«La révolution consiste à aimer un homme qui n’existe pas encore» (Albert Camus)
(Η επανάσταση συνίσταται στο να αγαπάς έναν άνθρωπο που δεν υπάρχει ακόμα)
Είμαστε, άραγε, άξιοι, όχι να πραγματοποιήσουμε, αλλά, έστω, να τιμήσουμε μια επανάσταση, όταν δεν αγαπάμε ούτε τα παιδιά, τα εγγόνια ή τα δισέγγονά μας, την τύχη των οποίων, ως έντρομοι μεταπράτες των γενεών της ιστορίας, παραδώσαμε στα χέρια των απογόνων των δολοφόνων των παππούδων και των γονιών μας;
Από τότε που ανακοινώθηκε ο προγραμματισμός για τον πανυγηρικό και με την «αίγλη» του ελληνικού πολιτικού και πνευματικού νεοπλουτισμού και της κοσμικότητας εορτασμό των διακοσίων χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση τριγυρίζει, συνεχώς, στο μυαλό μου η άποψη του δασκάλου μας της μουσικής πρωτοπορίας, Pierre Boulez, που διατυπώθηκε τον Ιανουάριο του 1989 με την ευκαιρία του εορτασμού στη Γαλλία των διακοσίων χρόνων από τη Γαλλική Επανάσταση, ότι «Οι επαναστάσεις τιμώνται όταν δεν είναι, πλέον, επικίνδυνες» («Les révolutions sont célébrées quand elles ne sont plus dangereuses»).
Στην άποψη αυτή είχα εκφράσει, τότε, με όλο τον σεβασμό προς το πρόσωπο και τις απόψεις του Pierre Boulez, την αντίρρησή μου, λέγοντας «Δυστυχώς, αγαπητέ maître, οι επαναστάσεις τιμώνται, γιατί, απλά, ποτέ δεν είναι επικίνδυνες» («Μalheureusement, cher maître, les révolutions sont célébrées, parce que elles ne sont tout simplement jamais dangereuses»).
Αν πάρουμε ως σημείο αναφοράς κάθε επανάστασης τον λαό, σύμφωνα με την άποψη του Γάλλου ιστορικού Jules Michelet (1798-1874) στο έργο του «Le peuple» (Ο λαός) (1846), ότι «Από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα, αυτή (η επανάσταση) δεν έχει παρά έναν ήρωα: τον λαό» («De la première page à la dernière, elle (la Révolution) n’a qu’un héros: le peuple»), ο προβληματισμός μου είναι, πού βρέθηκε αυτός ο λαός μετά από τρεις, για παράδειγμα, ιστορικές επαναστάσεις: μια πολιτικοκοινωνική, μια ταξική και μια εθνική.
Έτσι, στη Γαλλική Επανάσταση ο λαός από την τυραννία της πολιτικής μοναρχίας βρέθηκε στην τυραννία της οικονομικής πολυαρχίας, αυτή που ο ίδιος ο επαναστάτης Robespierre χαρακτήριζε ως δεσποτισμό της ελευθερίας εναντίον της τυραννίας («despotisme de la liberté contre la tyrannie»), στη Ρωσική Επανάσταση ο λαός από την τυραννία της φεουδαρχίας βρέθηκε στην τυραννία της κομματικής και μετέπειτα οικονομικής ολιγαρχίας και στην καθ’ ημάς Ελληνική Επανάσταση βρεθήκαμε από την τουρκική στην ευρωπαϊκή σκλαβιά.
Όσον αφορά την «αίγλη» της κοσμικότητας, με την οποία περιβάλλουν τον καθ’ ημάς εορτασμό, θα μπορούσα να τη δικαιολογήσω, γιατί δεν περίμενα να γνωρίζουν οι γυρολόγοι κερδοσκόποι πραματευτές της ιστορίας την άποψη του Μάο Τσε Τουνγκ, ότι «Η επανάσταση δεν είναι ένα δείπνο γκαλά, ούτε ένα λογοτεχνικό έργο, ένα σχέδιο ή ένα κέντημα» και σίγουρα δεν ήταν κάτι από αυτές τις μικροαστικές ή μεγαλοαστικές συνήθειες και η Ελληνική Επανάσταση.
Τελικά, δεν έχω παρά να δικαιώσω, ακόμα μια φορά, τον Jean-Paul Sartre, που θεωρούσε την επανάσταση, όπως την αγάπη και την καρριέρα ως δράσεις που αρχίζουν με άγνωστη την έκβασή τους («Un amour, une carrière, une révolution: autant d’entreprises que l’on commence en ignorant leur issue»).
Ίσως, όμως, με την επανάσταση τα πράγματα είναι περισσότερο προβλέψιμα, αφού η ιστορία έχει δείξει, ότι με το τέλος της χάνεται και ο ρομαντισμός της και οι επαναστάτες γίνονται, συνήθως, οι επόμενοι τύραννοι, ακόμα και ως τύραννοι, κατά τον Robespierre, της ελευθερίας και αυτό γιατί, ιστορικά, κανένα πολίτευμα δεν μπόρεσε να διασφαλίσει μια ισορροπία ανάμεσα στις ενυπάρχουσες και συνυπάρχουσες δυναμικές της τυραννίας της πλειοψηφίας και της τυραννίας της μειοψηφίας, γεγονός που εκφράζεται και από το παράδοξο της μαθηματικής λογικής («A paradox in the theory of democracy») του Richard Wollheim, κατά το οποίο ένας δημοκράτης που είναι υπέρ μιας άποψης, όταν η πλειοψηφία υιοθετήσει την αντίθετή της, αναγκάζεται ως δημοκράτης να είναι ταυτόχρονα και υπέρ αυτής, δηλαδή, της αντίθετης.
Δε χρειάζεται, όμως, να ταξιδέψουμε τόσο μακριά στη φιλοσοφία της μαθηματικής λογικής για να αντιληφθούμε αυτές τις αντιφάσεις, όταν στη χώρα μας που βρίσκεται κάτω από τον δεσποτισμό μιας υποτιθέμενης ελευθερίας, με τον οποίο δεσποτισμό έχει καταπατηθεί την τελευταία δεκαετία με την πρέπουσα μεγαλοπρέπεια κάθε ανθρώπινο δικαίωμα με το ευτελές πρόσχημα της οικονομικής σωτηρίας, η τιμή και τα διλήμματα της δήθεν προάσπισης των δικαιωμάτων της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας φορτώθηκαν, πριν λίγες μέρες, στις χοιρινές σπάλες.
Αυτοί οι χοιροσπαλοαγωνιστές, που έβαλαν ως μεσάζοντες της πολιτικής αξιοπρέπειας τον Χριστό, τον Μωάμεθ και το γουρούνι, θα τιμήσουν την Ελληνική Επανάσταση;
Αυτοί που είναι πρόθυμοι για λόγους μιας κακώς εννοούμενης εξωτερικής πολιτικής συναίνεσης να δουν στο σούβλισμα του Αθανασίου Διάκου την πρωτοπορία μιας κολονοσκόπησης;
Αυτοί που δεν τολμούν ούτε καν να σκεφτούν τη φράση «εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω» του Αθανασίου Διάκου στην αίθουσα των προσχημάτων, που έγιναν tapisseries οροφής δίκην ακυβέρνητων χαρταετών και ποδοπάτητη μοκέτα δίκην παιδικής χαράς προς τέρψη των νηπίων των συμβουλίων «κορυφής» τα χρώματα χωρίς εθνικά σύμβολα και η πατριωτική αξιοπρέπεια έδωσε τη θέση της στην ευρωπαϊκή υποταγή;
Τί σχέση έχουν με την επανάσταση τα αλίπαστα λαχανάκια των Βρυξελλών και τα περιφερόμενα ασώματα, ακέφαλα και ανεγκέφαλα μπλε κουστουμάκια της τεχνητής ανοημοσύνης του Berlaymont;
Και, επιτέλους, ποιά ελευθερία θα γιορτάσει η Ελλάδα; Την απελευθέρωσή της από την οθωμανική φεουδαρχική σκλαβιά και την υποταγή της στη χρηματοπιστωτική γερμανική σκλαβιά; Την απελευθέρωσή της από τον οθωμανικό φεουδαρχισμό και την υποταγή της στον ευρωατλαντικό ιμπεριαλισμό;
Δυστυχώς, σήμερα, γίνονται περισσότερο από κάθε άλλη φορά επίκαιρα τα λόγια ενός Έλληνα επαναστάτη, του Μακρυγιάννη:
«Και λευτερωθήκαμεν από τους Τούρκους και σκλαβωθήκαμεν εις ανθρώπους κακορίζικους, όπου ήταν η ακαθαρσία της Ευρώπης».
ΔΑ





