Το γερμανικό σχέδιο για αναδιάταξη συνόρων μέσω των μειονοτήτων
Νίκο Ελευθερόγλου
Ας εξετάσομε πρωτίστως κάποιες επιχειρηματολογικές αφηγήσεις του δημοσίου διαλόγου σχετικά με το «συνετόν» του συμβιβασμού των Αθηνών εις μίαν ονομασίαν σύνθετη, εμπεριέχουσα τον όρον «Μακεδονία». Η υπόθεση της ονομασίας των Σκοπίων είναι πρωτίστως και ουσιαστικώς κρίσιμη, για τους εξής λόγους:
Εχει εισέτι υποστηριχθεί ότι, εάν δεν καταλήξομε σε «σύνθετη ονομασία» (με τον όρο «-μακεδονία», άραγε, εννοούν οι υποστηρίζοντες «λύσιν»;), τότε δεν θα υπάρξει «λύσις». Μα, αυτό ποιον απειλεί; Την Ελλάδα ή τα Σκόπια, τα οποία επείγονται να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ και στην Ε.Ε.; Ας λάβουμε επίσης υπόψη την προ εβδομάδος προειδοποίηση του γ.γ. του ΝΑΤΟ κ. Στόλτενμπεργκ προς τη σκοπιανή κυβέρνηση, η οποία αποκλείει την εισδοχή του κρατιδίου εις το ΝΑΤΟ με τη συνταγματική των ονομασία. Και αυτά συμβαίνουν ενώ τα Σκόπια απαιτούν τον σφετερισμό της εθνικής ελληνικής ταυτότητος, της ελληνικής αυτοσυνειδησίας και της ελληνικής Ιστορίας, και μάλιστα με την επίσημη συναίνεση της… Ελλάδος; Και μας προτείνουν… «καθρεφτάκια και χάντρες για ιθαγενείς», προσφέροντάς μας την αλλαγή της ονομασίας του… αεροδρομίου των και κάποιων… οδών της πρωτευούσης των; Ο κ. Μητσοτάκης είχε απόλυτο δίκαιο όταν ανέφερε προχθές ότι «δεν θα διακινδυνεύσω τον διχασμό των Ελλήνων για να διαφυλάξω την ενότητα των Σκοπιανών». Μόνο που θα πρέπει να προχωρήσει θαρραλέα και στην αποκήρυξη του όρου «Μακεδονία» από την προερχομένη εκ του -επικινδύνως συγχροτιζομένου μετά του κ. Σόρος και παταγωδώς αποτυχόντος επί 25ετίαν- «διαμεσολαβητού» του ΟΗΕ και να απαιτήσει την άμεση απομάκρυνση και αντικατάστασή του. Τότε θα ευεργετούσε, πρωτίστως, το έθνος μας και τα καλώς νοούμενα συμφέροντα του πολυεθνοτικού κρατιδίου των Σκοπίων και, δευτερευόντως, τη μεγάλη παράταξη της οποίας ηγείται. Υπό το κράτος της εκφράσεως της λαϊκής βουλήσεως από το συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης. αλλά και του επομένου των Αθηνών, εις το Σύνταγμα, στις 4 Φεβρουαρίου, είναι αδύνατον η «μυστική διπλωματία» των Αθηνών να επιτρέψει εις τα πολιτικά κόμματα του ελληνικού Κοινοβουλίου να «αυτοκτονήσουν» πολιτικώς. Αρα, «λύσις» του προαναφερθέντος τύπου δεν νομίζω ότι θα υπάρξει.
Επιμένω, εδώ και πολύ καιρό, στη σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό και erga omnes «Κεντροβαλκανική Δημοκρατία», διότι όλες οι άλλες δεν ανταποκρίνονται στην ιστορική πραγματικότητα, πράγμα που θα καταλήξει, προϊόντος του χρόνου, όχι μόνον εις βάρος των ελληνικών εθνικών συμφερόντων, αλλά και εις βάρος των κρατικών συμφερόντων και του ιδίου του κρατιδίου των Σκοπίων! Και αυτό, διότι οι ισορροπίες στη Βαλκανική, από τούδε και εις το εξής, θα είναι άκρως επισφαλείς, με πρώτα θύματα εκείνα τα πολυεθνικά μορφώματα τα οποία δεν έχουν και δεν μπορούν να αποδείξουν βαθύτατες εθνικές ταυτότητες, που να αποτελούν κοινή εθνική συνείδηση και πεποίθηση του μωσαϊκού των λαών οι οποίοι τα συνιστούν. Επίσης, η ονομασία «Κεντροβαλκανική Δημοκρατία» δεν διαγράφει ούτε καταπνίγει κάποια εθνοπολιτισμική ή γλωσσική ταυτότητα των συνιστωσών εθνοτήτων του κρατιδίου. Εις τα ταξιδιωτικά έγγραφα των Κεντροβαλκανίων πολιτών κάθε εθνότης θα μπορεί να αναφέρει την ταυτότητά της: π.χ. ο εθνοτικώς αλβανογενής θα μπορεί να αναφέρει «εθνικότης αλβανική», ο εθνοτικώς Σλάβος αντιστοίχως «εθνικότης σλαβική», ο εθνοτικώς Ελλην «εθνικότης ελληνική» κ.λπ. Επίσης, το ίδιο το ΝΑΤΟ θα ήτο απολύτως ικανοποιημένο, όταν εις τον κατάλογον των μελών του εγένετο εμφανές διά της ονομασίας αυτής ότι ασκεί επιρροήν εις την κεντρική Βαλκανική! Αρα, όλοι θα ήσαν ικανοποιημένοι!
Το συλλαλητήριο αυτό έκαμε σαφές ότι ο ελληνικός λαός αντιλαμβάνεται πως σε καμιά περίπτωση δεν παγιδεύεται ούτε θυσιάζει τη συνολική εθνική μνήμη, ενότητα και ταυτότητά του στον βωμό των ανωτέρω συμφερόντων. Διότι είναι διαυγέστατος ο μηχανισμός της μοριοποιήσεως και κατόπιν πολτοποιήσεως των εθνικών ταυτοτήτων, που χρησιμοποιείται από τα κέντρα αυτά. Οπου το εθνικό συναίσθημα έχει υποχωρήσει, βαλλόμενο τόσον από τον διεθνιστικό κεφαλαιοκρατικό κοσμοπολιτισμό όσον και από έναν διεστραφέντα «νεοφιλελεύθερο διεθνισμό» μιας εξίσου νεοφιλελεύθερης υποτιθέμενης «Αριστεράς», οι άνθρωποι καταφεύγουν στο άμεσο και εγγύτερον: στην τοπική κοινότητα ή περιφέρεια, όπου διασώζονται ακόμη κάποια στοιχεία -ας είναι και μια διάλεκτος- που θα μπορούσαν να διακρίνουν «εμάς» από τους «άλλους». Οπότε, η τοπική ιδιαιτερότητα ανακηρύσσεται σε «εθνοτική/μειονοτική ταυτότητα» και ανάγεται από τους απελπισμένους στον ωκεανό της Νέας Τάξεως και της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας σε σανίδα σωτηρίας. Απώτερος στόχος, όμως, αυτών των κέντρων είναι η επαναχάραξη του χάρτη της Ευρώπης με γνώμονα τις «μειονότητες».
Η απάντησή μου είναι καταφατική. Ο απώτερος στόχος των γερμανικής εμπνεύσεως αποσταθεροποιήσεων είναι και δεδομένος και ομολογημένος. Σε ολόκληρη την Ευρώπη, από τη Γαλλία και τη Βρετανία μέχρι την Ελλάδα και την Κύπρο, διαβιούν 101.412.000 «μειονοτικών» ατόμων, κατά την επίσημη εκτίμηση της «μετωπικής» νεοφασιστικής Φεντεραλιστικής Ενώσεως Ευρωπαϊκών Εθνοφυλετικών Ομάδων. Αυτοί οι «καταπιεζόμενοι μειονοτικοί» έχουν «ιερό δικαίωμα» να προστατεύσουν την «εθνοτική/γλωσσική ταυτότητά τους», όπερ μεθερμηνεύεται από τους Γερμανούς «ειδήμονες» σε χορήγηση εκτεταμένης αυτονομίας. Τότε και μόνον τότε τους επιτρέπεται να παραμένουν, π.χ., Γάλλοι πολίτες (ενώ είναι, κατά βάθος, Βουργουνδοί, Νορμανδοί, Οξιτανοί κ.λπ.) ή παραμένουν, π.χ., Ελληνες (ενώ είναι, υποτίθεται, «Μακεδόνες», Βλάχοι, Αλβανοί, Τούρκοι, Γιουρούκοι, Σαρακατσάνοι κ.λπ.). Αν όμως υπάρξει κρίση στη σχέση της «εθνοτικής μειονότητος» με το κυρίαρχο έθνος-κράτος, τότε η «μειονότητα» έχει το «δικαίωμα αυτοδιαθέσεως» και αποσχίσεως, και διά της βίας ακόμη, σύμφωνα με τους «έγκυρους» Γερμανούς εμπειρογνώμονες.
Η θέση αυτή αναγορεύτηκε σε αρχή από τον τότε γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ Χ. Σολάνα, έναν «φωτισθέντα» πρώην μαρξιστή. Εφεξής, είπε, η προστασία των δικαιωμάτων των μειονοτήτων θα προηγείται του σεβασμού της εθνικής κυριαρχίας των κρατών. Αρα, πυρίτιδα διατίθεται άφθονη, δοθέντος του ότι οι αυτόκλητοι «προστάτες» των μειονοτήτων αναβιβάζουν σε… 282 τις «εθνοτικές ομάδες» που δήθεν… ασφυκτιούν στα στενά σύνορα των 36 ευρωπαϊκών εθνών-κρατών.
Για διάστημα άνω της δεκαετίας προτείνω, γράφω και διδάσκω σχετικώς με τη δημιουργία Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, το οποίο θα δύναται να προβαίνει σε συμβουλευτικό, προς το ΚΥΣΕΑ και τον πρωθυπουργό, εθνικό στρατηγικό σχεδιασμό σε βάθος -τουλάχιστον- 25ετίας. Επίσης, τη θέσπιση θέσεως γραμματέως του συμβουλίου αυτού, επιλεγομένου από τον πρωθυπουργό ή από έναν Πρόεδρο με αυξημένες αρμοδιότητες, που πιθανόν, όσο και απαραίτητο, να προκύψει από μιαν αναθεώρηση του παρόντος Συντάγματος. Ενα συμβούλιο το οποίο θα στελεχώνετο σε υπηρεσιακό και ερευνητικό επίπεδο από νέους επιστήμονες (γεωγράφοι, χαρτογράφοι, ιστορικοί, εθνολόγοι, θρησκειολόγοι, μαθηματικοί, πληροφορικάριοι, νομικοί κ.λπ.) και από υψηλόβαθμα υπηρεσιακά στελέχη του Δημοσίου, ήδη υπηρετούντα και κατέχοντα τα ανάλογα ακαδημαϊκά προσόντα, αλλά και τη δέουσα εμπειρία (π.χ. στελέχη του ΥΠΕΞ, του ΥΠΕΘΑ, του υπ. Προστασίας του Πολίτη, του υπ. Οικονομίας, κ.λπ.). Εκτός του ότι ένα τέτοιο όργανο θα αξιοποιούσε τα εξαιρετικά νέα και φρέσκα μυαλά των Ελληνόπουλων, που σήμερα μεταναστεύουν, θα μπορούσε να αξιοποιήσει και την πολύτιμη εμπειρία αρίστων δημοσίων λειτουργών, η οποία σήμερα παραμένει περιθωριοποιημένη και ανεκμετάλλευτη. Σκεφτείτε επίσης το κίνητρο για δημιουργία νέων ιδεών, που θα αποτελούσε η πιθανότητα αξιοκρατικής -και όχι κομματικώς επιβαλλομένης- συμμετοχής όλων των ανωτέρων ειδών στελεχών στο θεσμικό αυτό όργανο υψίστης εθνικής και κρατικής σημασίας.
Ναι, το έκαμα, και με τεράστιο προσωπικό κόστος, με δεδομένο το επικρατούν αντισημιτικό κλίμα στην Ελλάδα, το οποίο ευτυχώς πλέον έχει περιορισθεί τα μέγιστα. Χαίρομαι για το ότι κατάφερα να συμβάλω κι εγώ στην ανάσχεση ενός βλακώδους και αδικαιολογήτου φυλετιστικού αρνητισμού, που ετύφλωνε όχι μόνο τις συνειδήσεις πολλών Ελλήνων πολιτών, αλλά και τη διορατικότητα των Ελλήνων πολιτικών, πλην ελαχίστων αλλά σημαντικών εξαιρέσεων, όπως αυτή του αειμνήστου Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, του οποίου η κυβέρνησις ανεγνώρισε το κράτος του Ισραήλ και αναβάθμισε σε πρεσβεία τη μέχρι τότε υπάρχουσα απλή διπλωματική αντιπροσωπία των Αθηνών.
Τη σημερινή προσέγγισή μας στην τριγωνική αυτή σχέση τη χαιρετίζω, αλλά θεωρώ ότι επιδέχεται ακόμη μεγάλης εμβαθύνσεως και -κυρίως- αξιοποιήσεως σε πολλούς τομείς συνεργασίας, όπως ο τεχνολογικός, ο ιατρικός, ο γεωπονικός, ο αμυντικός, ο τομέας της εθνικής ασφαλείας και ο πολιτιστικός. Χρειάζεται, επίσης, μεγαλύτερη τόλμη στον διπλωματικό τομέα, την οποία δυστυχώς δεν διεπίστωσα στην τελευταία ψηφοφορία της Ελλάδος και της Κύπρου στον ΟΗΕ, όπου οι χώρες μας θα μπορούσαν να είχαν μιμηθεί την Τσεχία, την Πολωνία, την Ουγγαρία ή τη Λετονία και να μη λάβουν μίαν απολύτως αρνητική θέση, αλλά να αρκεσθούν σε μία λευκή ψήφο ή στην αποχή. Ηταν λάθος η αρνητική ψήφος και δεν αποστέλλει τα ορθά μηνύματα σε τόσο ισχυρούς και γεωστρατηγικώς απαραίτητους συμμάχους στην αποσταθεροποιημένη περιοχή της ΝΑ Μεσογείου και ιδιαιτέρως στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Η Τουρκία δεν διάγει την καλύτερη περίοδο των σχέσεών της με τις ΗΠΑ. Αυτό αποτελεί ευκαιρία για εμάς; Και, αν ναι, πώς πρέπει να την αξιοποιήσουμε εθνικά; Πρέπει η χώρα μας να προχωρήσει την ΑΟΖ;
Η άποψίς μου είναι γνωστή και καταγεγραμμένη επί του θέματος της ΑΟΖ: Σαφώς και ναι. Αποστέλλοντες τις δέουσες συντεταγμένες στην αρμόδια υπηρεσία του ΟΗΕ, σε συντονισμό με την Αίγυπτο και την Κυπριακή Δημοκρατία, που θα έχει έναν Πρόεδρο ο οποίος θα έχει κατανοήσει τη σημασία ενός αναλόγου κοινού διαβήματος






