Έγραψα γράμμα στο Θεό και μου ‘στειλε δικό Του,
μου γράφει πως οι άνθρωποι θολώσαν το μυαλό Του.
Μου απαντάει πως στη γη τα λάθη Τον κουράζουν,
και πάνω στο λευκό χαρτί τα δάκρυά Του στάζουν.
Μου Τον σταυρώσαν μια φορά, δεν θα Τον ξανασταυρώσουν,
τα λάθη τους στους ώμους Του δε θα ξαναφορτώσουν.
Μου Τον χτυπήσαν άγρια και ξύδι Τον ποτίσαν
τον Γιο Μου Τον μονάκριβο, μου Τον ποδοπατήσαν.
Και σήκωνε τα μάτια Του και Με παρακαλούσε,
να λυπηθώ την Μάνα Του με πίκρα Μου ζητούσε.
Τον έβλεπα να σέρνεται στην γη να Τον χτυπάνε,
τον θάνατό Του οι άγριοι με μίσος να ζητάνε.
Με αγάπη εγώ σας έστειλα το όμορφο Παιδί Μου,
κανείς όμως δεν σκέφτηκε την πίκρα τη δική Μου.
Κρίνο λευκό Τον έστειλα, κλαδί αμυγδαλιάς,
κόκκινο τριαντάφυλλο, κλωνάρι της ελιάς.
Τα Θαύματα που έκανε λίγοι Του τα πιστέψαν,
για αντάλλαγμα στην κεφαλή αγκάθια Του φορέσαν.
Θαύματα έκανε πολλά, γιάτρεψε τις πληγές σας,
κι ένα ζητούσε από εσάς να μπει μεσ’ τις καρδιές σας.
Απ’ το σκοτάδι θέλησε όλους να σας γλιτώσει,
και τα μεγάλα λάθη πάνω Του να φορτώσει.
Παράλυτος περπάτησε, τυφλός το φως του είδε,
σε ποιά χαρά δε Βρέθηκε, σε ποιόν καημό δεν πήγε;
Για όλους η καρδούλα Του λυπόταν και πονούσε,
κι αυτούς που Τον σταυρώσανε μ’ αγάπη τους κοιτούσε.
Και να τα χρόνια πέρασαν, 2000 έτη,
ΜΑ ΟΧΙ ΝΑ ΣΑΣ ΛΥΠΗΘΩ, ΔΕ ΓΙΝΕΤΑΙ, ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ !!!




