(Στα θύματα, νεκρά ή ζωντανά, της αττικής τραγωδίας, που η παθογένεια του θανάτου ή της καταστροφής τους έχει τις ρίζες της στη φασιστική οικονομική βία που βιώνει οκτώ χρόνια ο τόπος μας και η φωτιά ήταν απλά η αφορμή που ανέδειξε αυτή την παθογένεια σε ένα κράτος απισχνασμένο από δομές, πρόνοιας, προστασίας και φροντίδας των πολιτών του, που για οκτώ χρόνια «νομοθετεί» διατεταγμένα και δουλικά τα συμφέροντα των δανειστών, παραγνωρίζοντας τα στοιχειώδη ανθρώπινα, ακόμα και τα βιολογικά δικαιώματα του λαού)
Δεν ξέρω γιατί παρακολουθώντας την τραγωδία της Αττικής τριγυρίζει επίμονα και βασανιστικά στο μυαλό μου το ποίημα «O στρατηγός Φράνκο στην κόλαση» (EL general Franco en los infernos) του Pablo Neruda.
Από τη μια αναρωτιέμαι, τί σχέση μπορεί να έχει μια φασιστική δικτατορία και ένας αιμοσταγής δικτάτορας σαν τον Φράνκο με το μισό εκατομμύριο θύματά τους με τη χρεωπιστωτική δημοκρατία των μόναρθρων νόμων του κολοβού κοινοβουλίου της άναρθρης υποταγής και των φιλοδοξοσταγών ηγεμόνων, που, απλά, έβαψαν τα χέρια τους στον λεηλατημένο κοινωνικό ιδρώτα των πολιτών, επιλέγοντας για την καρέκλα της εξουσίας την εξαθλίωση και την παράδοση του λαού τους στα χέρια της αρπακτικής αγέλης των δανειστών, που, όπως θα έλεγε ο Εμμανουήλ Ροΐδης, «οἱ ὄνυχες τῆς ἁρπακτικῆς ἀγέλης εἶναι παρ᾿ ἡμῖν ὀξύτεροι ἢ τὸ δρέπανον τοῦ θανάτου» και προσφάτως με την τραγωδία της Αττικής η μωροφιλοδοξία αυτή ενός από αυτούς, του μινόρε της «Αυγής» (ελάσσονα – τύραννο – της «Αυγής»), όπως τον αποκαλώ, θάφτηκε στη στάχτη των, μόλις, όπως πεφωτισμένη δημοσιογραφίσκος της ψευτοαριστεροσύνης χαρακτήρισε, 88 μέχρι σήμερα θυμάτων, αναλαμβάνοντας, μάλιστα, χωρίς κανένα, ούτε καν δεκαδικό, κόστος ακέραιη την πολιτική ευθύνη της συμφοράς, αφού για τον θάνατο δεν υπάρχει το ελαφρυντικό της πολιτικής βλακείας, παρά μόνο του πολιτικού αμοραλισμού, που περιφέρεται ξεδιάντροπα ανάμεσα στα θύματα (ο δράστης επιστρέφει, πάντα, στον τόπο του εγκλήματος) με την ενσάρκωσή του στη μορφή του ακροδεξιού ετέρου της υβριδικής συγκυβέρνησης – τερατώματος μιας οπορτουνιστικής δήθεν Αριστεράς και ενός ακροδεξιού σχιζοπαρονοϊκού μορφώματος, γιατί μόνο με ψυχιατρικούς όρους θα μπορούσε να αποδοθεί η ψυχοπάθεια του πολιτικού διπολισμού (διπολική σχιζοειδής πολιτική ψύχωση) που ζούμε σήμερα.
Από την άλλη διαμαρτύρεται μέσα μου από την εποχή του Παρισινού Μάη η φωνή του Jean-Paul Sartre, που με υπενθυμίζει στη γλώσσα του, ότι «le fascisme n’est pas défini par le nombre de ses victimes, mais par la façon dont il les tue» (ο φασισμός δεν ορίζεται από τον αριθμό των θυμάτων του, αλλά από τον τρόπο που τα σκοτώνει) και δυστυχώς ο θάνατος των θυμάτων της Αττικής δεν ήταν λιγότερο μαρτυρικός από αυτόν των θυμάτων του Φράνκο.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, το ποίημα «O στρατηγός Φράνκο στην κόλαση» του Pablo Neruda είναι πάντα επίκαιρο, όχι μόνο για τους μείζονες (ματζόρε), αλλά και για τους ελάσσονες (μινόρε) τυράννους μέσα στο ίδιο τοπίο του θανάτου, ανεξάρτητα αν το παιδί είναι αποκεφαλισμένο, πεινασμένο ή καμμένο, αν το άγιο γάλα των μανάδων λείπει από τα πατημένα, στεγνωμένα από την πείνα ή καμμένα στήθη, αν τα μαυρισμένα βρέφη, τα κομμάτια του κόκκινου μυαλού και των τρυφερών σπλάχνων έγιναν από την έκρηξη των όπλων, την οικονομική βία ή τη φωτιά, αν τα χαμόγελα τα έπνιξε, το αίμα, η οικονομική ασφυξία, η θάλασσα ή η φωτιά, αφού κατά τον ποιητή «κόλαση από κόλαση δεν έχει διαφορά» και μια τέτοια κόλαση ζούμε εδώ και οκτώ χρόνια για να περάσουμε στο καθαρτήριο της Ευρώπης, από την οποία, όμως, Ευρώπη λείπει το τελευταίο μέρος της «Θείας Κωμωδίας» (La Divina Commedia) του Dante Alighieri, ο παράδεισος:
«O ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΦΡΑΝΚΟ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ
Συφοριασμένε, ούτε η φωτιά ούτε το βραστό ξίδι
σε μια σπηλιά με μάγισσες, ούτε ο καταλύτης πάγος
ούτε η σαπρή χελώνα που αλυχτώντας και κλαίγοντας
με φωνή γυναίκας νεκρής σου ξύνει την κοιλιά
ψάχνοντας για μια βέρα γάμου κ’ ένα παιγνίδι αποκεφαλισμένου παιδιού,
δεν θα΄ ναι για σένα παρά μια σκοτεινή πόρτα,
ρημαγμένη.
Αλήθεια,
Κόλαση από κόλαση δεν έχει διαφορά.
Πέρα απ’ τα ουρλιαχτά
των λεγεώνων σου, το άγιο γάλα
των μανάδων της Ισπανίας, το γάλα και τα πατημένα
βυζιά
στους δρόμους, υπάρχει ακόμη ένας άλλος κόσμος, μια
άλλη σιωπή, μια τελευταία πόρτα σπασμένη.
Εδώ είσαι. Θλιβερό καπάκι ματιού, περίττωμα
μακάβριων όρνιων τάφου, φτύσμα πηχτό, σύμβολο
της προδοσίας που το αίμα δεν σβήνει. Ποιός, ποιός ήσουν,
ώ άθλιο φύλλο αρμύρας, ώ σκύλε της γης,
ώ, αφορεσμένη κιτρινίλα σκότους.
Η φλόγα πισωδρομεί δίχως στάχτη,
η αλμυρή δίψα της κόλασης, οι κύκλοι
του πόνου χλωμιάζουν.
Καταραμένε, που το ανθρώπινο μονάχα
να σε κυνηγάει, στην απόλυτη φωτιά των πραγμάτων,
να μη λυώσεις, να μη χαθείς,
στο γύρισμα των χρόνων, και να μη σε κόβει το πυρωμένο
γυαλί
ούτε ο άγριος αφρός.
Μόνος, μόνος, για όλα τα δάκρυα
μαζεμένα, για μια αιωνιότητα από χέρια νεκρά
και βγαλμένα μάτια, μόνος σε μια σπηλιά
της κόλασης σου, τρώγοντας σιωπηλό αίμα και πύον
για μια μοναχική καταραμένη αιωνιότητα.
Δεν σου πρέπει ο ύπνος
ακόμη και με καρφωμένα μάτια: πρέπει
να ξαγρυπνάς, Στρατηγέ, αιώνια ξύπνιος
ανάμεσα στις νέες λεχώνες που σαπίζουν,
τουφεκισμένες το Φθινόπωρο. Όλες, όλα τα θλιμμένα,
κομματιασμένα βρέφη,
στην κόλαση σου με αγωνία προσμένουν
τη μέρα της κρύας γιορτής : την άφιξη σου.
Μαυρισμένα βρέφη από την έκρηξη,
κομμάτια κόκκινου μυαλού, αγγελιαφόροι
τρυφερών σπλάχνων, σε περιμένουν όλα, όλα στην ίδια στάση
προσπεράσματος του δρόμου, να κλωτσήσουν την μπάλα
να κλέψουν ένα φρούτο, να χαμογελάσουν ή να γεννηθούν.
Να χαμογελάσουν. Έχει χαμόγελα
που τα’ πνιξε το αίμα
που περιμένουν με σκορπισμένα δόντια
και μάσκες από σύνθετο υλικό, σκαμένα πρόσωπα
από το μπαρούτι, και τα φαντάσματα
δίχως όνομα, οι σκοτεινές
κρυψώνες γι’ αυτούς που δεν σηκώθηκαν
από τα κρεβάτια τους μέσα από τα ερείπια. Όλοι σε
περιμένουν για να περάσουν τη νύχτα.
Γεμίζουν τις μπασιές,
σα σαπισμένα φύκια.
Είναι δικοί μας, ήταν δική μας
σάρκα, δική μας υγεία, δική μας
μεταλλική γαλήνη, δικός μας ωκεανός
από πλεμόνια κι αγέρα. Αυτοί κάναν
ν’ ανθίζουν τα χωράφια. Τώρα, πιο κείθε από τη γη
ουσία αποδιοργανωμένη,
ύλη δολοφονημένη, αλεύρι νεκρό,
στην κόλαση σου περιμένουν.
Ο πόνος και η τρομάρα με τον καιρό ατονούνε,
ανάμεσα στους νεκρούς, μόνος, ξάγρυπνος να’ σαι,
καταραμένος, μόνος και δίχως τέτοια ελπίδα,
απάνω σου να πέφτει βροχή το αίμα, κ’ ένα
ποτάμι αγωνίας από βγαλμένα μάτια
να σε πηγαινοφέρνει κοιτάζοντας σε ατελείωτα».
(Mετάφραση: Ρήγας Καππάτος, 1966)
ΔΑ






