“Ὁ δὲ ψευδὴς λόγος γίνεται παρὰ τὸ πρῶτον ψεῦδος” (Αριστοτέλης)*
Ο Απόστολος Παύλος στην “Προς Τίτον Επιστολή” (1, 12 – 13), αναφερόμενος στον Επιμενίδη, Κρητικό προφήτη και μάντη του 6ου πΧ αιώνα, διατύπωσε στην πραγματικότητα ένα από τα πιο γνωστά παράδοξα της λογικής, γνωστό και ως παράδοξο του ψεύτη:
“12 εἶπέ τις (Επιμενίδης) ἐξ αὐτῶν ἴδιος αὐτῶν προφήτης· Κρῆτες ἀεὶ ψεῦσται, κακὰ θηρία, γαστέρες ἀργαί. 13 ἡ μαρτυρία αὕτη ἐστὶν ἀληθής…”
Πώς, λοιπόν, είναι δυνατόν ένας αυτοδεδηλωμένος ως Κρητικός ψεύτης, ο Επιμενίδης, να διατυπώνει μια αληθινή μαρτυρία, ότι οι Κρήτες, μεταξύ αυτών και ο ίδιος, είναι ψεύτες;
Άρα, λοιπόν, ο Επιμενίδης ως Κρητικός, λέει ψέματα ότι οι Κρήτες είναι ψεύτες, γεγονός που σημαίνει, ότι οι Κρήτες λένε αλήθεια, μεταξύ των οποίων και αυτός. Πώς, όμως, είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό, όταν όλοι οι Κρητικοί, μεταξύ αυτών και ο Επιμενίδης, είναι ψεύτες; Άρα ο Επιμενίδης λέει αλήθεια και οι Κρήτες είναι ψεύτες, μεταξύ αυτών και ίδιος, συλλογισμός που οδηγεί σε μια ατέρμονη ακολουθία, που φτάνει στο παράδοξο του ΣΥΡΙΖΑ, αυτό που με τόση ευφυΐα διατύπωσε, σε μια απρεπή, κατά τα άλλα, γελοιογραφία του ο Αρκάς με αφορμή τη συνέντευξη του πρωθυπουργού σε τηλεοπτικό κανάλι: “Είμαι ψεύτης, αλλά ορκίζομαι ότι δεν είμαι κλέφτης… με πιστεύεται έτσι δεν είναι;” (Αρκάς).
Τώρα που πρέπει να βγάλει το μαυρομάνικο μαχαίρι του συμπατριώτη του Επιμενίδη από το ζωνάρι, ο λαλίστατος κύριος Πολάκης γιατί σιωπά;
Ίσως, για να μη φέρει σε δύσκολη θέση τον Απόστολο των Εθνών, για την άποψη του Επιμενίδη που μεταφέρει για τους Κρήτες.
Βέβαια, ο Αρκάς δεν έλαβε υπόψη του τη στοιχειώδη ευγένεια και τη δημοσιογραφική ηθική και δεοντολογία, που δεν επιτρέπουν τέτοιους χαρακτηρισμούς, έστω και αν διατυπώνονται καθημερινά μεταξύ των πολιτικών, που είναι υπεράνω πάσης ηθικής υποψίας. Θέλω να πιστεύω, όμως, πως ο σκιτσογράφος είχε στο μυαλό του τη διασταλτική έννοια του κλέφτη, σύμφωνα με την οποία κλέφτης δεν είναι μόνο αυτός που υφαρπάζει δόλια τον υλικό πλούτο του κράτους, οπως πιστεύουν οι πολιτικοί, γιατί τον θεωρούν δικό τους πλούτο, αλλά και αυτός που λεηλατεί δολιότερα τον πολιτικό, ηθικό και υλικό πλούτο του λαού, δηλαδή, τη ψήφο, την ελπίδα, το βίο, το βιος του και τέλος την ίδια τη δημοκρατία, σπορ στο οποίο επιδόθηκαν με ιδιαίτερη Δεξιοσύνη, παρά την αυτοδεδηλωμένη Αριστεροσύνη τους, ο πρωθυπουργός και οι συγκόμματοί του.
Ο Επιμενίδης, αναπτύσσοντας τον παραπάνω συλλογισμό του, δεν είχε την πρόθεση να διατυπώσει ένα λογικό παράδοξο, απλά, γιατί θεωρούσε τον εαυτό του τον μόνο Κρητικό που δεν ήταν ψεύτης, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τους πολιτικούς, που έχουν τις ιδιότητες του Επιμενίδη, είναι, δηλαδή, προφήτες και μάντεις και θεωρούν όλους τους άλλους, εκτός από τους ίδιους, ψεύτες και κλέφτες.
Τι γίνεται, όμως, στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ, που όχι μόνο θεωρεί αλλά και αυταποδέχεται το ψεύδος του, ενώ, ταυτόχρονα, έχει αναδειχθεί σε κακό προφήτη και μάντη;
Η λογική σηκώνει τα χέρια της.
* Πρέπει να ομολογήσω με ντροπή, ότι οδηγήθηκα στη σκέψη αυτή περί λογικής του Αριστοτέλη από τα “Αναλυτικά Πρότερα” μέσω της γαλλικής μετάφρασης του 19ου αιώνα με τίτλο “LOGIQUE, PREMIERS ANALYTIQUES” του Jules Barthélemy Saint – Hilaire, φιλοσόφου, διπλωμάτη, δημοσιογράφου και καθηγητή, γι’ αυτό παραθέτω ολόκληρη την ενότητα τόσο του Αρχαιοελληνικού κειμένου του Αριστοτέλη, όπως παρατίθεται στη γαλλική έκδοση, όσο και τη γαλλική μετάφραση του Jules Barthélemy Saint – Hilaire και δεν τολμώ να σκεφτώ να παραθέσω και τη μετάφραση στη Νεοελληνική, για να μη σας προσβάλω, θεωρώντας σας ως συνενόχους στην άγνοια της παράδοσης της λογικής μας, που η γνώση της δεν θα μας επέτρεπε να ανεχθούμε την κάθε πολιτική παραδοξότητα και ύβρη, κοινώς, παλαβομάρα, που ζούμε σήμερα, στην οποία το ψέμα παράγει ψέμα και η πλάνη πλάνη, σε μια αλυσίδα φαύλων κύκλων, της οποίας η γκρίζα ζώνη μεταξύ ψέματος και πλάνης λέγεται αυταπάτη.
“Ὁ δὲ ψευδὴς λόγος γίνεται παρὰ τὸ πρῶτον ψεῦδος. Ἢ γὰρ ἐκ τῶν δύο προτάσεων ἢ ἐκ πλειόνων πᾶς ἐστι συλλογισμός. Εἰ μὲν οὖν ἐκ τῶν δύο, τούτων ἀνάγκη τὴν ἑτέραν ἢ καὶ ἀμφοτέρας εἶναι ψευδεῖς· ἐξ ἀληθῶν γὰρ οὐκ ἦν ψευδὴς συλλογισμός. Εἰ δ´ ἐκ πλειόνων, οἷον τὸ μὲν Γ διὰ τῶν Α Β, ταῦτα δὲ διὰ τῶν Δ Ε Ζ Η, τούτων τι ἔσται τῶν ἐπάνω ψεῦδος, καὶ παρὰ τοῦτο ὁ λόγος· τὸ γὰρ Α καὶ Β δι´ ἐκείνων περαίνονται. Ὥστε παρ´ ἐκείνων τι συμβαίνει τὸ συμπέρασμα καὶ τὸ ψεῦδος”
(Le raisonnement faux provient toujours d’une première erreur, soit que le syllogisme résulte de deux propositions, soit qu’il résulte de plusieurs. Si c’est de deux, il faut nécessairement que l’une d’elles, ou même toutes les deux soient fausses; car, de propositions vraies, ainsi qu’on l’a vu, il ne sort pas de syllogisme faux. S’il résulte de plusieurs propositions, comme C conclu par A B, et celles-ci par D E F G, alors il y a quelque erreur dans les termes supérieurs, et c’est à cause de cette erreur que le raisonnement est faux : car A et B sont conclus par ces termes supérieurs; et, par conséquent, c’est d’eux que viennent la conclusion et l’erreur).
Κατάλαβες, λοιπόν, κύριε Αρκά, γιατί κάποια παιχνίδια της λογικής δεν είναι για μας τους κοινούς θνητούς, αλλά για τους ημίθεους πολιτικούς, που μπορούν να αλληλοαποκαλούνται ψεύτες και κλέφτες και να αυτοεπαίρονται ή να αυτοευτελίζονται, χωρίς να έχουν την ανάγκη του δικού μας στιγματισμού;
Αν οι δημοσιογράφοι, όπως ο Jules Barthélemy Saint – Hilaire, μετέφραζαν Αριστοτέλη και δεν ασχολούνταν με φτηνοευφυολογήματα δεν θα υπήρχαν πολιτικοί ψεύτες και κλέφτες, γιατί η δημοκρατία, κατά την άποψη του Γάλλου δοκιμιογράφου και δημοσιογράφου Sylvain Allemand, είναι μια ιδέα απλή, αλλά και ένα πρόβλημα (“la démocratie: une idée simple et… un problème”) και το πρόβλημα, κατά την ταπεινή μου άποψη, εντοπίζεται στην απλή λογική, δηλαδή, στο ότι η εξουσία του δήμου, το κράτος του δήμου (δημο-κρατία), αποδυναμώνει τον φετιχισμό της εξουσίας των πολιτικών, που ο καθένας, όσο δημοκράτης και αν αυτοδηλώνεται, περιέχει μέσα του και έναν τύραννο, για τον οποίο η πολιτική και το άλλοθί της η δημοκρατία αποτελούν φύλλα συκής, για τη συγκάλυψη του σαδομαζοχισμού της τυραννίας τους.
ΥΓ
Αντιπαρερχόμενος την απρεπή κριτική του Αρκά, απομονώνω την παρακάτω δήλωση του πρωθυπουργού από μια επετειακή κομματική σπονδή στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών “παρά την απειρία μας είχαμε τη(ν)** σοφία να γνωρίζουμε μέχρι που θα τεντώσουμε το σχοινί ώστε να μη(ν)** σπάσει” και αναρωτιέμαι γι’ αυτή την αναδρομική σοφία που επικαλείται, της οποίας το τεντωμένο σχοινί κόστισε στο λαό εκατό δισεκατομμύρια, ποιό θα ήταν το κόστος, αν το σχοινί είχε σπάσει.
Απλά, οι πολιτικοί θα ήταν λιγότερο σοφοί και ο λαός ελεύθερος από τα δεσμά του σχοινιού με τα οποία είναι δεμένος.
Όσο για τα σφάγια της κομματικής σπονδής ήταν τα συνήθη των καπιταλιστικών ανθρωποθυσιών, η ταξική βία και η εκμετάλλευση, που είναι τα ίδια, είτε με δήθεν αριστερό, είτε με γνήσιο δεξιό πρόσημο.
Τελικά, μήπως είχε δίκαιο ο Αρκάς;
** Αν η μεταφορά του αποσπάσματος από τον τύπο είναι ακριβής, τα ν σε παρενθέσεις ανεβάζουν το πρωτογενές πλεόνασμα της γραμματικής ανέχειας, δείχνοντάς μας την είσοδο των πνευματικών μνημονίων μετά την έξοδο από τα οικονομικά.
Οσο για τη συντακτική αναρχία με την έλλειψη σημείων στίξης, που δεν γνωρίζουμε, πάλι, αν αποτελεί ευθύνη του ομιλητή ή του διακομιστή δημοσιογράφου, προσδοκώ την αποκατάστασή της με την επερχόμενη συνταγματική αναθεώρηση, αφού, ούτως ή άλλως, οι πολιτικοί αδυνατούν να διακρίνουν τη συντακτική από τη συνταγματική αναθεώρηση, η οποία συνταγματική αναθεώρηση απαιτεί ένα και μοναδικό άρθρο: τη γνώση της ελληνικής γλώσσας και το πιστοποιητικό της ψυχιατρικής ενημερότητας για τους επίδοξους πολιτικούς.
Βοήθειά μας.
Πάντως, είδα κάτι τύπους πουκαμισοφόρους, εμπροσθοβαρώς εξώκοιλους και οπισθοβαρώς εξώκωλους, λες και οι πρώτοι κουβαλούσαν τα προαπαιτούμενα και οι δεύτεροι τα μελλούμενα μέτρα, να πηγαίνουν στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών για να ακούσουν μια χιλιοπαιγμένη κασέτα ενός “νεκρού” μαέστρου κομματικής ορχήστρας, στο οποίο Μέγαρο δε θα πατούσαν το πόδι τους, ακόμα κι’ αν στο πόντιουμ της ορχήστρας την ίδια στιγμή ήταν “ζωντανοί” ο Sir Simon Rattle, o Daniel Barenboim, ο Esa-Pekka Salonen, o Paavo Järvi ή ο Myung-Whun Chung, κλπ, κλπ, σε πρώτες εκτελέσεις μουσικών έργων.
Άλλο, όμως, μουσικό έργο κι’ άλλο πολιτικό κάτεργο, αφού το πρώτο ελευθερώνει, ενώ το δεύτερο σκλαβώνει τον άνθρωπο.






