Η σύγκρουση γύρω από το Ιράν δεν είναι πια μια απλή αναμέτρηση ανάμεσα στην Τεχεράνη, τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, αλλά ένα πολύ πιο σύνθετο πεδίο όπου η Ρωσία και η Κίνα κινούνται στο παρασκήνιο με μεγαλύτερη ένταση απ’ όση παραδέχονται δημόσια. Το δημοσίευμα, που ανέβηκε στις 18 Μαρτίου 2026, παρουσιάζει την εικόνα ενός πολέμου που αποκτά ολοένα και πιο διεθνή χαρακτηριστικά, με πληροφοριακή, τεχνολογική και βιομηχανική εμπλοκή πίσω από τις επίσημες δηλώσεις περί αυτοσυγκράτησης.
Στο ρωσικό σκέλος, η ανησυχία δεν βασίζεται μόνο σε εκτιμήσεις. Το AP μετέδωσε ότι η Ρωσία έχει δώσει στο Ιράν πληροφορίες που θα μπορούσαν να βοηθήσουν την Τεχεράνη να στοχοποιήσει αμερικανικά πλοία, αεροσκάφη και άλλα στρατιωτικά μέσα στην περιοχή. Την ίδια ώρα όμως, αναλυτές της Carnegie Endowment σημειώνουν ότι, παρότι υπάρχουν ενδείξεις για βαθύτερη συνεργασία, η Μόσχα δεν έχει απεριόριστα περιθώρια, αφού μεγάλο μέρος των πιο σύγχρονων μέσων της παραμένει δεσμευμένο στον πόλεμο της Ουκρανίας.
Στο κινεζικό σκέλος, τα πράγματα πηγαίνουν ακόμη πιο πέρα, για κινεζική τεχνική βοήθεια και για εμπλοκή σε παραγωγή drones υπέρ του Ιράν. Ωστόσο, αυτά τα στοιχεία δεν έχουν επιβεβαιωθεί δημόσια από ανεξάρτητες επίσημες πηγές. Αντίθετα, το Πεκίνο, στη δημόσια γραμμή του, δηλώνει ότι στηρίζει την κυριαρχία του Ιράν και ζητά άμεση παύση των στρατιωτικών επιχειρήσεων, ενώ το Bloomberg έγραψε στις 2 Μαρτίου 2026 ότι υπάρχουν λίγες ενδείξεις πως η Κίνα είναι έτοιμη να προσφέρει άμεση στρατιωτική ενίσχυση στην Τεχεράνη.
Αυτό που μένει τελικά είναι μια πολύ πιο σκοτεινή εικόνα του πολέμου: όχι απαραίτητα μια ανοιχτή στρατιωτική συμμαχία Ρωσίας και Κίνας με το Ιράν, αλλά μια γκρίζα ζώνη στήριξης, όπου οι πληροφορίες, η τεχνογνωσία, τα δίκτυα παραγωγής και η διπλωματική κάλυψη μπορεί να αποδειχθούν εξίσου κρίσιμα με τα όπλα. Και ακριβώς γι’ αυτό, η σύγκρουση μοιάζει όλο και λιγότερο τοπική και όλο και περισσότερο με αναμέτρηση μεγάλων δυνάμεων σε έμμεση μορφή.






