Πολιτεία και Εκκλησία
Συζητήθηκε έντονα, τις τελευταίες ημέρες, η εξαγγελία της Κυβέρνησης ότι είναι στις προθέσεις της η αύξηση των μισθών των μητροπολιτών και των επισκόπων της Εκκλησίας της Ελλάδος μέχρι και κατά 95%! Όσοι έχουν στάση επικριτική ή κριτική έναντι της Εκκλησίας βρήκαν πρώτης τάξεως ευκαιρία να επιτεθούν. Εντυπωσιακό είναι ότι καυστικά σχόλια έκαναν και δημοσιογράφοι τηλεοπτικών σταθμών άκρως φιλικών προς την Κυβέρνηση! Επί του θέματος τοποθετήθηκαν τόσο κάποιοι ιεράρχες όσο και απλοί πολίτες. Για μία φορά φάνηκε πόσο νοσεί η ελληνική κοινωνία.
Επειδή το θέμα πρέπει να σχετιστεί με πλήθος άλλων της ιστορίας του νεοελληνικού Κράτους καλή είναι η ιστορική αναδρομή. Αυτό έδειξε την εχθρότητά του προς την Εκκλησία ήδη ευθύς μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια. Οι Βαυαροί αντιβασιλείς έκλεισαν 420 μοναστήρια, τα προπύργια του αγώνα για την ελευθερία κατά τον Μακρυγιάννη, δήμευσαν την περιουσία τους, την οποία κατασπατάλησαν οι Βαυαροί σε αγαστή συνεργασία με τους εντόπιους στην υπηρεσία τους. Ο δυτικοσπουδαγμένος γραμματέας της Ιεράς Συνόδου των ολιγογραμμάτων τότε επισκόπων και σημαντικό μέλος της ομάδας πολεμικής κατά του Καποδίστρια, Θεόκλητος Φαρμακίδης, εκτελώντας εντολή των Βαυαρών επέτυχε να υπερψηφισθεί από τη Σύνοδο η απόσχιση της Εκκλησίας της Ελλάδος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο (1833). Παρέμεινε αυτή σχισματική μέχρι το 1850.
Καθώς η χώρα μας με εντολές των «προστατών» μας εκδυτικιζόταν η εθναρχούσα, κατά την τουρκοκρατία Εκκλησία, υποβιβάστηκε σε νομικό πρόσωπο δημοσίου Δικαίου. Οι αρχιερείς απέκτησαν σχέσεις με τους πολιτικούς, οι οποίοι ασκούσαν πολιτικές καθ’ υπαγόρευση, αφού η χώρα ήταν και παραμένει εμφανώς προτεκτοράτο, παρά τα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ακόμη από φιλότιμο μερίδα του λαού μας. Στη Δύση, ήδη κατά τον 19ο αιώνα, είχε επέλθει ιστορικός συμβιβασμός μεταξύ των αστικών καθεστώτων και των θρησκευτικών ηγετών διαφόρων δογμάτων. Διατηρώντας αυτοί προνόμια έσπευσαν να στηρίξουν το καθεστώς, το οποίο δεχόταν πιέσεις από το σοσιαλιστικό κίνημα, αρχικά, το κομμουνιστικό, αργότερα. Οι χριστιανοί στη Δύση στρατεύτηκαν κατά του αθέου κομμουνισμού και παρέβλεψαν, λόγω απόκρυψης της αλήθειας από τους θρησκευτικούς τους ηγέτες, ότι υλιστική είναι και η ιδεολογία του καπιταλισμού. Και επειδή στη χώρα μας αντιγράφουμε με μίμηση πιθήκου τα συμβαίνοντα στη Δύση, καλλιεργήθηκε η αντίληψη ότι πρέπει να συσπειρωθεί ο ευσεβής (;) λαός στο αστικό – καπιταλιστικό στρατόπεδο. Αλλά το όραμα της κοινωνικής δικαιοσύνης συγκινούσε, μέχρι πρότινος, σημαντική μερίδα του λαού μας. Έβλεπε αυτός να δικαιώνεται ο Μαρξ, ο οποίος τόνισε ότι η θρησκεία, δημιούργημα των κατά καιρούς κρατούντων, είναι το όπιο του λαού. Η χώρα μας πλήρωσε αυτόν τον διχασμό με εμφύλιο πόλεμο. Ο κομμουνισμός κατέρρευσε και ο καπιταλισμός δείχνει πλέον τα άγρια δόντια του όχι μόνο εκτινάσσοντας στα ύψη την κοινωνική αδικία, αλλά αποβάλλοντας και τα προσχήματα σεβασμού της πίστης και της αγάπης προς την πατρίδα των λαών και διασπείροντας την ηθική διαφθορά. Ο σκληρός διωκτικός αθεϊσμός του κομμουνισμού υποκαταστάθηκε από την περιθωριοποίηση της θρησκευτικής πίστης, η οποία θεωρείται πλέον υπόθεση προσωπική του πολίτη και όχι της Πολιτείας. Αυτή, στο όνομα δήθεν της ελευθερίας, διακηρύσσει τη θρησκευτική ουδετερότητα. Ο προλεταριακός διεθνισμός υποκαταστάθηκε από το ιδεολόγημα της παγκοσμιοποίησης της νέας τάξης πραγμάτων.
Μέλη της Εκκλησίας, κληρικοί και λαϊκοί, κατά τη διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας, σκανδάλισαν μέρος του λαού με εγκώμια κατά των επιόρκων αξιωματικών, οι οποίοι στραγγάλισαν την ελευθερία του λαού μας, το πολυτιμότερο δώρο του Θεού στον άνθρωπο. Κατά την περίοδο της λεγόμενης μεταπολίτευσης, σφοδρή δέχθηκε η Εκκλησία επίθεση και όχι τα πρόσωπα που σκανδάλισαν. Τότε άρχισε και η καλλιέργεια του αντιπατριωτισμού. Ο κατήφορος της χώρας, που δεν έχει τελειωμό, εντάθηκε έκτοτε, αλλά ούτε συλλογική αυτοκριτική είδε το φως ούτε ανησυχία εκφράστηκε για την προϊούσα αποστασιοποίηση του λαού μας από την Εκκλησία. Η Ιεραρχία, παρά την εμφανή διάθεση της Πολιτείας να θέσει την πατροπαράδοτη πίστη στο περιθώριο του κοινωνικού βίου, παρέμεινε αδρανής και εξακολουθεί να παραμένει, ενώ έχουν ψηφιστεί πλήθος αντιευαγγελικών νόμων, για τους οποίους ουδέποτε προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας με την καταγγελία ως αντισυνταγματικών με βάση το, για λίγο ακόμη, ισχύον Σύνταγμα της χώρας. Ζήτησε όμως από τον πιστό λαό να κατέλθει κάποτε στους δρόμους (1987), να διαμαρτυρηθεί για την σκοπούμενη δήμευση της εκκλησιαστικής περιουσίας.
Στις κατά καιρούς έντονες προτάσεις χωρισμού της Πολιτείας από την Εκκλησία αφήνεται να σχηματιστεί η εσφαλμένη αντίληψη ότι αυτό θα είναι σε βάρος της Εκκλησίας, ενώ είναι το έθνος μας που θα υποστεί σοβαρότατες τις συνέπειες, όπως οι δυτικές αποχριστιανισμένες χώρες, που όμως δεν έχουν μετατραπεί ακόμη σε λαϊκά κράτη πλην της Γαλλίας. Στις κατά καιρούς μεμψιμοιρίες για την πληρωμή των μισθών των κληρικών από το Κράτος, η διοικούσα Εκκλησία δεν ενημέρωσε επαρκώς το εκκλησιαστικό σώμα, αν και υπάρχουν από καιρού εκθέσεις για την αξία της εκκλησιαστικής περιουσίας, που απαλλοτριώθηκε από το Κράτος. Ερώτημα που πρέπει να τεθεί, αλλά δεν τίθεται από τους πολυπράγμονες κατηγόρους της διοικούσας Εκκλησίας είναι: Πώς η Πολιτεία αξιοποίησε την εκκλησιαστική περιουσία; Τι έγιναν, για παράδειγμα, τα «φιλέτα» της μονής Πεντέλης;
Της ανακοίνωσης της αύξησης των μισθών των μητροπολιτών και επισκόπων είχε προηγηθεί ανακοίνωση του πρωθυπουργού χορηγίας ποσού ύψους 100 εκατομμυρίων ευρώ στις μονές του Αγίου Όρους μάλιστα εντός του ιερού ναού του Πρωτάτου, όπου η σεβάσμια εικόνα του «Άξιον εστί». Και εκείνη η ανακοίνωση είχε ξεσηκώσει κατακραυγή. Πρέπει να δεχθούμε ότι η νέα ανακοίνωση έφερε τους μητροπολίτες σε άκρα αμηχανία. Ασφαλώς ήταν αναμενόμενο να ξεσηκώσει νέα κατακραυγή όχι πρωτίστως από αυτούς που πλήττονται από τη φτώχια που ενδημεί πλέον σε πολλές οικογένειες της χώρας μας, αλλά στους εχθρικά ή κριτικά ιστάμενους έναντι της Εκκλησίας. Κάποιοι μητροπολίτες έσπευσαν να μετριάσουν τις εντυπώσεις με επιχειρήματα. Ο αρχιεπίσκοπος τόνισε ότι η Εκκλησία προσέφερε στην Πολιτεία περιουσία κατά πολύ μεγαλύτερης αξίας από τους μέχρι τώρα αλλά και στο μέλλον μισθούς των κληρικών. Και ναι μεν αυτό είναι αλήθεια, πλην όμως πόσοι θα ικανοποιηθούν με τη δήλωση; Κάποιοι μητροπολίτες τόνισαν ότι και το ποσόν της αύξησης θα διατίθεται όπως και το προηγούμενο για έργα ευποιίας και κοινωνικής πρόνοιας. Και ότι αυτό συμβαίνει, κατά κανόνα, και θα εξακολουθεί να συμβαίνει σε χώρα, η οποία έχει υιοθετήσει την πολιτική της σταδιακής κατάργησης της κοινωνικής πρόνοιας. Όμως η Εκκλησία δεν καταφεύγει σε ποσοτικοποίηση του κοινωνικού της έργου, για το οποίο δέχεται και επικρίσεις από κάποιους, επειδή καλύπτει πληγές, τις οποίες όφειλε να καλύπτει η Πολιτεία. Ειπώθηκε ακόμη ότι η αύξηση αποτελεί πράξη δικαιοσύνης, επειδή εξισώνει τους μισθούς των μητροπολιτών με αυτούς των μουφτήδων. Αυτό είναι άκρως εντυπωσιακό, πλην όμως ουδόλως σχολιάστηκε. Πότε νομοθετήθηκε αυτή η κραυγαλέα διάκριση;
Είναι άραγε πρώτιστο μέλημα της Κυβέρνησης η αποκατάσταση μισθολογικής δικαιοσύνης ή αλλού στοχεύει αυτή; Κατ’ αρχήν ήδη εκδηλώθηκαν διχογνωμίες στους κόλπους της Ιεραρχίας. Ο λαός αντέδρασε, δυστυχώς, όχι κατά της κυβερνητικής απόφασης αλλά με επικρίσεις κατά των επισκόπων. Κάποιοι από το πλήρωμα της Εκκλησίας θα στραφούν προς τον ζηλωτισμό. Άλλοι, πολύ περισσότεροι, θα στρέψουν την πλάτη στην Εκκλησία επιλέγοντας τη ζωή της εκκοσμίκευσης. Άλλοι, λίγοι κι αυτοί, θα καταστούν εχθροί της Εκκλησίας δικαιώνοντας τον Μαρξ. Μήπως όμως πρωτίστως και το χειρότερο αποτελεί προεκλογική εξαγγελία με σκοπό τη δέσμευση των επισκόπων; Μήπως η Πολιτεία θέλει να μετατρέψει τους ποιμένες σε μισθωτούς, δηλαδή φιμωμένους έναντι όποιας απόφασής της;
Είναι πολύ θλιβερό ότι ασθενικότατη υπήρξε η αντίδραση της Ιεραρχίας στην παράταση έκθεσης βλάσφημου «έργου τέχνης» στην «εθνική» πινακοθήκη. Αντί η αρμόδια υπουργός να χαρακτηριστεί ανεπιθύμητη στις μητροπόλεις, ο αρχιεπίσκοπος της Εκκλησίας της Κρήτης εθεάθη να φιλά το χέρι της! Για τον πιστό λαό αυτά είναι πολύ πιο οδυνηρά από την αύξηση των μισθών. Και ο λαός μας στην σύγχυση των ημερών αναζητά χέρι να κρατηθεί. Παρά την αντιεκκλησιαστική προπαγάνδα δεκαετιών, δεν θέλει να αποστασιοποιηθεί πλήρως από την Εκκλησία. Χρειάζεται όμως επανευαγγελισμό. Αλλά ο λόγος δεν μπορεί να αναπαύσει, αν πλήρης είναι η υποταγή της Ιεραρχίας στην Πολιτεία.






