Σημαντικές συμφωνίες υπογράφησαν από τις κυβερνήσεις Βελιγραδίου και Πρίστινα τις οποίες χαιρέτησαν με ενθουσιασμό Ηνωμένες Πολιτείες και Ευρωπαϊκή Ένωση καθόσον αποτελούσαν πολυετή ενδιάμεσο στόχο προς την τελική αναγνώριση του Κοσόβου, που παρουσιάζεται υπό τον μανδύα της ομαλοποίησης των προβληματικών τους σχέσεων.
Παρά τις έντονες Σερβικές πολυετής αντιρρήσεις, έπειτα από έντονες διαβουλεύσεις στις Βρυξέλλες, υπό την αιγίδα της Ε.Ε., ο Σέρβος πρωθυπουργός Αλεξάνταρ Βούτσιτς και ο Κοσοβάρος ομόλογός του Ισα Μουσταφά συνυπέγραψαν τέσσερις συμφωνίες με αντικείμενο την ενέργεια, τις τηλεπικοινωνίες, τη γέφυρα του ποταμού Ιμπαρ, στον σερβικό θύλακα της Μιτρόβιτσας και την ένωση των σερβικών δήμων και κοινοτήτων.
Για τους Σέρβους η ένωση των σερβικών δήμων και κοινοτήτων, αποτελεί μια επίφαση για να μπορέσουν οι συμφωνίες, που ουσιαστικά αποτελούν ντε φάκτο αναγνώριση να προκαλέσουν όσο το δυνατό λιγότερες αντιδράσεις στο εσωτερικό της Σερβίας. Γι αυτό άλλωστε και ο Σέρβος πρωθυπουργός δηλώνει ότι «Κερδίσαμε περισσότερα από ό,τι προσδοκούσαμε», γνωστοποιώντας ότι πρόκειται να επισκεφθεί τις σερβικές περιοχές του Κοσόβου τον Σεπτέμβριο, προκειμένου να υποστηρίξει, ενώπιον των ομοεθνών του, τις συμφωνίες των Βρυξελλών. «Φέρνουμε καλές συμφωνίες, οι οποίες όχι μόνον εγγυώνται την ασφάλεια (των Σερβοκοσοβάρων) αλλά και διατηρούν τις θέσεις εργασίας», υποστήριξε ο Αλεξάνταρ Βούτσιτς.
Σύμφωνα με τον Σέρβο πρωθυπουργό, η έκβαση των διαβουλεύσεων στις Βρυξέλλες εγγυάται προχωρημένη αυτονομία των ομοεθνών του στο Κόσοβο. «Συγκροτούμε την ένωση σερβικών δήμων και κοινοτήτων απόψε. Θα έχει αυξημένες εξουσίες, πρόεδρο, αντιπρόεδρο, συμβούλιο, σημαία, θυρεό (…). Θα χρηματοδοτείται από τη Σερβία, και κατέστη σαφές ότι η Σερβία έχει αυτό το δικαίωμα», δήλωσε ο Βούτσιτς, σε μια προσπάθεια να εμφανίσει την ένωση των σερβικών δήμων ως κράτος εν κράτει στο εσωτερικό του Κοσόβου. Η σερβική κοινότητα αντιστοιχεί σήμερα περίπου στο 10% του πληθυσμού του Κοσόβου. Ένα μέρος της είναι συγκεντρωμένο στον σερβικό θύλακα, στο βόρειο τμήμα της περιοχής, ενώ το υπόλοιπο είναι διασκορπισμένο σε διάφορα σημεία της επικράτειας.
Παρά ταύτα όμως παραμένει γεγονός ότι οι συμφωνίες των Βρυξελλών ισοδυναμούν με ντε φάκτο αναγνώριση της ανεξαρτησίας του Κοσόβου από το Βελιγράδι, ένα βήμα στο οποίο αρνούνταν, μέχρι τώρα, να προχωρήσουν οι σερβικές κυβερνήσεις. Για το λόγο αυτό άλλωστε ο Ισα Μουσταφά δικαιολογημένα δηλώνει «Θεωρούμε ότι αυτές οι συμφωνίες συνιστούν μεγάλη επιτυχία για την πλευρά μας, μια επιτυχία που θα μας επιτρέψει να ασκήσουμε την κυριαρχία μας σε όλη την επικράτεια», «Η Σερβία υπέγραψε έγγραφα όπου η χώρα μας αναφέρεται ως Δημοκρατία του Κοσόβου. Είναι μια μορφή αναγνώρισης», σχολίασε από την πλευρά του ο Κοσοβάρος υπ. Εξωτερικών, Χασίμ Θάτσι.
Ένα άλλο βήμα ντε φάκτο αναγνώρισης, από την πλευρά της Σερβίας, ήταν η συμφωνία περί τηλεπικοινωνιών, που προβλέπει ότι το Κόσοβο θα έχει στο εξής τον δικό του εθνικό τηλεφωνικό κωδικό.
Η ομαλοποίηση των σχέσεων Βελιγραδίου-Πρίστινα αποτελούσε όρο, από πλευράς Βρυξελλών, για την προώθηση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Σερβίας. Η υπεύθυνη Εξωτερικής Πολιτικής της Ε.Ε., Φεντερίκα Μογκερίνι, η οποία μεσολάβησε προσωπικά στις διαβουλεύσεις των Βρυξελλών, δήλωσε ότι οι επιτευχθείσες συμφωνίες συνιστούν «ορόσημο στη διαδικασία ομαλοποίησης των σχέσεων», μεταξύ των δύο πλευρών. Από την πλευρά του, το αμερικανικό υπ. Εξωτερικών εγκωμιάζει, σε ανακοίνωσή του, και τις δύο κυβερνήσεις για την πρόοδο που έχει επιτευχθεί, σημειώνοντας ότι «φέρνει πιο κοντά τα δύο μέρη στην ευρωπαϊκή προοπτική τους».
Μετά τη μονομερή ανακήρυξη ανεξαρτησίας, το 2008, το Κόσοβο αναγνωρίστηκε από 100 και πλέον χώρες, συμπεριλαμβανομένων 23 κρατών της Ε.Ε. και των ΗΠΑ. Ρωσία, Σερβία και Ελλάδα συγκαταλέγονται στις χώρες που δεν έχουν αναγνωρίσει μέχρι στιγμής την ανεξαρτησία του. Θεωρούμε στο pentapostagma.gr ότι, η Ελλάδα πλέον βρίσκεται εν όψη νέων δεδομένων, που η νέα κυβέρνηση που θα προκύψει μετά τις εκλογές θα πρέπει να δει με προσοχή. Η επιμονή σε μη αναγνώριση μιας κατάστασης που πλέον ούτε οι ίδιοι οι Σέρβοι δεν πιστεύουν, αποτελεί αντικείμενο μεγάλου προβληματισμού. Η Ελλάδα από τη μία ως γνωστό έχει προβλήματα που τέτοιες αναγνωρίσεις ενδεχομένως δεν τα βοηθούν, από την άλλη μια καλή ανταλλαγή ίσως να ήταν ενδιαφέρουσα.






