«Η ΕΕ «τελείωσε» την Κάλας – Αναθέτει σε Μέρκελ, Ντράγκι ή Στουμπ τον ρόλο διαπραγματευτή με τη Ρωσία: Γιατί η επικεφαλής της διπλωματίας απέκλεισε τον εαυτό της»
Η στροφή της ΕΕ στο ρωσικό μέτωπο
Υπό την πίεση της μετατόπισης της αμερικανικής διπλωματίας προς το Ιράν (και την επακόλουθη μείωση της στήριξης προς την Ουκρανία), η Ευρωπαϊκή Ένωση επισπεύδει την αναζήτηση ενός ειδικού απεσταλμένου για ειρηνευτικές συνομιλίες με τη Ρωσία. Η απόφαση αυτή, που συζητείται πυρετωδώς στις Βρυξέλλες, έχει ήδη οδηγήσει σε μια ανατρεπτική εξέλιξη: την ουσιαστική απόρριψη της επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας, και την ανάδειξη τριών βαρύνοντων ονομάτων: της πρώην καγκελαρίου Άγγελλα Μέρκελ, του πρώην πρωθυπουργού της Ιταλίας Μάριο Ντράγκι και του προέδρου της Φινλανδίας Αλεξάντερ Στουμπ.
Γιατί η Κάγια Κάλας «απέκλεισε τον εαυτό της»
Η Κάλας, γνωστή για την εξαιρετικά σκληρή και αδιαπραγμάτευτη στάση της απέναντι στη Μόσχα, φέρεται να ενδιαφέρθηκε για τον ρόλο . Μάλιστα, δήλωσε στους δημοσιογράφους: «Νομίζω ότι θα μπορούσα να δω μέσα από τις παγίδες που παρουσιάζει η Ρωσία» . Ωστόσο, η ίδια η θέση της την καθιστά απαράδεκτη για το Κρεμλίνο. Τρεις Ευρωπαίοι διπλωμάτες, μιλώντας στο Politico, ήταν κατηγορηματικοί: η επιθετική ρητορική της θα προκαλούσε άμεσο «όχι» από τον Βλαντίμιρ Πούτιν . Ένας εξ αυτών σχολίασε χαρακτηριστικά: «Δυστυχώς, απέκλεισε η ίδια τον εαυτό της από αυτό το παιχνίδι» .
Η επίσημη θέση της ΕΕ είναι πλέον ότι η Κάλας δεν αποτελεί βιώσιμη επιλογή, ανοίγοντας τον δρόμο για την επιλογή ενός «βαρέος χαρτιού» .
Οι τρεις διεκδικητές: Μέρκελ, Ντράγκι και Στουμπ
Το πολιτικό βάρος των τριών υποψηφίων είναι τεράστιο, αλλά ο καθένας φέρει και συγκεκριμένα μειονεκτήματα :
-
Άνγκελα Μέρκελ (Γερμανία): Η πρώην καγκελάριος διαθέτει τεράστια εμπειρία και προσωπικές σχέσεις τόσο με τον Πούτιν όσο και με τον Ζελένσκι. Είναι η επικρατέστερη στα διεθνή ΜΜΕ . Ωστόσο, επικριτές της την θεωρούν συνυπεύθυνη για την ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία (π.χ. Nord Stream), ενώ προηγούμενες μεσολαβήσεις της (π.χ. Μινσκ) κρίνονται ως αποτυχημένες .
-
Μάριο Ντράγκι (Ιταλία): Θεωρείται η πιο «ουδέτερη» και συναινετική επιλογή. Απολαμβάνει ευρύτατου σεβασμού στην Ευρώπη (λόγω της θητείας του στην ΕΚΤ) και δεν έχει εκφράσει ακραίες θέσεις κατά της Μόσχας, κάτι που τον κάνει αποδεκτό και από το Κρεμλίνο . Το μόνο «εμπόδιο» είναι ότι δεν έχει δηλώσει ακόμα δημόσια αν επιθυμεί τον ρόλο.
-
Αλεξάντερ Στουμπ (Φινλανδία): Ισχυρή διπλωματική παρουσία, αλλά η πρόσφατη ένταξη της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ τον καθιστά δύσκολα αποδεκτό από τη Μόσχα .
Το παρασκήνιο και η αντιπρόταση της Μόσχας
Η Ρωσία, από την πλευρά της, έχει ήδη προτείνει τον δικό της υποψήφιο: τον πρώην καγκελάριο της Γερμανίας, Γκέρχαρντ Σρέντερ . Η πρόταση αυτή απορρίφθηκε αμέσως από την ΕΕ, με την Κάλας να δηλώνει ότι ο Σρέντερ είναι γνωστός «lobbyist των ρωσικών εταιρειών» .
Παράλληλα, υπάρχει έντονη συζήτηση για το αν ο διαπραγματευτής πρέπει να προέρχεται υποχρεωτικά από τους κόλπους της ΕΕ. Ορισμένες φωνές, ιδίως από το Κίεβο, προτείνουν ακόμα και μη Ευρωπαίους υποψήφιους, όπως τον Νορβηγό υπουργό Εξωτερικών ή τον Ινδό ομόλογό του .
Γιατί τώρα; Η αμερικανική μεταστροφή προς το Ιράν
Η κινητικότητα αυτή στην ΕΕ δεν είναι τυχαία. Καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες μεταφέρουν το βάρος της διπλωματίας και των στρατιωτικών πόρων τους στη σύγκρουση με το Ιράν (και την προετοιμασία για επίθεση), η Ευρώπη αντιλαμβάνεται ότι πρέπει να αναλάβει μόνη της το βάρος των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία . Η αναζήτηση ενός ενιαίου, ισχυρού διαπραγματευτή είναι επιβεβλημένη, για να αποφευχθεί ο πολιτικός αποκλεισμός της ΕΕ από τη διαμόρφωση της νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας στην Ευρώπη.
Η απομάκρυνση της Κάγια Κάλας από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων είναι μια ήττα της σκληρής γραμμής και μια νίκη του ρεαλισμού. Η ΕΕ, έχοντας χάσει έδαφος σταδιακά, επιχειρεί μια ύστατη κίνηση για να αποκτήσει φωνή στο πώς θα τελειώσει ο πόλεμος στην Ουκρανία. Η υπόθεση του διαπραγματευτή αποκτά πλέον χαρακτήρα «κούρσας εξοπλισμών» διπλωματών, με την Άγγελλα Μέρκελ να προηγείται. Το ερώτημα που μένει είναι αν η Μόσχα θα δεχτεί ένα πρόσωπο που, αν και έμπειρο, συνδέεται με την πολιτική του παρελθόντος, και αν η Ευρώπη μπορεί να μιλήσει τελικά με μία φωνή.








