Κωστελέτος Κωνσταντίνος
Το Κρατικό Ινστιτούτο Ερευνών Krylov της Αγίας Πετρούπολης ανακοίνωσε πριν λίγες μέρες, ότι επεξεργάζεται ένα σχέδιο για ένα πλοίο τύπου καταμαράν με πλωτή δεξαμενή ικανό να ανυψώσει τα στρατιωτικά πυρηνικά απόβλητα από το βυθό της θάλασσας ως μέρος ενός ευρύτερου κυβερνητικού σχεδίου για την ανάπτυξη της Αρκτικής. Σύμφωνα με τον διευθυντή του ινστιτούτου, Σεργκέι Μαλίσεφ, το βυθισμένο πυρηνικό υποβρύχιο K-27 θα μπορούσε να ανασυρθεί στην επιφάνεια, μέχρι το 2022.
Το K-27, αποτελεί τμήμα μιας μεγάλης κληρονομιάς από ναυτικά ραδιενεργά απόβλητα, που το σοβιετικό καθεστώς άφηνε στο θαλάσσιο περιβάλλον. Ειδικά για το υποβρύχιο Κ-127, το 1968, ο αντιδραστήρας του υπέστη μια θανατηφόρα διαρροή, η οποία κατέστρεψε τα συγκροτήματα καυσίμων, σκότωσε εννέα ναύτες και προκάλεσε 83 σοβαρούς τραυματισμούς από μεγάλη δόση ακτινοβολίας.
Το Σοβιετικό Πολεμικό Ναυτικό επιχείρησε να επισκευάσει το υποβρύχιο αλλά απέτυχε και αντί αυτού οι τεχνικοί σφράγισαν τους αντιδραστήρες και το έριξαν στον κόλπο Stepovogo στο αρχιπέλαγος Novaya Zemlya, κοντά στις θάλασσες Μπάρεντς και Κάρα, οι οποίες εδώ και δεκαετίες χρησίμευαν ως χώρος δοκιμών για σοβιετικά πυρηνικά όπλα.
Το K-27 ήταν ένα πρωτοποριακό υποβρύχιο για τον βόρειο στόλο της Σοβιετικής Ένωσης, με βάση τη χερσόνησο Kola. Οι δύο αντιδραστήρες του ήταν ο πρώτοι που που χρησιμοποιούσαν υγρό μέταλλο για την ψύξη τους. Αυτή η τεχνική χρησιμοποιήθηκε αργότερα και επί των υποβρυχίων κλάσης Alfa.
Το πρόβλημα είναι ότι το υγρό μέταλλο (μόλυβδος και βισμούθιο) στερεοποιείται όταν ο αντιδραστήρας είναι απενεργοποιημένος και το χρησιμοποιημένο καύσιμο ουρανίου στον πυρήνα δεν μπορεί επομένως να απομακρυνθεί με τις κλασσικές μεθόδους . Οι ράβδοι καυσίμου είναι απλά κολλημένοι στο στερεό μέταλλο.
Μακρύς ο κατάλογος του ραδιενεργού “θανάτου”
Το 2012, το ρωσικό ναυτικό παρέδωσε στις Νορβηγικές αρχές έναν μεγάλο κατάλογο με ραδιενεργά απόβλητα μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν: 17.000 εμπορευματοκιβώτια ραδιενεργών αποβλήτων, 19 πλοία που περιέχουν ραδιενεργά απόβλητα, 14 πυρηνικοί αντιδραστήρες, συμπεριλαμβανομένων πέντε που περιέχουν ακόμα αναλωμένο πυρηνικό καύσιμο και 735 απάρτια ραδιενεργών μηχανημάτων.
Μάλιστα είχε πραγματοποιηθεί μια κοινή Ρωσο-Νορβηγική αποστολή για να εξετάσουν την πιθανότητα ύπαρξης διαρροής ραδιενέργειας από το κύτος του K-27.
Οι ερευνητές εξέτασαν επίσης περίπου 2000 δοχεία με διαφόρων ειδών ραδιενεργά απόβλητα τα οποία απορρίφθηκαν στον κόλπο Stepovogo, αλλά δεν βρέθηκαν αύξηση της ακτινοβολίας από την τελευταία επιθεώρηση, το 1994. Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τον Hilde Elise Heldal, τα επίπεδα του καίσιο-137 ελαφρώς χαμηλότερα από ό, τι ήταν η τελευταία φορά που μετρήθηκαν πριν από 18 χρόνια, αλλά εξακολουθούν να είναι υψηλότερα από την ακτινοβολία υποβάθρου, είπε στον Barents Observer.
“Μετρήσαμε λιγότερο από 5 Becquerel ανά κιλό Cesium-137 στα ιζήματα κοντά στο υποβρύχιο”, είπε.
Για τους επιστήμονες ο φόβος της καταστροφής όχι μόνο δεν έχει παρέλθει, αλλά αυξάνονται στατιστικά οι πιθανότητες ανεξέλεγκτης αλυσιδωτής αντίδρασης , όσο το υποβρύχιο συνεχίζει να βρίσκεται βυθισμένο στον κόλπο του Stepovogο.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΤΗΝ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1990 ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΜΕ ΤΟ K-159
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, το ρωσικό ναυτικό συμφώνησε τελικά να σταματήσει την απόρριψη των παλιών αντιδραστήρων και των πυρηνικών αποβλήτων στη θάλασσα. Αλλά το 2003, ένα άλλο παροπλισμένο σκουριασμένο υποβρύχιο, το K-159, βυθίστηκε στην Θάλασσα του Μπάρεντς τρία μίλια βορειοδυτικά της νήσου Kildin και σε βάθος 250 μέτρων. Το παροπλισμένο υποβρύχιο βρισκόταν υπό ρυμούλκηση, από τη ναυπηγική μονάδα Gremikha κοντά στο Arkhangelsk, στο ναυπηγείο Nerpa της χερσονήσου Kola, για διάλυση. Πάνω στο υποβρύχιο υπήρχαν 10 ναύτες για να κρατούν υπό πίεση τους πλωτήρες που κρατούσαν το γέρικο υποβρύχιο στην επιφάνεια. Όταν ένας από τους πλωτήρες εξεράγει, το Κ-159 παρέσυρε 9 άτυχους ναύτες στον υγρό τάφο του.
Αν και η πρώτη, και μοναδική μέχρι τώρα, επιθεώρηση του K-159 δεν έδειξε διαρροή ραδιενεργού υλικού, τα συντρίμμια που βρίσκονται γύρω από το κέλυφος του υποβρυχίου παρεμποδίζουν την ομαλή παρακολούθηση των επιπέδων ραδιενέργειας από αυτόνομα υποβρύχια οχήματα και κάνουν επιτακτική την χρήση επανδρωμένων οχημάτων. Όμως η ανάγκη προστασίας του προσωπικού περιπλέκει τα πράγματα:

TΑ ΣΧΕΔΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ
Τα σχέδια για την ανύψωση του υποβρυχίου K-27 έχουν βηματισμό χελώνας και τείνουν να υποχωρούν τόσο γρήγορα όσο δημιουργούνται. Αυτά τα σχέδια ήταν και πάλι στο προσκήνιο το 2015, όταν αξιωματούχοι της ρωσικής κρατικής πυρηνικής εταιρείας δήλωσαν σε ένα σεμινάριο που διοργανώθηκε από την Bellona ότι η ανέλκυση των υποβρυχίων K-27 και K-159 στην επιφάνεια ήταν εθνική προτεραιότητα. Έκτοτε, τα σχέδια απέτυχαν να κερδίσουν την απαραίτητη δυναμική, χρηματοδότηση και διεθνή συνεργασία με τις άμεσα ενδιαφερόμενες χώρες της περιοχής.
Ίσως η άφιξη της ειδικής πλωτής δεξαμενής μεταφοράς ραδιενεργών φορτίων Itarus με δυνατότητα μεταφοράς 3.500 τόννων, που ναυπηγήθηκε στην Ιταλία από την Fincantieri για λογαριασμό του ρωσικού οργανισμού διαχείρισης ραδιενεργών αποβλήτων, να επιταχύνει τις διαδικασίες για να μπει ένα οριστικό τέλος στους βυθισμένους πυρηνικούς εφιάλτες μας.







