Αθανάσιος Πιτσιόρλας
Δικηγόρος Θεσσαλονίκης
Μάρτιος 2022
- Μετά το αποτέλεσμα της δίκης της Χρυσής Αυγής στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 2020 και τις δημόσιες αντιδράσεις στην απόφαση, έγραφα άρθρο μαζί με πρόταση για ένα ώριμο πρόβλημα περί του άρθρου 2 του Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο παραμένει αδημοσίευτο. Η αιτία της τελευταίας στιγμής είναι ότι ανακάλυψα το άρθρο 49(1) του Ευρωπαικού Χάρτη για τα Θεμελιώδη Δικαιώματα το οποίο λέει:
«Κανείς δεν μπορεί να καταδικασθεί για πράξη ή παράλειψη, η οποία δεν αποτελούσε, κατά τη στιγμή της τέλεσής της, αδίκημα κατά το εθνικό ή το διεθνές δίκαιο. Ούτε επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνη η οποία ίσχυε κατά τη στιγμή της τέλεσης του αδικήματος. Εάν, μετά την τέλεση του αδικήματος, προβλεφθεί με νόμο ελαφρύτερη ποινή, επιβάλλεται αυτή η ποινή.»
- Αυτό το αρχικό γραπτό δεν έχει πρόθεση να προωθήσει την ποινή του θανάτου! Στοχεύει μόνο την υπογραμμισμένη φράση του άρθρου 49(1). Με δεδομένη την εμπειρία που υπάρχει με το πρόβλημα, μόνο λίγες σημειώσεις είναι απαραίτητες για να έρθει στην προσοχή της Συνέλευσης για το Μέλλον της Ευρώπης.
- Ό,τι κάνει το άρθρο 49(1) είναι να απαγορεύει αναδρομικότητα του ποινικού δικαίου εναντίον προσώπου αλλά να την επιτρέπει υπέρ του. Εάν υπάρχει κάτι συγκεκριμένο -μένει ακόμη να το δούμε- που μπορεί να δικαιολογήσει αυτή την ανισόρροπη κατάσταση, πόση πολύ ευνοική μεταχείριση είναι αρκετή για τους κατηγορούμενους ή καταδίκους; Εάν μια κυβέρνηση μπορεί να αλλάζει με υποκειμενικούς όρους το δίκαιο υπό το οποίο ποινικά αδικήματα εκκρεμή στη δικαιοσύνη θα δικαστούν ή δεν θα δικαστούν καθόλου αλλά θα αρχειοθετηθούν,
εάν το σύστημα καθορισμού ποινών θυμίζει εμπορικές εκπτώσεις,
εάν οι επιβληθείσες ποινές εκτίονται υπό ένα πρόσθετα ευνοικό σύστημα ή ακόμη ακυρώνονται,
το ποινικό δίκαιο δεν υπηρετεί πια τον προληπτικό του σκοπό. Από αυτές τις τρεις διαστάσεις, η πρώτη είναι η χειρότερη εξαιτίας της δυναμικής της έκτασης.
- Το άρθρο 49 είναι λυπηρά αντιγραφή του άρθρου 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ του 1966. Αλλά η ΕΣΔΑ (1950), παρά τις αρκετές τροποποιήσεις της, δεν έχει περιλάβει παρόμοια διάταξη.
- Εφόσον τα νομικά κείμενα συντάσσονται από νομικούς κοθοδηγούμενους από πολιτικούς, μία τέτοια διάταξη δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα απλοικότητας αλλά ισχυρής αρχικής σκοπιμότητας. Η λέξη κλειδί εδώ είναι η μίμηση. Με αντιγραφή, η αρχική ιδέα έχει γίνει μία νομική απάτη βαθειά ριζωμένη σήμερα, που αλλάζει μορφές, μία αχίλειος πταίρνα της σύγχρονης δημοκρατίας.
- Δεν μπορώ να μιλήσω για όλη την Ευρώπη εδώ. Το πρόβλημα εμφανίζεται συχνά και σοβαρά στην Ελλάδα. Πάνω στην πλατφόρμα του άρθρου 2 του Ποινικού Κώδικα, σχεδόν η κάθε κυβέρνηση αλλάζει ποινικές διατάξεις, αυτόματα με άμεση ισχύ, λόγω της λειτουργίας του άρθρου 2, σε σχέση με εκκρεμείς διαδικασίες, δίκες, ή ακόμη καταδικασθέντες. Έτσι, ένα αδίκημα αλλάζει κατηγορία σοβαρότητας, άλλο παύει να συνιστά αδίκημα, ένα άλλο υπόκειται σε ελαφρότερη ποινή. Ακόμη, κατάδικοι βγαίνουν από τις φυλακές, κλπ. Όλα αυτά είναι εμπειρία.
- Ως παράδειγμα, ήδη μνηνονευθέν, τα μέλη της πολιτικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή συνελήφθησαν τον Σεπτέμβριο 2013 αλλά το 2020 δικάστηκαν σύμφωνα με ένα νέο ποινικό κώδικα που τέθηκε σε ισχύ στις 1 Ιουλίου 2019 ενώ η δίκη εκκρεμούσε. Αυτός ο Κώδικας προβλέπει ποινή ελαφρύτερη για το αδίκημα της σύστασης εγκληματικής οργάνωσης, μία από τις κατηγορίες σε βάρος τους.
- Ας προσθέσουμε ένα επίπεδο εμπειρίας. Το βασικό επιχείρημα πίσω από το Νόμο 4322/2015 δυνάμει του οποίου σοβαροί εγκληματίες βγήκαν ξαφνικά από τις φυλακές ήταν να βρεθεί χώρος. Αμέσως μετά, και τις αντιδράσεις, είχα τον εξής διάλογο με ένα νομικό πιο έμπειρο από εμένα:
E: «Πόσα χρόνια παίρνει το πρόβλημα με τις φυλακές;
A: Πολλά!
E: Γιατί δεν χτίζουν περισσότερες φυλακές;
A: Εάν χτίσουν περισσότερες φυλακές, δεν θα υπάρχει έδαφος για συναλλαγές μεταξύ πολιτικών και σοβαρών εγκληματιών, εκείνων που έχουν το πολύ και ζεστό χρήμα.»
- Tί άλλο να ρωτήσεις; Τέτοιες συναλλαγές γίνονται κάτω από τη μύτη δημοκρατικών ανύποπτων πολιτών. Με νομικούς όρους, το ερώτημα που η κρίσιμη φράση του άρθρου 49(1) του Χάρτη θέτει είναι, το ποινικό δίκαιο θεσπίζεται και εφαρμόζεται αφηρημένα ή συγκεκριμένα; Υπαρχούσης της ικανότητας να αλλάζει και να προσαρμόζεται σε συγκεκριμένο κατηγορούμενο ή κατάδικο, το ποινικό δίκαιο λειτουργεί συγκεκριμένα. Εάν το ποινικό δίκαιο είναι ένα κιβώτιο ταχυτήτων στα χέρια μίας κυβέρνησης ή ενός υπουργού, εάν το σοβαρό έγκλημα μπορεί να αγοράζει λύσεις στη διάρκεια ποινικών διαδικασιών ή κατόπιν, η κοινωνία πάντα θα σκανδαλίζεται και η αίσθηση της αδικίας θα χειροτερεύει. Είμαι ένας σκανδαλισμένος πολίτης. Με τέτοιους όρους, εμπιστοσύνη στη νομική τάξη δεν μπορεί να οικοδομηθεί. Φανταστείτε ένα δικαστή που φεύγει από την έδρα μετά από μακρά διαδικασία με το αίσθημα ότι έχει κάνει το καθήκον του και αμέσως μετά να βλέπει την κυβέρνηση να επεμβαίνει στην απόφαση ή να ανατρέπει την απόφασή του.
- Ενώ είναι κατανοητό και πλήρως δικαιολογημένο να έχουμε ως νομική αρχή να μην καταδίωκεται κάποιος χωρίς νόμο που προβλέπει από πριν τι απαγορεύεται και ποια είναι η κύρωση, δεν είναι κατανοητό γιατί κάποιος που διαπράττει πράξη που απαγορεύεται σήμερα να δικάζεται με μεταγενέστερο ευνοικό νόμο. Μία χώρα που αφηρημένα καθιστά υπερβολικά αυστηρές τις ποινές κάθε φορά που εμφανίζεται δημόσια μία καυτή υπόθεση αλλά τις χαλαρώνει συγκεκριμένα ενόψει συγκεκριμένων δικών ή μετά, συμμορφώνεται με τα πρότυπα της δικαιοκρατίας ;
- Είναι ο Χάρτης της ΕΕ ιερός για να μείνει ένα τέτοιο σοβαρό σφάλμα ανέγγιχτο δίνοντας στα εθνικά δίκαια ενισχυμένη δύναμη; Το άρθρο 49(1) τελευταία πρόταση δεν έχει τίποτε να κάνει με τις αρχές της νομιμότητας ή της αναλογικότητας στον τίτλο του. Εχει να κάνει μόνο με έλλειψη σοβαρότητας. Πράγματι, είναι αντίθετο στη νομιμότητα, μέρος της οποίας είναι η σταθερότητα και η προβλεψιμότητα των καταστάσεων. Όταν ένα αδίκημα εκκρεμές σε δικαστήριο παύει να είναι αδίκημα δεν έχει τίποτε να κάνει με την αναλογικότητα. Δεν χρειάζεται να πω ότι το ποινικό δίκαιο δεν αφορά μόνο τον κατηγορούμενο. Το άρθρο 49(1) πρέπει να επανεξεταστεί και το ποινικό δίκαιο πρέπει να ευθυγραμμιστεί με το χρόνο και να σέβεται το χρόνο και τη κοινή λογική. Μία λύση θα ήταν να καταργηθεί η τελευταία παράγραφος του άρθρου 49(1). Μία πιο σαφής και απαραίτητη αλλαγή θα ήταν να τεθεί στο άρθρο 49(1), στη θέση της πρότασης που πρέπει να καταργηθεί, η ακόλουθη νομική αρχή:
«Τα ποινικά αδικήματα εκδικάζονται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει στο χρόνο που διαπράττονται»!
Φυσικά, μία τέτοια αλλαγή θα παρασύρει, προς συγχώνευση, την επόμενη παράγραφο 2 του άρθρου 49 η οποία έχει ήδη το νόημα της πρότασής μου.
- Η αποκαλούμενη αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της πιο ευνοικής ποινής είναι μία από τις πιο απατηλές ιδέες τις σύγχρονης δημοκρατίας εναντίον της. Ας το θέσουμε απλά: το άρθρο 49(1) έχει γίνει η πρότυπη πίσω πόρτα στο μέρος όπου το σοβαρό έγκλημα και οι πολιτικοί συναντιούνται στο σκοτάδι.
- Πιστεύεις αλήθεια, Ευρώπη, στη νομοθεσία σου για την καταπολέμηση του ξεπλύματος μαύρου χρήματος; Από τη μία πλευρά, για να καταπολεμήσεις το ξέπλυμα μαύρου χρήματος έχεις κάνει το έδαφός σου εχθρικό μέρος για να ζήσουν οι κανονικοί πολίτες και οι επιχειρήσεις υποσκάπτοντας σοβαρά και αυξανόμενα την διεθνή σου ανταγωνιστικότητα, και από την άλλη διατηρείς μία εντυπωσιακή πίσω πόρτα για το σοβαρό έγκλημα. Εάν κάποιος κατηγορείται ή καταδικάζεται για ξέπλυμα μαύρου χρήματος γιατί η ποινή του θα πρέπει να γίνει ελαφρύτερη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ή της φυλάκισής του; Πώς μπορεί ένας επαγγελματίας να δεχθεί τέτοιους περιορισμούς και απώλειες στο όνομα μελλοντικών υποθετικών πράξεων όταν στο ίδιο πεδίο σοβαροί εγκληματίες μπορούν και ευνοούνται έναντι βέβαιων αδικημάτων ; Πριν μέρες τα ΜΜΕ ανέφεραν τέτοια εμφανή υπόθεση στα δικαστήρια της Θεσσαλονίκης (υπόθεση Παπαγεωργόπουλου – Λεμούσια).
- Εξαιτίας της αρχής της αναδρομικής εφαρμογής της πιο ευνοικής ποινής, ένα απατηλό νομικό παιχνίδι με το χρόνο και τους απλούς πολίτες, η μεγάλη νομική εικόνα έχει γίνει πολύπλοκη, μη συνεκτική και διασπασμένη. Κοιτάξτε μόνο κάποια από τα σχετικά κομμάτια και προοπτικές : (1) Το Ευρωπαικό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου σταθερά κρίνει ότι ο νομοθέτης δεν επιτρέπεται να επεμβαίνει σε εκκρεμείς υποθέσεις. Οι ποινικοί νόμοι, όμως, με αναδρομικό αποτέλεσμα που ευννοεί κατηγορούμενους ή καταδικασμένους σε οποιοδήποτε στάδιο και είναι άγριες επεμβάσεις σε εκκρεμείς ή τελειωμένες υποθέσεις, επιτρέπονται! Ενώ ένας δικαστής δεν μπορεί πια να επέμβει στο δεδικασμένο του, ο νομοθέτης που απαγορεύεται να ενεργήσει έτσι, μπορεί! (2) Κοντά στο αντικείμενο, ενώ δεν είναι πάντα σαφές εάν μία νομική διάταξη είναι ουσιαστική ή δικονομική, στις απακαλούμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, όταν κρίνονται τέτοιες, δίνεται αναδρομικό αποτέλεσμα, ενώ στις δικονομικές ποινικές διατάξεις, όταν κρίνονται ως τέτοιες, δεν δίνεται. Σε τέτοιες υποθέσεις, δύσκολες ερμηνευτικές προσπάθειες των δικαστών, πρακτικά με πλήρη διακριτική ευχέρεια, κινούνται εδώ και εκεί, για να συμπεράνουν εάν μία διάταξη είναι ουσιαστικό ή δικονομικό ποινικό δίκαιο. Σε μια τέτοια διεργασία, κατηγορούμενοι κάποιες φορές ευνοούνται, άλλες δεν ευνοούνται. (3) Οποιοσδήποτε έκπληκτος νομικός μπορεί να θυμηθεί ότι η προτεινόμενη πεντακάθαρη αρχή είναι αναμφίβολα παρούσα στο διοικητικό δίκαιο.[1] Αλλά, το διοικητικό δίκαιο, π.χ., στα πεδία ανταγωνισμός, φορολογία και δασμολόγιο, περιέχει ποινικές διατάξεις και κυρώσεις εφαρμοστέες με όρους διοικητικού δικαίου. (4) Ακόμη πιο κρίσιμο και αναπόφευκτο είναι ότι το διοικητικό και ποινικό δίκαιο διασταυρώνονται από την αρχή ne bis in idem, ένα συχνό πρόβλημα, το οποίο φέρνει τους δικαστές σε αμηχανία. Ανώτατα και ευρωπαικά δικαστήρια έχουν δώσεις λύσεις μη ταυτόσημες και καθόλου τελικές. (5) Όσον αφορά τα αδικήματα διεθνούς δικαίου, το άρθρο 49(2) του Χάρτη προβλέποντας ήδη ό,τι προτείνω σπάει την αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της πιο ευνοικής ποινής. Και εάν κάτι σπάει παραδεκτά με ομαδικές εξαιρέσεις τί είδους αρχή είναι;
- Ένας καλόπιστος γνώστης αναγνώστης θα δεχθεί ότι μεταξύ αυτών των νομικών μπλόκς δεν υπάρχει σαφής γραμμή οριοθέτησης ή μία χρυσή αρχή ερμηνείας. Σε ένα λαβύρινθο νομικών δομών και σκέψεων όπως αυτών, για να βρει μία λύση ad hoc ένας (εθνικός) δικαστής ακολουθεί την οικονομία του, τις προτιμήσεις του ή τα συμφέροντα του κράτους. Κάποιες φορές το αποτέλεσμα μπορεί να είναι τυχαίο.
- Εάν θεμελιώδη νομικά πράγματα είναι εννοιολογικά ή/και μηχανικά τόσο πολύπλοκα και μη συνεκτικά για τους δικαστές, οι απαντήσεις τους αντανακλούνται αντίστοιχα στην κοινωνική ζωή. Αλλά εάν συναντούν συχνά κοινωνική αντίδραση μπορούν να είναι ορθές και λειτουργικές; Γιατί να μην απλοποιήσουμε τον νομικό χρόνο εναρμονίζοντας τα δύο αλληλοσυνδεόμενα πεδία του διοικητικού και ποινικού δικαίου περιλαμβανόμενης της διεθνούς διάστασης επενδύοντας συνάμα στην κοινωνική δικαιοσύνη και αρμονία ;
- Δεν είμαι ενήμερος εάν τα αποτελέσματα της αρχής της αναδρομικής εφαρμογής της πιο επιεικούς ποινής στη δημοκρατία και στην δικαιοκρατία έχουν μετρηθεί. Διδάκτορες εγκληματολογίας και κοινωνιολογίας ή άλλοι έχουν εκθέσει αποτελέσματα ποσοτικής και ποιοτικής έρευνας των αναδρομικών ποινικών νόμων; Τέτοια μετρημένα αποτελέσματα έναντι του στόχου, εάν υπάρχει τέτοιος, αυτής της αποκαλούμενης αρχής θα βοηθούσε στη λήψη αποφάσεων. Αλλά εάν τέτοια έρευνα δεν έχει γίνει, ποια είναι η στέρεη βάση αυτής της αρχής έναντι των αποτελεσμάτων της;
- Ο χρόνος είναι μία από τις δύο κύριες παραμέτρους της ανθρώπινης ζωής. Η πίσω πόρτα μέσω της οποίας ο νομοθέτης παρεμβαίνει απατηλά στην ανθρώπινη ζωή πρέπει να κλείσει για πάντα. Εάν ο νομοθέτης πρέπει να είναι, όπως λέει το άρθρο 49 του Χάρτη, νόμιμος, πρέπει να ενεργεί για τα μελλοντικά περιστατικά μόνο, όχι ασταθής ή απατηλός ex post facto αλλά συνετός. Η εμπειρία δείχνει οριστικά προς μία νέα αρχή σταθερότητας του ποινικού δικαίου θεσπισμένη στον Χάρτη.
[1] Συνεκδικασθείσες υποθέσεις 15/76 and 16/76 Γαλλία κατά Επιτροπής [1979] Συλλογή 321, § 7.
C-85/87 Dow Benelux NV κατά Επιτροπής [1989] Συλλογή 3137, § 49.
T-339/04, France Télécom SA κατά Επιτροπής [2007] Συλλογή II- 521, § 54 «η νομιμότητα μιας πράξης πρέπει να εκτιμάται με αναφορά στο δίκαιο και στα γεγονότα στο χρόνο που η πράξη υιοθετήθηκε …”.








