ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΣΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ
Τὸ Ἅγιον Φως
Δεν θὰ σᾶς πῶ γιὰ τὴν ἐπίσκεψη μου στοὺς Ἁγίους Τόπους. Εἶναι πολλά, γιὰ νὰ χωρέσουνε σὲ λίγες σελίδες. Θέλω μονάχα γιὰ τὸ Ἅγιο φως νὰ σᾶς διηγηθῶ, ὅπως τὸ εἶδα καὶ τὸ βίωσα ὁ ἴδιος.
Ἦταν ἡ πρώτη ἡ φορά, ποὺ πῆγα στὰ Ἱεροσόλυμα. Τὸ 1977 τὸ Πάσχα. Ἀπὸ τὴν Μεγάλη Πέμπτη. Εἴχανε ἤδη καταφθάσει σὰν “πελάτες” στὸ ἰατρείο μου 3-4 ἀρχιερεῖς ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ μοῦ φέρανε μάλιστα τὸν ἴδιο τὸν Πατριάρχη, τὸν ἐπιβλητικὸ καὶ λίαν ἱεροπρεπῆ κυρὸ Διόδωρο. Βρέθηκα, τὸ λοιπόν, μὲ δυὸ προσκλήσεις – ἄδειες εἰδικὲς μπροστὰ στὸ ἱερὸ κουβούκλιο τοῦ Παναγίου Τάφου, μαζί μὲ τὴν γυναίκα μου καὶ ἄλλους «ἐπισήμους», τὸ Μέγα Σάββατο πρωΐ, γιὰ τὴν «ἀφὴ» τοῦ ἀνεσπέρου φωτὸς τῆς Ἀναστάσεως ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων σὲ εἰδικὴ τελετή, ποὺ γίνεται ἀπὸ αἰῶνες. Τὸ ἐθιμικὸ τὸ Ἀνατολίτικο τὸ δίκαιο σὲ ὅλο του τὸ μεγαλεῖο. Μῆς πῆραν σπρώχνοντας ὅλους μαζί ἀπ’ τὸ πατριαρχεῖο καὶ ἔτσι καταφέραμε νὰ βρεθοῦμε μπροστὰ – μπροστὰ ἀπὸ τὸ ἱερὸ κουβούκλιο καὶ μὲ ἀνθρώπινες συνθῆκες. Νά ’ναι καλὰ οἱ Ἰσραηλινοὶ οἱ ἀστυφύλακες, ποὺ πρόσεχαν λίγο τὴν τάξη. Ποῦ νὰ γνώριζαν οἱ καημένοι τί τους σέρναμε μὲ τὰ τροπάρια μας.
Κάποια στιγμή βλέπω ἕνα κύμα κυριολεκτικὰ ἀνθρώπινο μὲ ἀλαλαγμούς, χοροὺς καὶ ρυθμὸ ποὺ σείονταν θριαμβευτικὰ τὰ νεανικὰ ἀνδρικα κορμιά τους νὰ ἀνοίγει δρόμο βίαια πέφτοντας, σπρώχνοντας καὶ παρασύροντας ὅποιον εὑρίσκονταν στὸ διάβα τους, σὲ μιὰ κούρσα τρομερή, ἕως τὸ πίσω μέρος τοῦ Παναγίου Τάφου. Ἐκεῖ, κατὰ τὸ ἔθιμο εἶναι ἡ θέση γιὰ τὴν Ἀραβόφωνη Ὀρθόδοξη νεολαία καὶ ἐπ’ οὐδενὶ δὲν ἐπιτρέπουν νὰ τοὺς τὴν συλήσουν…. Ἦταν καὶ δυό-τρεῖς πάνω στοὺς ὤμους φίλων τους καβάλα, ποὺ δίναν τὸν ρυθμὸ καὶ κάνανε τὴν μεγαλύτερη τὴν φασαρία.
Ἦλθαν καὶ Κόπτες, μὲ ἕναν δικό τους πατριάρχη, καὶ πῆραν θέση πίσω ἀπ’ τὸ κουβούκλιο. Κάποια στιγμὴ ἔφθασαν καὶ οἱ Ραβδοῦχοι, ποὺ φόραγαν στολὲς Ἁγιοταφίτικες καὶ ἕνα δικό τους φέσι καὶ κτύπαγαν κάτι τεράστια ραβδιὰ πάνω στὶς πλάκες τοῦ δαπέδου, κάνοντας κρότο ἐκκοφαντικό, ὥστε νὰ ἀνοίξουν πέρασμα γιὰ τὸν πατριάρχη μας, ποὺ συνοδεύονταν ἀπὸ τὴν Ἁγιοταφικὴ Ἀδελφότητα. Ὁ Πατριάρχης ἐπιβλητικός, θεόρατος, ἀνάμεσα σὲ ἀρχιερεῖς, ἱερεῖς καὶ διάκους, μοῦ θύμιζαν ὅλοι αὐτοὶ σταυροφόρους ἱππότες τοῦ Μεσαίωνα ἕτοιμοι νὰ χύσουν τὸ αἷμα τους γιὰ τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια τοῦ γένους μας καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἔγιναν ἔλεγχοι στὸ κουβούκλιο καὶ στὰ ἄμφια τοῦ Πατριάρχη ποὺ ὕστερα μπῆκε μόνος του γιὰ τὴν ἀφὴ τοῦ Ἁγίου Φωτός τῆς Ἀναστάσεως. Σὲ λίγο βγῆκε ἀπ’ τὸ κουβούκλιο κρατώντας τὶς λαμπάδες αναμένες καὶ ὣς ἐδῶ ὅλα καλὰ καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ κάθε ἀμφισβητίας νὰ λέει τὰ δικά του. Καὶ πρῶτος-πρῶτος ὁ Κοραῆς, ποὺ ἔχει γράψει καὶ μικρὸ βιβλίο. Δὲν τοῦ χωροῦσε τοῦ καημένου ὁ διαφωτισμένος νοῦς του τὴν πιθανότητα τοῦ θαύματος. Ὅμως θὰ ἤθελα νὰ σᾶς διηγηθῶ τί ἔγινε ἀπὸ ἐκεῖ καὶ κάτω.
Εἴμασταν λίγοι ἐκείνη τὴν χρονιὰ μὲς στὸ ναὸ τῆς Ἀναστάσεως. Γινόντουσαν ταραχὲς καὶ γεγονότα ἐπικίνδυνα καὶ πέφτανε καὶ σφαῖρες. Ἔτσι π.χ. ἀπαγορεύτηκε ἡ ἐπίσκεψη στὸ Φρέαρ τοῦ Ἰακώβ, ποὺ ἐπισκέφτηκα στὴν δεύτερη ἐπίσκεψή μου στὰ Ἱεροσόλυμα, δέκα χρονια ἀργότερα.
Εἶχαν ἀψηφήσει τοὺς κινδύνους μόνο 800 προσκυνητὲς ἐκείνη τὴν χρονιὰ καὶ ἴσως γι’ αὐτὸ τὸ Ἅγιο Φῶς μᾶς ἔκανε μεγάλη χάρη. Γιὰ ώρα, ἴσως καὶ γιὰ δέκα ὁλόκληρα λεπτὰ ἔκοβε βόλτες σὰν γαλάζιο συννεφάκι φωτεινὸ στοὺς τρούλους καὶ στὴν ὀροφὴ καὶ πάλι πρὰς τὰ κάτω, μέχρι καὶ λίγο πάνω ἀπ τὰ κεφάλια μας καὶ δώστου πάλι. Εἶχα τὰ μάτια καρφωμένα στὰ καντήλια πάνω ἀπ’ τὴν είσοδο τοῦ κουβουκλίου, ὥσπου τὰ εἶδα μὲ τὰ μάτια μου σὲ μιὰ κατεβασιὰ ποὺ ἔκανε τοῦτο τὸ χαρούμενο καὶ γαλαζοφώτεινο τὸ συννεφάκι τὰ ἄναψε ὅλα διαμιᾶς καὶ ἔτρεξε ντροπαλὸ νὰ ξανακρυφτεῖ πίσω ἀπὸ γειτονικὲς κολόνες.
Δίπλα ἡ γυναίκα μου ἔκλαιγε κι ὁ κόσμος σταυροκοπιότανε συγκινημένος ἐκτὸς ἀπὸ ἕναν καθηγητὴ θεολογίας σὲ Πανεπιστήμιο, ποὺ γύρισε δίπλα μου καὶ ρώτησε ἐνοχλημένος. «Μὰ ἐπιτέλους, τι εἶναι αὐτὸ ποὺ βλέπετε; Δὲν σᾶς καταλαβαίνω».
Θαύμασα τοῦ Θεοῦ μας τὸν μεγάλο σεβασμὸ στὸ αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ ἄλλη μιὰ φορά. Κοίτα νὰ δεις, πῶς εἶναι δυνατόν νὰ πάθαμε 800 ἄνθρωποι ὁμαδικὴ ὑστερία καὶ μονάχα ὁ κύριος καθηγητὴς νὰ ἐκατάλαβε τὴν ἀπάτη!
― «Φλὰς εἶναι, γιατρέ μου, φλάς. Τι κάνετε ἔτσι;»
Ξέχασε ὁ καημενος πὼς μιλοῦσε σὲ ὀφθαλμίατρο καὶ ἐρασιτέχνη φωτογράφο. Ἀπὸ μικρὸς μὲ φωτογραφικὲς μηχανὲς καὶ μὲ τηλεφακοὺς καὶ εὐρυγώνιους καὶ φλάς, φωτόμετρα καὶ φὶλμ ἀσπρόμαυρα καὶ ἔγχρωμα ἀργότερα καὶ ὄχι ὅπως τώρα μὲ τὰ ὑπεραυτόματα τὰ κινητὰ τηλέφωνα, ποὺ γίνανε ὅλοι φωτογράφοι καὶ ἀφάνισαν κάθε μορφὴ τέχνης ἀπ’ τὴν φωτογραφία.
― «Ἄντε ἀπὸ ἐκεῖ, μὴν σοῦ ἀστράψω μιὰ καὶ δεῖς ἐσὺ τὰ φλὰς καὶ καταλάβεις τὴν διαφορὰ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Φῶς…»
Υ. Γ. Τὰ τελευταῖα τὰ εσκέφτηκα, μὰ δὲν τοῦ τὰ εἶπα, γιατί σεβάστηκα καὶ γὼ τὸ αὐτεξούσιό του…Ἐλεύθερος καθένας νὰ ἀμφισβητεῖ καὶ νὰ μὴν πιστεύει τίποτα. Ἐδῶ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, ποὺ ἔκανε θαύματα στὰ μάτια τους μπροστά, καὶ τὸν ἀμφισβητοῦσαν καὶ τὸν σταύρωσαν καὶ σὺ τὸ Ἅγιο Φως τῆς Ἀναστάσεως νὰ μὴν ἀμφισβητήσεις; Ἄσε ἐμᾶς τοὺς ἀφελεῖς στὴν ἡσυχία μας, ὅμως, καὶ μὴν μᾶς κολάζεις μὲ τὴν λογικοκρατία σου…




