ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ, ΒΟΗΘΗΣΕ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΝΑ ΨΥΧΩΘΟΥΝ !!!
«Σκατὰ ἐδῶ σκατὰ ἐκεῖ
Ὁ π.Νικόλαος Λουδοβίκος ἄκουσα νὰ λέῃ πὼς ὁ Ἕλληνας ψυχοσωματικὰ εἶναι Ὀρθόδοξος,ἰδεολογικὸ εἶναι τὸ πρόβλημά μας, αὐτὸ ποὺ μᾶς διχάζει -οἱ λογιῷ ἰδεολογίες δηλαδὴ ποὺ ἀγαπᾶνὰ ὑποστηρίζῃ ὁ καθένας μας μὲ πεῖσμα ἐνάντια στὸν ἄλλον- γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Δρομοκαΐτης, κατὰ τὸνΓεώργιο Σουρῆ, φρόντισε γιὰ μᾶς, καὶ ἔβαλε ἐκεῖ, στὸ Δαφνί, τὰ θεμέλια γιὰ τὸ οἰκοδόμημα ὅπουστεγάζεται πλέον ἡ τρέλα μας, αὐτός, ὁ πνευματικὸς αὐτισμός μας !
ΕΙΣ ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΤΟΥ ΦΡΕΝΟΚΟΜΕΙΟΥ«Ὤ ἑορτὴ τῶν ἑορτῶν !… Ὤ εὐτυχὴς ἡμέρα !Ὤ ! τώρα πρέπει ὁ καθεὶς τοῦ Ἄστεως πολίτηςνἀ βάλῃ στὸ μπαλκόνι του μιὰ κόκκινη παντιέραμὲ μιὰ χρυσὴ ἐπιγραφὴ «Ζωρζῆς Δρομοκαΐτης».Ναί ! τώρα πρἐπει στολισμὸς μὲ δάφνες καὶ μυρσίνες,ναί ! τώρα πρἐπουν κανονιές, φανάρια καὶ ῥετσίνες.Φρενοκομεῖον κτίζεται καὶ στὴν σοφὴν Ἑλλάδα !Ἄ ! ὁ Θεὸς ἐφώτισε τὸν Χιώτη τὸν Ζωρζῆ,καὶ τώρα μέσα στοῦ Δαφνιοῦ τὴν τόση πρασινάδαθὰ βρίσκομε παρηγοριά κι ἡ μνήμη του θὰ ζῇ.Ὤ μέγα εὐεργέτημα τῶν εὐεργετημάτων !Ὤ μόνον οἰκοδόμημα τῶν οἰκοδομημάτων !Θέλει λαμπρὸν Μαυσώλειον αὐτὸς ὁ κληροδότης,παιάνας κι ἀποθέωσιν εἰς τρίτους οὐρανούς !…Εὐρέθη μέσ’ τοὺς Χιώτηδες μὲ γνώση κι ἕνας Χιώτης,κι ἐσκέφθη ὁ μεγάλος του καὶ πρακτικός του νοῦς,πὼς μέσα στὴν Ἑλλάδα μας ποὺ πλημμυροῦν τὰ φῶτα,Φρενοκομεῖον ἔπρεπε νὰ γίνῃ πρῶτα-πρῶτα.»Φταῖμε;; Φταῖμε κι ἐμεῖς;;; Ἕλληνες ἀεὶ παῖδες εἶπε στὸν Σόλωνα ὁ ἱερέας τῆς Σαΐδοςστὴν Αἴγυπτο «ὧ Σὀλων Σόλων, Ἕλληνες ἀεὶ παῖδές ἐστε,γἐρων δὲ Ἕλλην οὐκι ἔστιν…νέοι ἐστὲ τὰς ψυχὰς πάντες…» ξεχνᾶμε ἐν ὁλίγοις καὶ ξεκινᾶμε πάλι ἀπὸ τὴν ἀρχή.
Αὐτὴ ἡ παιδικότητα τῆς ψυχῆς μας, ἔτσι ποὺ μᾶς σκατάντησαν, ἀντὶ νὰ φέρῃ τὸ πάλι ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καἀντὶ νὰ φέρῃ τὸ θαῦμα, ἔτσι ἀπερίσκεπτα ἀφεθήκαμε καὶ βρεφοποιηθήκαμε ὅπως λέει καὶ ὁ Βαθιώτης-γίναμε μωρά, μωροὶ μὲ πάνες ! χάσαμε τὴν ἰκανότητά μας νὰ δροῦμε μὲ νεανικὴ ὁρμή, σφρῖγος καὶ ζωντάνια.Χάσαμε τὴν παρόρμηση καὶ τὸν παιδικὸ ἐνθουσιασμό ! Γίναμε μωρὰ μὲ πάνες, στὰ μοῦτρα, συγκεκριμένα !Ἔχουμε ὅμως καὶ τὴν πλάκα μας κατὰ πὼς τὰ λέει πάλι ὁ Σουρῆς ! ἤ μᾶλλον, τὴν εἴχαμε, γιατί, τὴν χάσαμε κι αὐτἠν.
Τὴν χάσαμε λοιπὸν κι αὐτὴν τὴν…πλάκα, τὴν παιδική μας ἀγαθότητα ἔστω, ποὺ εἴχαμε,καὶ γίναμε κριτές, μουντρούχαλοι, σοβαροί, Εὐρωπαίοι, Δυτικοί, πολιτισμένοι !Ὁ Μακρυγιάννης ἔλεγε γιὰ τοὺς Τούρκους πὼς εἶναι οἱ τίμιοι ἐχθροί μας ! Διότι ξέρουμε ποιοί εἶναι,καὶ μᾶς τὸ λένε,καὶ μᾶς κτυποῦν κατὰ μέτωπον ! Οἱ φίλοι καὶ σύμμαχοι ὅμως, ὅπως ἔλεγε καὶ ἕνας Γάλλοςπρώην ὑπαρξιστὴς καὶ πρώην κομουνιστὴς καὶ πρώην μηδενιστὴς καὶ νῦν καὶ ἀεὶ Ὀρθόδοξος Χριστιανός,μᾶς κτυποῦν πλαγίως, κατὰ πὼς τὰ λέει καὶ ὁ ποιητὴς Ἐλύτης.( Ζ’ )Ἤρθανντυμένοι «φίλοι»ἀμέτρητες φορὲς οἱ ἐχθροί μουτὸ παμπάλαιο χῶμα πατώντας.Καὶ τὸ χῶμα δὲν ἔδεσα ποτὲ μὲ τὴ φτέρνα τους.Ἔφεραντὸ Σοφὸ, τὸν Οἰκιστὴ καὶ τὸ Γεωμέτρη,Βίβλους γραμμάτων καὶ ἀριθμῶν,τὴν πᾶσα Ὑποταγὴ καὶ Δύναμη,τὸ παμπάλαιο φῶς ἐξουσιάζοντας.Καὶ τὸ φῶς δὲν ἔδεσε ποτὲ μὲ τὴν σκέπη τους.Οὔτε μέλισσα κἄν δὲν γελάστηκε τὸ χρυσὸ ν΄ ἀρχινήσει παιχνίδι,οὔτε ζέφυρος κἄν, τὶς λευκὲς νὰ φουσκώσει ποδιές.Ἔστησαν καὶ θεμέλιωσανστὶς κορφές, στὶς κοιλάδες, στὰ πόρταπύργους κραταιοὺς καὶ ἐπαύλειςξύλα καὶ ἄλλα πλεούμενα,τοὺς Νόμους, τοὺς θεσπίζοντας τὰ καλὰ καὶ συμφέροντα,στὸ παμπάλαιο μέτρο ἐφαρμόζοντας.Καὶ τὸ μέτρο δὲν ἔδεσε ποτὲ μὲ τὴν σκέψη τους.Οὔτε κἄν ἕνα χνάρι θεοῦ στὴν ψυχή τους σημάδι δὲν ἄφησε.οὔτε κἄν ἕνα βλέμμα ξωθιᾶς τὴ μιλιὰ τους δὲν εἶπε νὰ πάρει.Ἔφτασανντυμένοι «φίλοι»ἀμέτρητες φορὲς οἱ ἐχθροί μου,τὰ παμπάλαια δῶρα προσφέροντας.Καὶ τὰ δῶρα τους ἄλλα δὲν ἤτανεπαρὰ μόνο σίδερο καὶ φωτιά.Στ’ ἀνοικτὰ ποὺ καρτέραγαν δάκτυλαμόνον ὅπλα καὶ σίδερο καὶ φωτιά.Μόνον ὅπλα καὶ σίδερο καὶ φωτιά.ΕΤΣΙ ΛΟΙΠΟΝ, ἡ ΚΥΠΡΟΣ «κεῖται μακράν»
Τὸ σύνθημα ἐδώθει καὶ ἐφηρμόσθει !Καὶ ἐπανέρχομαι στὸν Σουρή !«Ποιός εἶδε κράτος λιγοστὸ σὅλη τὴ γῆ μοναδιό,ἑκατὸ νὰ ἐξοδεύῃ καὶ πενήντα νὰ μαζεύῃ ;;Νὰ τρέφῃ ὅλους τοὺς ἀργοὺς, νἄχῃ ἑπτὰ Πρωθυπουργούς,ταμεῖο δίχως χρήματα καὶ δόξης τόσα μνήματα;;Νἄχῃ κλητῆρες γιὰ φρουρὰ καὶ νὰ σὲ κλέβουν φανερά,κι ἐνῷ αὐτοὶ σὲ κλέβουνε τὸν κλέφτη νὰ γυρεύουνε;;Κλέφτες φτωχοὶ καὶ ἄρχοντες μὲ ἅμαξες καὶ ἄτιακλέφτες χωρὶς μιὰ πῆχυ γῆ καὶ κλέφτες μὲ παλάτια,ὁ ἕνας κλέβει ὄρνιθες καὶ σκάφες γιὰ ψωμίὁ ἄλλος τὸ ἔθνος σύσσωμο γιὰ πλούτη καὶ τιμή.Ὄλα σ’ αὐτὴ τὴ γῆ μασκαρευτῆκανὀνείρατα,ἐλπίδες καὶ σκοποί,οἱ μοῦρες μας μουτσοῦνες ἐγινήκανδὲν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.Ὁ Ἕλληνας δυὸ δίκαια ἀσκεῖ πανελευθέρωςσυνέρχεσθαί τε καὶ οὐρεῖν, εἰς ὅποιο θέλει μέρος.Χαρὰ στοὺς χασομέρηδες ! Χαρὰ στοὺς ἀρλεκίνους !σκλάβος ξανάσκυψε ὁ Ῥωμηὸς καὶ δασκαλοκρατιέται.Γι’ αὐτὸ τὸ κράτος, ποὺ τιμᾶ τὰ ξέστρωτα γαϊδούρια,σιχτίρ στὰ χρόνια τὰ παλιά, σιχτίρ καὶ στὰ καινούρια !Καὶ τῶν σοφῶν οἱ λόγοι θαρρῶ πὼς εἶναι ψώρα,πιστὸς εἰς ὅ,τι λέγει κανένας δὲν ἐφάνῃ…αὐτὸς ὁ πλάνος κόσμος καὶ πάντοτε καὶ τώρα,δὲν κάνει ὅ,τι λέγει, δὲν λέγει ὅ,τι κάνει.Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαῖο ὕφος τοῦ γόη ψευτομοιραῖο.Λίγο κατσούφης λίγο γκρινιάρης, λίγο μαγκούφης λίγο μουρντάρης.Σπαθὶ ἀντίληψη μυαλὸ ξεφτέρι, κάτι μισόμαθε κι ὅλα τὰ ξέρει.Κι ἀπὸ προσπάππου κι ἀπὸ παπποῦ, συγχρόνως μποῦφος καὶ ἀλεποῦ.Καὶ ψωμοτύρι καὶ γιὰ καφὲ τὸ «δὲ βαρυέσαι» καὶ «ὤχ ἀδελφέ»Ὤσὰν πολίτης, σκυφτὸς ῥαγιάς σὰν πιάσει πόστο:δερβεναγάς.Θέλει ἀκόμα κι αὐτὸ εἶναι ὡραίο, νὰ παριστάνει τὸν Εὐρωπαῖο.Στὰ δυὸ φορώντας τὰ πόδια ποὔχει, στὀ ‘να λουστρίνι στ’ ἄλλο τσαρούχι.Δυστυχία σου Ἑλλάς, μὲ τὰ τέκνα ποὺ γεννᾶς.Ὤ Ἑλλάς ἡρώων χώρα, τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα !»Ξεχάσαμαε τὴν γλῶσσα μας ! Ἀφήσαμε νὰ τὴν κατακρεουργήσουν, νὰ τῆς κόψουν τοὺς τόνουςκαὶ τὰ πνεύματα,νὰ τὴν μαλλιαροποιήσουν ! ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ !! Τὸ ἐργαλεῖο τῆς σκέψεώς μας !!Οἱ λαϊκιστές !! Οἱ αὐθαίρετοι !! Κι ἐμεῖς τοὺς ἀφήσαμε !! Γιὰ εὐκολία βρὲ ἀδελφέ !!( Β’ )ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική,τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὀμήρου.Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὀμήρου.Ἐκεῖ σπάροι καὶ πέρκεςἀνεμόδαρτα ῥήματαῥεύματα πράσινα μές στὰ γαλάζιαὅσα εἴδα στὰ σπλάχνα μου ν’ ἀνάβουνεσφουγγάρια, μέδουσεςμὲ τὰ πρῶτα λόγια τῶν Σειρήνωνὄστρακα ῥόδινα μὲ τὰ πρῶτα μαῦρα ρἰγη.Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου μὲ τὰ πρῶτα μαῦρα ρίγη.Ἐκεῖ ρόδια, κυδώνιαθεοὶ μελαχρινοί, θεἰοι κι ἐξάδελφοιτὸ λάδι ἀδειάζοντας μὲς στὰ πελώρια κιούπια.καὶ πνοὲς ἀπὸ τὴ ῥεματιὰ εὐωδιάζονταςλυγαριὰ καὶ σχίνοσπάρτο καὶ πιπερόριζαμὲ τὰ πρῶτα πιπίσματα τῶν σπίνων,ψαλμωδίες γλυκὲς μὲ τὰ πρῶτα-πρῶτα Δόξα Σοι !Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου μὲ τὰ πρῶτα-πρῶτα ΔόξαΣοι !Ἐκεῖ δάφνες καὶ βάγιαθυμιατὸ καὶ λιβάνισματὶς πάλες εὐλογῶντας καὶ τὰ καριοφίλια.Στὸ χῶμα τὸ στρωμένο μὲ τ’ ἀμπελομάντιλακνίσες, τσουγκρίσματακαὶ Χριστὸς Ἀνέστημὲ τὰ πρῶτα σμπάρα τῶν Ἑλλήνων.Ἀγάπες μυστικὲς μὲ τὰ πρῶτα λόγια τοῦ Ὕμνου.Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου, μὲ τὰ πρῶτα λόγια τοῦ Ὕμνου !Χωρὶς ΓΛΩΣΣΑ καὶ χωρὶς ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ, ἀπογυμνωθήκαμε καὶΔαιμονοποιηθήκαμε κατὰ πὼς λέγει καὶ ὁ ἀγαπημένος μου ποιητής, Μίλτος Σαχτούρης.ΔΑΙΜΟΝΟΛΟΓΙΟΔαίμονες καὶ Δαιμόνισσεςδαιμονίζονται στὴν ἀκτὴχαριεντίζονται μεταξὐ τουςἑτοιμάζουν τὰ νέα δαιμονάκιαποὺ θὰ βασιλέψουνσ’ αὐτὴ τὴ γῆποὺ εἶναι πιὰ δική τους.Μακριὰ στὸν ὁρίζοντασὲ μιὰ κόκκινη θάλασσαμέσα σὲ ψεύτικους καπνοὺςβυθίζεται ἕνα καράβι.Καὶ κατὰ πὼς λέγει ὁ ἴδιος ποιητὴς ποὺ ἔζησε τὸν Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο – ΕΜΕΙΣ ζοῦμετὸν Γ’ ποὺ δὲν γενικεὐτηκε ἀκόμη μὲ ὅπλα ἀλλά, ἐπικρατεῖ, ὡς παγκόσμιοἠθικο_οἰκονομικο_ἰατρικο_ἐκκλησιαστικὸ πολιτικὸ σὐστημα –ΦΟΒΟ ΚΑΙ ΜΝΗΜΑΤΑ γέμισε ἡ ζωή μας.Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΠΟΙΗΤΗΣΔὲν ἔχω γράψει ποιήματαμέσα σὲ κρὀτουςμέσα σὲ κρότουςκύλησε ἡ ζωή μουΤὴν μιὰν ἡμέρα ἔτρεματὴν ἄλλην ἀνατρίχιαζαμέσα στὸν φόβομέσα στὸν φόβοπέρασε ἡ ζωή μουΔὲν ἔχω γράψει ποιήματαδὲν ἔχω γράψει ποιήματαμόνο σταυροὺςσὲ μνήματακαρφώνω.
τόσο περισσότερο φανερώνουμε πὼς ξεμακρυνόμαστε ἀπὸ τὴ ῥίζα τῆς φυλῆς μας καὶ πὼςκρυώνει μέσα μας τὸ ζεστὸ καὶ καθαρὸ αἷμα ποὺ πήραμε ἀπὸ τοὺς πατεράδες μας.Γιὰ μᾶς τοὺς Ἕλληνες, πηγὴ τῆς ζωῆς εἶναι ἐκεῖ μέσα, κι ἄν λιγοστεύει ἡ ὄρεξή μας κ’ ἡ δίψα μαςνὰ πιοῦμε ἀπὸ αὐτὴ τὴ δροσερὴ νερομάννα, αὐτὸ θὰ πεῖ πὼς τὸ πνεῦμα μας εἶναι ἀρρωστημένοκαὶ πασκίζουμε νὰ τὸ ζωογονήσουμε ψεὐτικα, μὲ βλαβερὰ καὶ ξενόφερτα πιοτά, ποὺ συνεργοῦνεστὸ νὰ ξεφυλιστοῦμε μιὰν ὥρα ἀρχήτερα, καὶ νὰ μὴν ἀπομείνει ἀπάνω μας τίποτα ἀπὸ τὸν πνευματικὸχαραχτῆρα μας. Αὐτὰ τὰ φαρμακερὰ πιοτὰ μᾶς τραβᾶνε σὰν τὸν μπεκρή,ποὺ δὲν ἔχει πιὰ ζωὴ μέσα τουκαὶ ποὺ θαρρεῖ πὼς θὰ ζωντανέψει πίνοντας καὶ μπεκρολογώντας,ἐνῶ, ἴσια-ἴσια, σιγὰ-σιγὰ τὸνφαρμακώνουνε,ὥς νὰ τὸν πεθάνουμε.Ἔτσι γίνεται καὶ μὲ τὰ πνευματικὰ πιοτὰ ποὺ λέγω.Μὰ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς διαβασμένους μας τὸ ‘χουνε γιὰ καὐχημα τὸ ὅτι δὲν καταδέχουνται νὰξεδιψάσουνε στὶς δικὲς μας δροσερὲς βρυσοῦλες, κι ὁλοένα πίνουνε ἀπὸ τὰ ξένα καὶ θολὰ βαλτὀνερα,ποθώντας νὰ βγάλουνε ἀπὸ μέσα τους ὅ,τι δικό μας ἔχουνε καὶ νὰ διαλυθοῦνε,σὰν κἀποιοι καινούριοιβουδιστές, μέσα στὸ σκοτεινὸ χάος τῆς εὐρωπαϊκῆς πνευματικῆς νιρβάνας.Ἄνθρωπος ποὺ δὲν νοιώθει στὰ κατάβαθα τῆς καρδιᾶς του τὰ λαϊκά μας τραγοὐδια, δὲν εἶναισὲ θέση νὰ νοιώσει ἀληθινὰ τὴν ἐπανάσταση τοῦ Εἰκοσιένα. Μπορεῖ νὰ τὴν καταλαβαίνει σὰν ἕναπολιτικὸ καθέκαστο, δηλαδὴ νὰ τὴν καταλαβαίνει ἀπὸ τὴν ὑλικὴ μεριά, δὲ νοιώθει ὅμως ἀπ΄ αὐτὴτὸ «τιμιώτατον», δηλαδὴ τὴν πνευματικὴ φωτοχυσία της, ποὺ τὴν κάνει αὐτὴ τὴν ἐπανάσταση ξεχωριστὴἀνάμεσα στὶς λογῆς-λογῆς ἐπαναστάσεις ποὺ γινήκανε.Τὸ γένος τὸ δικό μας εἶναι πονεμένο, πιὸ πονεμένο ἀπ’ ὅλα τὰ ἔθνη τῆς οἰκουμένης.Γιὰ τοῦτο, ὅ,τι κι ἄν κάνουμε, ἔχει μέσα του κάποια μεγάλη σφραγίδα, γιατὶ μὲ τὸν πόνοξεσκεπάζουνται στὸν ἄνθρωπο τὰ μεγάλα μυστήρια τοῦ κόσμου, ἄν ἐκεῖνος ποὺ πονᾶ ἔχειἀνθρωπιὰ καὶ πίστη.Τὰ τραγούδια τοῦ λαοῦ μας εἶναι ἁγνὰ ἀγριολούλουδα ποὺ φυτρώσανεἀπάνω στὶς καθαρὲς καὶ βασανισμένες βραχόπετρες ὁποὺ τὶς δέρνει ὁ πόνος, μὰ ποὺ φεγγοβολᾶνεσὰν διαμάντια ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ ποὺ ξεπλένουνται ἀπὸ τὴν καθαρὴ βροχούλα.Ἡ φτώχια μᾶς ἔκανε νὰ ζοῦμε ἁπλὴ ζωή, μὲ λιγοστὰ πράγματα, καὶ δὲν μᾶς ἄφησε νὰξεμακρύνουμε ἀπὸ τὴ φυσικὴ ζωή, ἀλλὰ μᾶς ἔκανε νὰ βυζαίνουμε ὁλοένα ἀπὸ τὴν καθαρὴβρυσούλα ποὺ θρέφει μ’ ἀληθινὴ θροφὴ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου. Σ’ αὐτὸ συνέργησεκαὶ τὸ καλὸ ἀγέρι ποὺ ἔχει ἡ πατρίδα μας,κ’ ἡ ἡμεράδα ποὺ ἔχουνε τὰ βουνὰ κ’ οἱ θάλασσές της,ὥστε νὰ μᾶς φαίνεται σὰν μἀννα πονετικιά,ποὺ μᾶς βαστᾶ ὁλοένα στὴν ἀγκαλιά της.Στὰ χρόνια τῆς σκλαβιᾶς, οἱ ἄνθρωποι ἤτανε ἀγράμματοι καὶ ζούσανε στὰ βουνά,ἀφοῦ πολλοὶ εἴχανε γιὰ σπίτια τὶς σπηλιὲς καὶ τὰ στρουγκολίθια. Πολιτεῖες δὲν εἴχανε,εἴχανε μοναχὰ κάτι μικρὰ χωριά, τὰ περισσότερα μὲ λίγα σπίτια τὸ καθένα. Μὲ τούτη τὴν ἁπλὴ ζωὴποὺ περνούσανε, εἴχανε καὶ ψυχὴ ἁπλή. Καὶ μὴν πεῖ κανένας πὼς ἤτανε πονηροί, γιατὶ στοὺς τέτοιουςφυσικοὺς ἀνθρώπους, ὁ ἀπὸ μέσα ἄνθρωπος εἶναι ἁπλὸς σὰν τὸ μωρὀ, ἄς ἔχει καὶ πεῖσμα καὶ σκληρότητα,ἄς εἶναι καὶ φονιὰς ἀκόμα.Τὴν ἁγνότητα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὴν βγάζει ἐκείνη ἡ παρὰ φύση κακία, ποὺφωλιάζει στὴ χαλασμένη καὶ στὴν πολύξερη ψυχή, α’Υτὴ τὸν ξεραίνει καὶ τὸν κάνει ἀναίσθητον.Ἔκανα γνωριμία μὲ ληστάδες καὶ μὲ βουνίσιους φονιάδες, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, στὸ βάθοςτῆς καρδιᾶς τους ἤτανε ἀθῶοι,πιστεύανε εὔκολα σ’ ὅτι τοὺς ἔλεγα, καὶ θαυμάζανεσὰν τὰ μωρὰ τὸ ‘να καὶ τ’ ἄλλο, ταπεινοὶ οἱ κακόμοιροι,παρεκτὸς ὅσοι ἤτανεδιεστραμμένοι.Ἕνας ληστής,τὀσο κολλήθηκε σὲ μένα,ποὺ δὲν ἔκανε δίχως ἐμένα,ἔφταξε νὰ μὲ φοβᾶται καὶ νὰ μ’ἀγαπᾶ μαζί, ἐπειδὴς ἤτανε γι’ αὐτὸν μεγάλο μυστήριοτὸ νὰ ζωγραφίζω μὲ τὸ χέρι μου ἁγίους κι ἀνθρώπους καὶ δέντρα καὶ βουνὰ κι ὅλαὅσα βρίσκουνται στὸν κόσμο, ἐνῶ, στὴν ἀρχή, τὸν φοβόμουνα ἐγώ.Αὐτὲς οἱ ἁπλὲς ψυχὲς κι εὐκολὀπιστες,ἀπ’ ὄξω φαίνουνται ἄγριες καὶ φοβερές.Τοὺς ἄλλους, τοὺς ψευτογλυκοπρόσωπους καὶ τοὺς ὑποκριτὲς νὰ φοβᾶσαι. Οἱ βουνίσιοι εἶναιοἱ νήπιοι ποὺ λέγει τὸ Εύαγγέλιο. Γιὰ τοῦτο ὁ ληστὴς γίνεται πιὸ εὔκολα ἅγιος, ἐνῶ ὁ χαλασμένος,ὁ πολύξερος, δὲ γίνεται ποτέ,κι ἄς μὴν ἔχει πειράξει κανέναν στὰ φανερά.Θυμήσου τὸν ληστὴ ποὺσταυρώθηκε μαζὶ μὲ τὸν Χριστό,πὼς ἔκλαψε γι’ αὐτόν, ἐπειδής, ὅπως εἶπε, ἄδικα σταυρώθηκεὁ Χριστός,ἐνῶ αὐτὸς κι ὁ σύντροφός του βασανιζόντανε δίκαια. Σὲ τέτοιες ψυχὲς μπαίνειὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ, γιατὶ ὁ Χριστός,πρὶν ἀπ’ ὅλα,ζητᾶ ἁπλὴ καρδιά.Λοιπὸν οἱ τέτοιοι τσομπαναρέοι κάνανε τὰ πιὸ καλὰ τραγούδια καὶ τὶς παροιμίες,κ’ ἡ γλῶσσα τους ἔχει κάποιες χάρες ποὺ δὲν τὶς ἔχει ἡ δική μας,ἡ γραμματισμένη,καὶ ζωγραφίσανε μοναστήρια καὶ ρημοκκλήσια.κι ὅλα ὅσα κάνανε εἶναι τὰ πιὸ ἀληθινὰκαὶ τὰ πιὸ ἁγνά.Καὶ τ’ ἀξιωθήκανε αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἁπλότητα ποὺ εἴχανε,ποὺ τοὺς ἔκανε νὰ μὴ βλέπουνε θολὰ καὶ ταραγμένα τὸν κόσμο τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴςδὲν παραγεμίσανε τὴν ψυχή τους μὲ ἀφύσικα καὶ μὲ πολύπλοκα πράγματα.Στὰ τραγοὐδια ποὺ κάνανε, βλέπουμε κάποιαν ἀλήθεια καὶ μιὰν ἐντέλεια,ποὺ δὲν τὴν φτάνουνε ποτὲς οἱ σπουδασμένοι ποιητάδες μὲ τὰ πολύπλοκα έργαλεῖα τους.Γιατὶ οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι εἶναι τ’ ἀληθινὰ παιδιὰ τῆς φύσης, κ’ ἔχουνε ἀνταπόκριση μαζί της,ἐνῶ οἱ ἄλλοι εἶναι τὰ προγόνια της, κι ὅ,τι φτιάξουνε αὐτὰ τ’ ἀληθινὰ παιδιά της,δὲν εἶναι φτιαστό,ἀλλὰ εἶναι ἀληθινὸ καὶ καθαρό,σὰν τὰ ἴδια τὰ βουνὰ καὶ σὰν τὴν θάλασσα καὶ σὰν τὸν ἀγέρα ποὺ φυσᾶκαὶ σὰν τὸν πρίνο ποὺ φυτρώνει στὸ κράκουρο καὶ σὰν τὸ ὄρνιο ποὺ κόβει βόλτες ἀπάνω άπὸμιὰν ἔρημη ῥάχη. Θαρρεῖς πὼς καὶ τὰ ζαρκάδια καὶ τὰ πρόβατα κ’ οἱ πέρδικες καὶ τὰ δέντρακαὶ τ’ ἄλλα φυσικὰ πλάσματα, θαρρεῖς πὼς καὶ κεῖνα θὰ ταιριάζανε τέτοια τραγούδια,σὰν κι αὐτὰ ποὺκάνανε τοῦτοι οἱ ἄνθρωποι, ἄν εἴχανε λαλιά. Μήτε πένα πιάσανε στὰ χέρια τους, μηδὲ χαρτί, μηδὲμελάνι. Ἀπὸ τὴν καρδιά τους ἀνέβηκε στὸ στόμα,κι ἀπὸ τὸ στόμα βγῆκε,ὅπως λαλεῖ τὸ πουλί,κ’ ὕστερα μαθεύτηκε παντοῦ, καὶ τὸ ‘πανε οἱ κοῦκοι στὰ βουνὰ κ’ οἱ πέρδικες στὰ πλάγια.Κι ἀπὸ στόμα σὲ στόμα ἀπόμεινε στὸν κόσμο καὶ τραγουδιέται, γενεὲς γενεῶν.Τί θαυμαστὸ πρᾶγμα, νὰ αἰσθάνεται καὶ νὰ μιλᾶ ὁ ἄνθρωπος σὰν ἀπὸ μέροςὅλων τῶν πλασμάτων ! Ἀληθινά,νοιώθεις πὼς αύτὴ εἶναι μιὰ θεϊκὴ χάρη, ποὺ τοῦ δόθηκεἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ τὸν κατάστησε βασιλέα ἀπἀνω σ’ ὅλα.Ὅσοι άπομείναμε πιστοὶ στὴν παράδοση, ὅσοι δὲν ἀρνηθήκαμε τὸ γάλα ποὺ βυζάξαμε,ἀγωνιζόμαστε, ἄλλος ἐδῶ, ἄλλος ἐκεῖ, καταπάνου στὴν ψευτιά. Καταπάνω σ’αὐτοὺς ποὺ θέλουνετὴν Ἑλλάδα ἕνα κουφάρι χωρὶς ψυχή, ἕνα λουλούδι χωρὶς μυρουδιά.Κουράγιο !Ὁ καιρὸς θὰ δείξει ποιὸς ἔχει δίκιο,ἄν καὶ δὲν χρειάζεται ὁλότελα αύτὴ ἡ ἀπόδειξη.»Πρὶν ἡ Κνω/πολις ἀλωθεῖ, ἤδη κτυπημένη ἀπὸ Βορρᾶ καὶ Νότο καὶ Δύση καὶ Ἀνατολὴ ἀλλά,καὶ ἀπὸ μέσα, ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες Ῥωμηοὺς ποὺ ἔβλεπαν νὰ ἔρχεται τὸ κακὸ καὶ διχάστηκαν,πάλι,ψάχνοντας γιὰ συμμάχους ποὺ ποτὲ δὲν συμμάχησαν,ὅπως καὶ τώρα, μαζί τους,πρὶν λοιπὸνἡ Πόλις τῶν Πόλεων ἀλωθεῖ,ὁ Μωάμεθ ὁ Β’ ἐζήτησε μὲ ἐπιστολὴ ἀπὸ τὸν βασιλέα Κων/νο Παλαιολόγονὰ τοῦ παραδώσει τὴν Πόλιη.Καὶ ὁ Κων/νος τοῦ ἀπήντησε ὡς ἐξῆς:« Εἰ μὲν βούλει καθὼς καὶ οἱ πατέρες σου ἔζησαν εἰρηνικῶς σὺν ἡμῖν συζῆσαι κι έσὺ,τῷ Θεῷ χάρις.Ἐκείνοι γὰρ τοὺς ἐμοὺς γονεῖς ὡς πατέρες ἐλόγιζον καὶ οὔτως ἐτίμων,τὴν δὲ πόλιν ταύτην ὡς πατρίδα, καὶ γὰρ ἐν καιρῷ περιστάσεως ἄπαντες ἐντὸς ταύτηςείσιόντες ἐσώθησαν καὶ οὐδεὶς ὁ ἀντισταίνων ἐμακροβίω.Ἔχε δὲ καὶ τὰ παρ’ ἡμῖνἁρπαχθέντα ἀδίκως κάστρα καὶ γῆν, ὡς δίκαια,καὶ ἀπόκοψον καὶ τοὺς φόρους τόσουςὅσους κατὰ τὴν ἡμετέραν δύναμιν κατ’ἔτος τοῦ δοῦναι σοι, καὶ ἄπελθε ἐν είρήνη.Τί γὰρ οἶδας,εἰ θαῤῥῶν κερδᾶναι εὐρεθῇς κερδανθείς;Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοι δοῦναι,οὔτ’ ἐμὸν ἐστὶν οὔτ’ ἄλλου τὼν κατοικούντων ἐν αὐτῇ. κοινῇ γὰρ γνώμῃπάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καὶ οὺ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν»Ὁ βασιληᾶς μας λοιπὸν ὅπως εἶπε ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης,σκοτώθηκεδὲν παραδώθηκε, ὁ πόλεμος συνεχίζεται. Ὁ λαὸς θρήνησε τὴν ἅλωση,οἱ Πόντιοιἔκλαψαν καὶ παρηγορήθηκαν μὲ λόγο προφητικὸ« ἡ Ῥωμανία ἄν πέρασεν ἀνθῇκαὶ φέρει κι ἄλλο» οἱ Κρῆτες φὀρεσαν μαῦρα πουκάμισα καὶ ἔδεσαν στὸ κεφάλι τουςτὰ δάκρυά τους καὶ οἱ Κύπριοι ἔψαλλαν :Ἡ Ῥωμηοσύνη εἶν’ φυλή, συνόντζαιρη τοῦ κόσμου.Κανένας δὲν εὐρέθηκε γιὰ νὰ τὴν ἐξαλείψει.Κανένας γιατὶ σκέπει την ἀπ’ τὰ ‘ψη ὁ Θεός μου.Ἡ Ῥωμηοσύνη θὰ χαθῇ ὄντες ὁ κόσμος λείψῃ !ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ ΚΑΙ ΣΤΟ «Ἄξιον ἐστί »( Γ’ )Τὸν πλοῦτο δὲν ἔδωκες ποτὲ σὲ μένατὸν ὁλοένα ἐρημούμενο ἀπὸ τὶς φυλὲς τῶν Ἠπείρωνκαὶ ἀπ’ αὐτὲς πάλι ἀλαζονικά,ὁλοένα, δοξαζόμενο !Ἔλαβε τὸν Βότρυ ὁ Βορρᾶςκαὶ τὸν Στάχυ ὁ Νότοςτὴ φορὰ τοῦ ἀνέμου ἐξαγοράζονταςκαὶ τῶν δἐντρων τὸν κάματο δύο καὶ τρεῖς φορὲςἀνόσια ἐξαργυρώνοντας.Ἄλλο ἐγώ,πάρεξ τὸ θυμάρι στὴν καρφίδα τοῦ ἥλιου δὲν ἐγνώρισακαὶ πάρεξτὴ σταγόνα τοῦ νεροῦ στ’ ἄκοπα γένια μου δὲν ἔνιωσαμὰ τραχὺ τὸ μάγουλο ἔθεσα στὸ τραχύτερο τῆς πέτραςαἰῶνες καὶ αἰῶνες.Ἐκοιμήθηκα πάνω στὴν ἔγνοια τῆς αὐριανῆς ἡμέραςὅπως ὁ στρατιώτης ἐπάνω στὸ τουφέκι του.Καὶ τὰ ἐλέη τῆς νύχτας ἐρεύνησαὅπως ὁ ἀσκητὴς τὸ Θεό του.Ἀπὸ τὸν ἱδρώτα μου ἔδεσαν διαμάντικαὶ στὰ κρυφὰ μοῦ ἀντικαταστήσανετὴν παρθένα τοῦ βλέμματος.Ἐζυγίσανε τὴ χαρά μου καὶ τὴ βρήκανε,λέει,μικρὴκαὶ τὴν πατήσανε χάμου σὰν ἔντομο.Τὴ χαρά μου χάμου πατήσανε καὶ στὴν πέτρα μέσα τὴν κλείσανεκαὶ στερνὰ τὴν πέτρα μοῦ ἀφήσανε,τρομερὴ ζωγραφιἀ μου.Μὲ πελέκι βαρὺ τὴ χτυποῦν,μὲ σκαρπέλο σκληρὸ τὴν τρυποῦν,μὲ καλέμι πικρὸ τὴ χαράζουν,τὴν πέτρα μου.Κι ὅσο τρώει τὴν ὕλη ὁ καιρός,τόσο βγαίνει πιὸ καθαρὸςὁ χρησμὸς ἀπ’ τὴν ὄψη μου :ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕΚΑΙ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ Τ’ΑΓΑΛΜΑΤΑ !
( Ε’ )ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΜΟΥ στὰ βουνὰκαὶ τὰ βουνὰ σηκώνουν οἱ λαοὶ στὸν ὦμο τουςκαὶ πάνω τους ἡ μνήμη καίειἄκαυτη βάτος.Μνήμη τοῦ λαοῦ μου σὲ λένε Πίνδο καὶ σὲ λένε Ἄθω.Ταράζεται ὁ καιρὸςκι ἀπ’ τὰ πόδια τὶς μέρες κρεμάζειἀδειάζοντας μὲ πάταγο τὰ ὀστᾶ τῶν ταπεινωμένων.Ποιοί, πῶς, πότε ἀνέβηκαν τὴν ἄβυσσο ;;Ποιές, ποιῶν, πόσων οἱ στρατιές ;Τ’οὐρανοῦ τὸ πρόσωπο γυρίζει κι οἱ ἐχθροί μου ἔφυγαν μακρυά.Μνήμη τοῦ λαοῦ μου σὲ λένε Πίνδο καὶ σὲ λένε Ἄθω.Ἐσὺ μόνη ἀπ’ τὴ φτέρνα τὸν ἄντρα γνωρίζεις.Ἐσὺ μόνη ἀπ’ τὴν κόψη τῆς πέτρας μιλᾶς.Ἐσὺ τὴν ὄψη τῶν ἁγίων ὀξύνειςκι ἐσὺ στοῦ νεροῦ τῶν αἰώνων τὴν ἄκρη σύρειςπασχαλιὰν ἀναστάσιμη !Ἀγγίζεις τὸ νοῦ μου καὶ πονεῖ τὸ βρέφος τῆς Ἄνοιξης !Τιμωρεῖς τὸ χέρι μου καὶ στὰ σκότη λευκαίνεται !Πάντα πάντα περνᾶς τὴ φωτιὰ γιὰ νὰ φτάσεις τὴ λάμψη !Πάντα πάντα τὴ λάμψη περνᾶςγιὰ νὰ φτάσεις ψηλὰ τὰ βουνὰ τὰ χιονόδοξα.Ὅμως τί τὰ βουνά ; Ποιός καὶ τί τὰ βουνά ;Τὰ θεμέλιά μου στὰ βουνὰκαὶ τὰ βουνὰ σηκώνουν οἱ λαοὶ στὸν ὦμο τουςκαὶ πάνω τους ἡ μνήμη καίειἄκαυτη βάτος !Πῶς ἡ πιθανὴ ἀπελπισία καὶ ἡ ἀπογοήτευσις καὶ ὁ πόνος καὶ ἡ λακτάρα γιὰ τὴν ΛΕΥΤΕΡΙΑ,ἔφερε τὴν μεγάλη ὑπόσχεση τοῦ ΘΕΟΥ ΜΑΣ στὸν μεγάλο Στρατηγὸ Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.«Ἦταν μιὰ ἐκκλησιὰ εἰς τὸν δρόμον, ἡ Παναγιὰ στὸ Χρυσοβίτσι, καὶ τὸ καθησιό μου ἦτο, ὅπουἔκλαιγα γιὰ τὴν Ἑλλάς… Σίμωσα, ἔδεσα τ’ ἄλογό μου σ’ ἕνα δένδρο, μπῆκα μέσα καὶ γονάτισα«Παναγιά μου εἶπα ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μου καὶ τὰ μάτια μου δάκρυσαν, Παναγία μου,βοήθησε καὶ τούτη τὴ φορὰ τοὺς Ἕλληνες νὰ ψυχωθοῦν». Ἔκανα τὸν σταυρό μου, ἀσπάσθηκατὴν εἰκόνα της, βγῆκα ἀπὸ τὸ ἐκκλησάκι, πήδηξα στὸ ἄλογό μου καὶ ἔφυγα. Σὲ λίγο μπροστά μουξεπετάγονταν ὁ ξάδελφός μου ὁ Ἀντώνης Κολοκοτρώνης καὶ ἑπτὰ ἀνύψια μου «Κανεὶς δὲν εἶναιστὴν Πιάνα μοῦ εἶπε ὁ Ἀντώνης, οὔτε στὴν Ἀλωνίσταινα.Εἶναι φευγᾶτοι» «Ἄς μὴν εἶναι κανείς,ἀποκρίθηκα.Ὁ τόπος σὲ λίγο θὰ γιομίσει παλλικάρια.Ὁ Θεὸς ὑπέγραψε τὴν λευτεριὰ τῆς Ἑλλάδοςκαὶ δὲν θὰ πάρει πίσω τὴν ὑπογραφή του»








