Για δες καιρό που διάλεξε
ο Μίκης να πεθάνει,
τώρα που γύρω ο φασισμός
στην ζωή μας βόλτες κάνει,
γύρω απ’ όποιον ζει στην γη
και απ’ όποιον αναπνέει
και άπνοια ιδεών παντού
υπάρχει και δεν πνέει
και δεν σαλεύει τίποτε
ούτε ένα φυλλαράκι,
ψίθυρος δεν ακούγεται,
κανένα στοματάκι
τα ηρωϊκά τραγούδια σου
Μίκη μου πια δεν έχει
δύναμη να τα τραγουδά,
γιατί έχει παρέλθει
πια ο καιρός των μυθικών
ηρώων και ποιητών
και των αντάξιων αυτών
μουσικοσυνθετών
και κούρνιασαν οι άνθρωποι
σαν κότες εις το χώμα,
που δεν διακρίνεις ζωντανό
άνθρωπο από πτώμα.
Είναι αλήθεια βέβαια
ότι για να ταράξεις
αυτά τα λιμνάζοντα νερά
φτερά για να πετάξεις
έβγαλες τώρα που τίποτα
δεν δείχνει να κινείται
στον κόσμο του πολιτισμού
κι ουδείς να συγκινείται,
για να μας κάνεις τελικά
κρίση αυτογνωσίας
να υποστούμε όλοι μας
δια της αδρανείας
το πνεύμα που αφήσαμε
να μας διαποτίσει
και να μας κάνει άνευρους,
παθητικούς, με κλίση
εσωστρεφή, αδύναμους
να δώσουμε παρών
ως ενεργοί πολίτες,
εις το κοινωνικό
πεδίο, όπου θα ‘πρεπε
να έχουμε φωνή
κι όλοι μαζί να είμαστε
οι Ελληνες, οι γνωστοί
της ιστορίας, το όνομα
που έχουμε μεγάλο,
μα που ζητά αυτό από μας
να είμαστε κάτι άλλο
από αυτό που βλέπουμε
να έχουμε πλέον γίνει,
άνθρωποι που φοβόμαστε
να βγούμε εμπρός, μην μείνει
κανείς μας μόνος τελικά,
πρώτος χωρίς κανένα
πίσω του για υποστήριξη
να μάχεται το ψέμα.
Κι είναι απ’ τον φόβο τελικά
που έχουν μην μείνουν μόνοι
οι άνθρωποι που έρημοι
σήμερα είναι οι δρόμοι
του χρέους και καθήκοντος,
ενώ είναι πολυσύχναστοι
αυτοί της διασκέδασης,
της βόλεψης κι αγύμναστοι
όλοι πλέον στα δύσκολα
εμπρός λιποτακτούνε,
φοβούνται να απαντήσουνε
σ’ αυτούς που τους καλούνε
από μακριά κι απ το βαθύ
άδυτο της συνείδησης
και ζουν κρυφά και μόνοι τους,
το τρένο της συνύπαρξης
αφήνοντας, να φύγει από μπροστά τους
που με τα πόδια αυτοί μετά
μέχρι τα γερατειά τους
να κουβαλούν την αίσθηση
πώς τον Θεό δεν βρήκανε,
όλα τα χρόνια που έζησαν
ωσάν να μην υπήρξανε.
Κι ήταν αυτό το έλλειμμα
που νιώθει στην ψυχή
ο άνθρωπος ο σύγχρονος
μες την χαοτική
πόλη, που εσύ το γέμιζες
με λίγες μόνο νότες
και αετούς μας έκανες
να νιώθουμε από κότες
κι αντί ένας να είμαστε
και δυο μόνο ή τρείς,
να νιώθουμε καθένας μας
σαν χίλιοι δέκα τρείς.
Γι αυτό μεγάλε μου Ελληνα,
εσύ που όλων τα στήθη
με αέρα που τα φούσκωνες
κι έκανες με τα πλήθη
ένα καθείς να αισθάνεται
ότι είναι , μακριά μας
τώρα πού φεύγεις νιώθουμε
μέσα όλοι στην καρδιά μας
ότι θα λείψει δια παντός
αυτός που μας ανάσταινε
κι ήρωα έκανε αυτοστιγμεί
όποιον βαριά ανάσαινε.
Πώς τούτη τη μαγιά λοιπόν
που είχες να φουσκώνει
την ζύμη της ελληνικής
ψυχής, θα βρούμε μόνοι,
τώρα που πιο πολύ
από ποτέ χωρίς εσένα
μένουμε μέγα μου Ελληνα
μπρος στο παγκόσμιο ψέμα;
Πες μας και πάρε άδεια
εκεί στον ουρανό
να γράφεις νότες για εμάς,
για τον Ελληνισμό
και για την ανθρωπότητα
όλη στο σύνολό της
και στέλνε αυτές από ψηλά
στα αυτιά των ποιητών της.
Μη μας αφήσεις Μίκη μας,
εσύ της μουσικής
ως άγιος πια, δίνε παρών
αιώνια στης φυλής
του Ελληνισμού τα ώτα και
κάνε τα θαύματά σου,
εμπνέοντας από ψηλά
τα επίγεια παιδιά σου.-
ΣΠΥΡΟΣ ΑΛΕΞΕΛΛΗΝΟΣ




