο:
Οὐκ ἀρνησόμεθά σε, φίλη Ὀρθοδοξία· οὐ ψευσόμεθά σου πατροπαράδοτον σέβας· ἐν σοὶ ἐγεννήθημεν, καὶ σοὶ ζῶμεν, καὶ ἐν σοὶ κοιμηθησόμεθα· εἰ δὲ καλέσει καιρός, καὶ μυριάκις ὑπὲρ σοῦ τεθνηξόμεθα
(Ἀπόσπασμα ἀπό τό «Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας»)
“Οἱ Προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλη-σία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ Οἰκου-μένη ὡς συμπεφώνηκεν, ἡ χάρις ὡς ἔλαμψεν, ἡ ἀλή-θεια ὡς ἀποδέδεικται, τὸ ψεῦδος ὡς ἀπελήλαται, ἡ σο-φία ὡς ἐπαρρησιάσατο, ὁ Χριστὸς ὡς ἑβράβευσεν, οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν, οὕτω κηρύσσομεν Χρι-στόν τὸν ἀληθινὸν Θεὸν ἡμῶν, Αὕτη ἡ πίστις τῶν Ἀποστό-λων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδό-ξων, αὕτη ἡ πίστις τὴν Οἰκουμένην ἐστήριξεν.
Ἀντί επιλόγου.
Ἔρχεται ο Ἀντίχριστος
Ἔρχεται ὁ ἀντίχριστος
Ἀδέλφια, ἄς φυλαχθοῦμε,
ἔρχονται κι οἱ προφῆτες μας
γιά νά ἐνισχυθοῦμε.
Ἔρχονται γιά νά «σφάξουνε»
Παπάδες, δεσποτάδες
π’ ἐπούλησαν τόν Κύριον
γιά δόξα καί παράδες.
Ἔρχεται ὁ ἀντίχριστος
διά νά μᾶς σφράγιση,
μά ἔρχεται κι ὁ Κύριος
νά τόν ἐξαφανίση.
Γι’ αὐτό, ἀδέλφια, Χριστιανοί,
Ὀρθόδοξοι ἄς σταθοῦμε,
τώρα πού ἔρχετ’ ὁ Χριστός
γιά νά μήν κολασθοῦμε.
Ἐάν σταθοῦμε Ὀρθόδοξοι
στήν πίστη, στή ζωή μας,
τότε αἰώνια θά ’χωμε
τόν Κύριον μαζί μας.



