Παραθέτω δύο ποινικές διατάξεις από το «Iδιώνυμο», που θέσπισε ο Ελευθέριος Βενιζέλος το 1929 και από το «αντιρατσιστικό νομοσχέδιο», που οσονούπω θα αποτελεί νόμο του Ελληνικού Κράτους:
«(Όποιος) επιδιώκει την εφαρμογήν ιδεών εχουσών ως έκδηλον σκοπόν την δια βιαίων μέσων
ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού συστήματος ή την απόσπασιν μέρους εκ του όλου της επικράτειας ή ενέργεια υπέρ της εφαρμογής αυτών προσηλυτισμού (τιμωρείται κλπ)» (Ιδιώνυμο)
«(Όποιος) δημόσια εγκωμιάζει, αρνείται κακόβουλα ή εκμηδενίζει τη σημασία εγκλημάτων γενοκτονίας, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και εγκλημάτων πολέμου, όπως αυτά ορίζονται από το Καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου και του Διεθνούς Στρατοδικείου, καθώς και των εγκλημάτων του ναζισμού που στρέφονται κατά των προαναφερομένων προσώπων, κατά τρόπο που μπορεί να διεγείρει σε βιαιοπραγίες ή μίσος (τιμωρείται κλπ)» (Αντιρατσιστικό νομοσχέδιο).
Όλοι γνωρίζουμε (ή έστω διαισθανόμαστε), ότι για να τιμωρηθεί ποινικά κάποιος, στα σύγχρονα, πολιτισμένα, φιλελεύθερα κράτη, πρέπει να έχει πράξει κάτι, που αποδοκιμάζεται από το κοινωνικό σύνολο ή να έχει παραλείψει να πράξει κάτι, που το κοινωνικό σύνολο απαιτεί. Είναι αυτή μια βασική αρχή του νομικού και γενικότερου πολιτισμού μας, που επιτρέπει στον πολίτη την ελεύθερη σκέψη και την ελεύθερη έκφραση της σκέψης του, αφού ποτέ δεν κατηγορεί και δεν τιμωρεί η εξουσία τη «διάνοια», το «φρόνημα», την πρόθεση τελικά και μόνο, χωρίς να υπάρχει και (εγκληματική) ενέργεια.
Προσέξτε τώρα το «κοινό σημείο» των δύο ανωτέρω διατάξεων : «Όποιος ΕΠΙΔΙΩΚΕΙ την εφαρμογή ΙΔΕΩΝ» έλεγε το «Ιδιώνυμο», «Όποιος δημόσια εγκωμιάζει …… ΚΑΤΑ ΤΡΟΠΟ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ να διεγείρει …..» λέει το «αντιρατσιστικό». Και στα δύο η κολαστέα πράξη είναι τόσο ακαθόριστη, που σίγουρα αφήνει πολλά περιθώρια για κατάκριση, για τιμωρία της σκέψης, της πεποίθησης του υποτιθέμενου εγκληματία.
Πώς είχε ερμηνευθεί εκείνο το αόριστο «επιδιώκει την εφαρμογή ιδεών»; Με την θεώρηση ως εγκληματικής πράξης τη συμμετοχή στο ΚΚΕ ή σε άλλα «αντεθνικά» και «ανατρεπτικά» κόμματα. Προφανώς έτσι θα ερμηνευθεί και αυτό το «κατά τρόπο που μπορεί να διεγείρει». «Πράξη» δηλαδή, θα θεωρηθεί η συμμετοχή και μόνο, σε κόμματα ή συνδέσμους ή ομάδες που τάσσονται υπέρ του Χίτλερ ή του Στάλιν σήμερα, αύριο υπέρ του Κολοκοτρώνη ή του Κεμάλ, ίσως και του Οδυσσέα, που έσφαξε του Τρώες. (Οπότε αλίμονο στους Θιακούς!).
Το κυριότερο πρόβλημα του αντιρατσιστικού νόμου δεν είναι η «απαγόρευση έκφρασης φιλελληνικών αισθημάτων», αλλά ότι δίνει δυνατότητα έννομης επιβολής στη μισαλλοδοξία και αποτελεί ακόμα μία, την ισχυρότερη ίσως, βολή κατά της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του ατόμου, την οποία δήθεν διακαώς ποθεί το υποκριτικό σύστημα, που διά ράβδου σιδηράς ποιμαίνει σήμερα την Ευρώπη.








