Η κατάσχεση της μοναδικής κατοικίας για χρέη προς το Δημόσιο προϋποθέτει την προηγούμενη διερεύνηση και τον τεκμηριωμένο αποκλεισμό άλλων κατάλληλων περιουσιακών στοιχείων. Αυτό ξεκαθαρίζει το Συμβούλιο της Επικρατείας με την απόφαση 1404/2026, θέτοντας όρια στην αναγκαστική εκτέλεση με βάση τη συνταγματική προστασία της κατοικίας και την αρχή της αναλογικότητας.
Το ΣτΕ δεν απαγορεύει γενικά τους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας. Κρίνει, ωστόσο, ότι όταν το ακίνητο αποτελεί αποδεδειγμένα τη μοναδική κατοικία του οφειλέτη και της οικογένειάς του, η Διοίκηση οφείλει να εξετάζει αν η οφειλή μπορεί να εισπραχθεί με ηπιότερα μέσα.
Η υπόθεση με τα χρέη των 142.917 ευρώ
Η υπόθεση αφορούσε μεζονέτα 162 τετραγωνικών μέτρων στο Μοσχάτο, η οποία ανήκε κατά 50% σε διευθύνοντα σύμβουλο ανώνυμης βιομηχανικής εταιρείας και κατά 50% στη σύζυγό του. Για οφειλές της εταιρείας προς το Δημόσιο ύψους 142.917 ευρώ, το μερίδιο του διευθύνοντος συμβούλου εκτιμήθηκε στις 100.000 ευρώ, με την τιμή πρώτης προσφοράς να ορίζεται στις 80.000 ευρώ.
Ο ίδιος προσέφυγε στη Διοικητική Δικαιοσύνη, υποστηρίζοντας ότι το ακίνητο αποτελούσε τη μοναδική οικογενειακή του στέγη και ότι υπήρχαν άλλα περιουσιακά στοιχεία στα οποία μπορούσε να στραφεί το Δημόσιο. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών ακύρωσε το πρόγραμμα πλειστηριασμού, ενώ το Διοικητικό Εφετείο απέρριψε την έφεση του Δημοσίου, επισημαίνοντας ότι ο οφειλέτης διέθετε και άλλη ακίνητη περιουσία.
Το Δημόσιο προσέφυγε στο ΣτΕ, ζητώντας την αναίρεση της απόφασης. Το ΣΤ΄ Τμήμα, με πρόεδρο τον αντιπρόεδρο Ιωάννη Γράβαρη και εισηγήτρια τη σύμβουλο Επικρατείας Ελένη Παπαδημητρίου, απέρριψε την αίτηση ως αβάσιμη.
Τι προβλέπει η απόφαση
Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η κατοικία συνδέεται με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την οικογενειακή ζωή. Για τον λόγο αυτό, η αναγκαστική εκτέλεση πρέπει να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας και να αιτιολογείται ως αναγκαία, όταν απειλείται η μοναδική κατοικία.
Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η απόφαση, η κατάσχεση της μοναδικής κατοικίας είναι νόμιμη μόνο όταν «έχει προηγουμένως ερευνηθεί και τεκμηριωμένα αποκλεισθεί η ύπαρξη άλλων περιουσιακών στοιχείων πρόσφορων για να ικανοποιηθεί μέσω αυτών η συγκεκριμένη αξίωση».
Η δυνατότητα ανακοπής κατά του πλειστηριασμού
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η κρίση ότι η παράλειψη της απαιτούμενης έρευνας μπορεί να προβληθεί με ανακοπή κατά του προγράμματος πλειστηριασμού, υπό τις προβλεπόμενες δικονομικές προϋποθέσεις. Η συγκεκριμένη πλημμέλεια αφορά, σύμφωνα με το ΣτΕ, όχι μόνο την αρχική κατάσχεση αλλά και τη μεταγενέστερη πράξη που οδηγεί στον πλειστηριασμό.
Εφόσον η ανακοπή γίνει δεκτή για αυτόν τον λόγο, το πρόγραμμα πλειστηριασμού ακυρώνεται και η έκθεση κατάσχεσης καθίσταται ανενεργή. Η απόφαση, επομένως, δεν απαλλάσσει τους οφειλέτες από τα χρέη τους, αλλά απαιτεί από τη Διοίκηση να τεκμηριώνει ότι η κατάσχεση της μοναδικής κατοικίας είναι αναγκαία και ότι δεν υπάρχουν άλλα κατάλληλα περιουσιακά στοιχεία για την είσπραξη της οφειλής.




