Το ποίημα αυτό αφιερώνεται στον πολλάκις προδομένο ΕΛΛΗΝΙΚΌ ΛΑΌ και προσφάτως αφυπνισμένο, το λαό μας που στη φτώχεια έσκυψε το κεφάλι και υπόμεινε τα δεινά του μέσα στη θλιμμένη σιωπή του και όταν του “πείραξαν” την ιστορία του, την παράδοση, τον πολιτισμό και την πατρίδα του ήλθε και ανόρθωσε το ανάστημά του, γιγάντωσε και θέριεψε, ντύθηκε την γαλανόλευκη και βγήκε στον δρόμο, στον αγώνα..
Ενωμένος ο λαός ΜΕ ΠΙΣΤΗ μέσα στην ψυχή γνωρίζει ότι ο αγώνας θα είναι διαρκής μέχρι την τελική νίκη. ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΑΔΕΛΦΙΑ,, ο ένας να δώσει το χέρι στον άλλο, να ανεβούμε και αυτήν την ανηφόρα και να είμαστε βέβαιοι ότι εκεί στην κορυφή μας περιμένει η ΔΙΚΑΙΗ ΑΜΟΙΒΗ.-
Η πολιτεία κοιμάται, η ελπίδα αγρυπνά,
η θέληση θεριεύει,
ο πόθος της λύτρωσης ξυπνά,
από ψηλά κι απόμακρα αγναντεύει η προσδοκία,
νεύμα αλήθειας και ζωής
γνέφει στην Ιστορία.
Η πολιτεία κοιμάται,
ο λογισμός δεν σταματά
με σύνεση να ξαγρυπνά,
με γροθιά στο λήθαργο ξεσπά,
τη λύση να δώσει στο πρόβλημα
γι΄άλλη μια φορά.
Η πολιτεία κοιμάται
το πέπλο η νύχτα κυρίαρχα απλώνει παντού,
στις αυλές, τους δρόμους, τα σοκάκια,
στις πλατείες, στα στέκια τα παλιά κι αλλού,
μόν΄ ανάσες ακούγονται ρυθμικές
απ΄των σπιτιών τις χαραμάδες τις δειλές,
που μαρτυρούν ότι η πόλη δεν είναι νεκρή,
είναι ολοζώντανη, ζωντανή,
περιμένει να βγει ο ήλιος,
μόλις χαράξει η αυγή.
Η πολιτεία κοιμάται
γύρω απλώνεται της νύχτας βελούδινη άφωνη λαλιά,
οι θύμισες οι παλιές περνούν στη λησμονιά,
έτσι φαίνεται ότι τίποτα δεν αντιστέκεται
στης νύχτας την αδράνεια, στης νύχτας την καταχνιά,
έτσι ακριβώς γελιέται,
να το φως το νυχτοκτόνο του καντηλιού,
από το εικονοστάσι στη γωνιά του δρόμου του μικρού,
απλώνει άπλετο το φως, η νύχτα μαζώνεται ψυχορραγεί,
με πίστη σθεναρή κι αντρεία στην ψυχή
η νίκη είναι δική μας και σταθερή.
Η πολιτεία κοιμάται,
η πολιτεία χαρούμενα ξυπνά,
χαμόγελο της ΄Ανοιξης ανθίζει
στα χείλη των Ρωμιών ξανά.






