Αὐτό τό Ἐκκλησάκι εἶναι ἀφιερωμένον εἰς τήν Ἁγίαν Θεοδώραν, πρός τιμήν τῆς ὁποίας ἔχει κτισθεῖ περί τά ἔτη 1050 ἕως 1100 Εὐρίσκεται εἰς τήν Πελοπόννησον εἰς τό χωρίον Βάστα τοῦ Νομοῦ Ἀρκαδίας. Τά θεμέλια του γλύφει ἔνα ποταμάκι πού κυλᾶ δίπλα του μέ τό γάργαρο νερό. Οἱ διαστάσεις του εἶναι 4 ἐπί 5. Τότε ἐφύτρωσαν, μεγάλωσαν καί θέριεψαν 17 δένδρα εἰς τήν πλακώστρωτην ὀροφήν του. Οἱ ρίζες του δέν φαίνονται καθώς ἔχουν διεισδύσει μόνον εἰς τόν τοῖχον τῆς Ἐκκλησίας, καί δέν ἔχουν ἐξέλθει ἔξω ἀπό αὐτόν. Δηλ. δέν ὑπάρχει ὀρατόν ριζικόν σύστημα οὔτε ἐντός, οὔτε ἐκτός Ναοῦ. Φυσικόν θά ἦτο νά κρέμονται αἱ ῥίζαι ἀπό τήν ὀροφήν τῆς Ἐκκλησίας. Παραμένει ἐρωτηματικόν τό πῶς δέν ἔχουν <ἐκραγεῖ> οἱ τοῖχοι εἰς τό Ἐκκλησάκι, ὅταν ἐντός αὐτῶν ἔχει ἀναπτυχθεῖ ριζικόν σύστημα. Τό πῶς διά τόσους αἰώνας τό Ἐκκλησάκι δέχεται τούς τόνους βάρους ἀπό τό φορτίον τῶν δένδρων, ἀλλά καί πῶς στέκεται ἀγέρωχον εἰς τήν δύναμην τῶν ἀέριδων καί τῶν χιονοθυέλων.
Τώρα πῶς ἄντεξεν ἡ ὀροφή τόσον βάρος καί τό πῶς δέν πλυμιρίζει νερό τό Ἐκκλησάκι ὅταν βρέχει εἶναι ἐρωτηματικόν. Χιλιάδες προσκυνητῶν καταφθάνουν διά νά ἀνάψουν ἔνα κεράκι εἰς αὐτό τό θαυμαστόν Ἐκκλησάκι. Μά ἐάν δέν εἶναι θαῦμα, τότε τί εἶνα;.
Τὸ ἐκκλησάκι
Εἰς τὸ βουνὸ ψηλὰ ἐκεῖἈλλ’ ὁ διαβάτης σάν περνᾶ
εἶν᾿ ἐκκλησιὰ ἐρημική,στέκεται καί τό προσκυνᾶ
τὸ σήμαντρό της δὲ χτυπᾶ, καί μέ εὐλάβεια πολλή
δὲν ἔχει ψάλτη οὔτε παπά.τόν ἄσπρον του σταυρό φιλεῖ
Ἕνα καντήλι θαμπερὸ Ἐπάνω στόν σταυρό ἐκεῖ
καὶ ἕναν πέτρινο σταυρὸ εἶναι εἰκόνα μυστική
ἔχει στολίδι μοναχὸ μ’αἷμα τήν ἔγραψεν ὁ Θεός
τὸ ἐκκλησάκι τὸ φτωχό. καί τήν λατρεύει ὁ λαός
Τό πονεμένον αὐτό ὡραῖον ποίημα ὅλοι οἱ Ἕλληνες τό ἔχομεν φέρει εἰς τά χείλη μας καί ὄλοι τό ἔχομεν σιγοτραγουδήσει. Μόνον πού τό Ἐκκλησάκι ἀλλά καί αἱ Ἐκκλησίαι τῆς Ἑλλάδος ἔχουν καί Ψάλτη ἔχουν καί Παπά καί Χριστιανούς μέ Εὐλάβειαν νά τάς προσκυνήσουν. Ἀλλά παρά ταύτα εἰς τάς Ἐκκλησίας καί τά Ἐκκλησάκια τῆς Ἐλλάδος μπῆκεν ἐπτασφράγιστον λουκέτο, μέ ἀντίΧρίστους ἀποφάσεις ἀπό τόν Θεομπαίκτη Μητσοτάκη. Καί λέγομεν Θεομπαίκτης διότι προεκλογικῶς τόν Μητσοτάκη πλειστάκις τόν βλέπομεν νά Ἐκκλησιάζεται καί νά ἀνάβει κεριά. Μέ αὐτό ἐπιδιώκεν νά δηλώση, ἀλλά καί νά φανῆ πρός τόν Ὀρθόδοξον Ἐλληνικόν Λαόν ὅτι εἶναι ἕνας καλός Χριστιανός. Αὐτό ὅμως εἶναι τό ΦΑΙΝΕΣΘΑΙ, διότι τό ΕΙΝΑΙ του, ὁ πραγματικός κρυφός ἑαυτός του εἶναι ἐντελῶς διαφορετικός καί ἀντίθετος, ἀπό αὐτό πού θέλει νά παρουσιάση. Ὡς πρωθυπουργός ἀποδεικνύει αὐτό πού πράγματι εἶναι, διότι ψηψίζει: «Εν προκειμένω, κρίθηκε ότι η αναγραφή του θρησκεύματος και της ιθαγένειας στους τίτλους και στα πιστοποιητικά σπουδών δεν είναι αναγκαία και πρόσφορη…». Ἐπί πλέον καταργεῖ εἰς τά σχολεία μας τήν ἀργίαν τῶν Θεοπνεύστων καί Ἁγίων διδασκάλων μας, τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν. Δίδει ἄδειαν νά ἀνοίξουν τρία τζαμιά, δύο εἰς τήν Κῶ καί ἕνα εἰς τήν Ρόδον. Ἀλλά συναίνεσεν καί δίπλα είς τήν Ἀκρόπολιν, εἰς τόν ἱερόν βράχον νά κτισθῇ τζαμί.
Τό ἔτος 2020 θά παραμείνη εἰς τήν Ἱστορίαν, διότι αἱ Ἐκκλησίαι καί τά ἐξωκλήσια τάς Ἁγίας ἡμέρας τοῦ Πάσχα, δέν λειτουργοῦν. Αὐτή ἡ περίοδος θά παραμείνη ὡς μία μαύρη καί σκοτεινή περίοδος. Τά σήμαντρα καί τά καμπαναριά δέν θά ἠχήσουν πένθημα διά τό Θεῖον Δρᾶμα τοῦ Χριστοῦ μας, ἀλλά καί δέν θά ἠχήσουν χαρμόσυνα διά τήν Ἀνάστασιν του. Βουβαμάρα. Μαύρη μαυρήλα πλάκωσεν.. Οἱ Ἐκκλησίες κλειστές κατά τήν διάρκειαν τῶν Χαιρετισμῶν καί τῆς Μεγάλης Ἐβδομάδος. Δέν θά ἀκούσωμεν τούς χαιρετισμούς πρός τήν Παναγίαν μας. Μᾶς ἀπαγορεύεται νά ἀνάψωμεν ἑνα κερί. Δέν θά ἀκούσωμεν τό Τροπάριον τῆς Κασιανῆς… τό, Τῇ ὑπερμάχῷ στρατηγῷ τὰ νικητήρια, ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια.. τό, Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ κατετέθης Χριστέ, καὶ Ἀγγέλων στρατιαὶ… τό, Καθελὼν τοῦ ξύλου, ὁ Ἀριμαθαίας, ἐν ταφῶ σε κηδεύει… τό, Μυροφόροι ἦλθον, μύρα σοι Χριστέ μου, κομίζουσαι προφρόνως...τό, Ἄξιον ἐστι μεγαλύνειν σε τὸν Ζωοδότην… τό, Ὢ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον… τό, Αἱ γενεαί πᾶσαι, ὕμνον τῇ ταφῇ σου, προσφέρουσι Χριστέ μου…τό ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ. Καί τόσας ἄλλας Ὑμνογραφίας. Βουβά καί τά μεγάφωνα τῶν Ἐκκλησιῶν. Καί ὄλα αὐτά τά λέγη ὅτι τά κάμη διά τό καλόν μας, ἔνεκα τοῦ κορωνοϊοῦ. Μά ἐάν πράγματι σκεπτόταν τό καλόν μας, ΟΦΕΙΛΕΝ νά κάμη ἔλεγχον πυρετοῦ εἰς ὅσους εἰσήρχοντο εἰς τήν Ἐλλάδα καί κυρίως ἀπό τήν Ἰταλίαν ΔΕΚΑ ἡμέρας ἐνωρίτερον, ἀπό τήν ἔναρξιν τῶν μέτρων. Ἀλλά δέν τό ἔκαμεν. Ὅλοι εἰσήρχοντο ἐλεύθερα σάν νά μήν συνέβαινεν τίποτε. Καί ἔτσι πέρασεν ὀ κορωνοϊός εἰς τήν Πατρίδα μας. Ὥς πρός αὐτό εἶναι ἔνοχος.
Καί ἄλλας περιόδους κατά τό παρελθόν εἶχον ὑποστεῖ διωγμούς οἱ Χριστιανοί, ἀπό τόν Αὐτοκράτορα Διοκλητιανόν, ἀπό τόν Στάλιν, ἀπό τόν Χότζα καί ἐπί Τουρκοκρατίας. Καί ψηφίστηκεν ἀπό Ἕλληνας Χριστιανούς διά νά ἀπαλλαγῆ ἀπό τόν ἄλλον ἀντίΧριστον πού προ-ὑπῆρχεν.




