ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ. Ένας τίτλος τόσο απλός και συνάμα τόσο περίπλοκος, ένας τίτλος… τιμής. Πραγματικά. Δεν υπάρχει πιο υψηλότερο αξίωμα από το να είναι κάποιος υπηρέτης και ακόλουθος του Κύριου Ιησού Χριστού.
Όμως ποιος είναι πραγματικά Χριστιανός;
Πολλοί θα σκεφτούν και θα πουν αυτός/αυτή που βαφτίζεται. Όχι, δεν είναι έτσι, γιατί δεν αρκεί μόνο το ‘’βαφτίζεται ο/η δούλος/δούλη του Θεού …’’, ίσα ίσα με αυτόν τον τρόπο μπαίνουμε στον αγώνα. Ο Χριστιανός λοιπόν αγωνίζεται και παλεύει κάθε λεπτό της ζωής του για να κρατήσει τον τίτλο του, πρέπει να αποδεικνύει κάθε μέρα, ώρα, λεπτό και δευτερόλεπτο της ζωής του ότι είναι άξιος υπηρέτης του Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού του Αληθινού, αυτόματη σωτηρία για αυτούς που είναι Χριστιανοί δεν υφίσταται. Πρέπει να αγωνιζόμαστε, άλλωστε αυτό μας είπε και ο Κύριος ‘’ Η Βασιλεία των Ουρανών βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν ’’, δεν μας είπε να πάρουμε μια καρέκλα να σταυρώσουμε τα χέρια και να περιμένουμε να μας σώσει , αντίθετα ο Θεός, σε εκείνον πού προσπαθεί και βιάζει τον εαυτό του, σε αντίθεση με αυτόν πού έχει απρόθυμη καρδιά, παρέχει την αληθινή προσευχή τού Πνεύματος, αληθινή αγάπη, πραότητα, φιλευσπλαχνία (Κολ.3,12), αληθινή ευγένεια και, με ένα λόγο, τον γεμίζει με πνευματικούς καρπούς. Και πως γίνεται αυτό; Όπως μας λέει και ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας στην Φιλοκαλία ‘’Το να γίνει κανείς αγαθός και σοφός ξαφνικά, είναι αδύνατο. Γίνεται ωστόσο με την κοπιαστική μελέτη, με τη συναναστροφή με ενάρετους ανθρώπους, με την πείρα, με τον καιρό, με την άσκηση και με την επιθυμία των καλών έργων. Ο αγαθός άνθρωπος που αγαπά το Θεό και Τον γνωρίζει αληθινά, δεν παύει να κάνει πλούσια όλα όσα αρέσουν σ’ Αυτόν. Αλλά τέτοιοι άνθρωποι είναι σπάνιοι.’’
Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα ο Χριστιανός φαίνεται, τα μάτια του λάμπουν, πετάνε φλόγες, σε μαγνητίζουν… έχουν αυτό τον διαρκή ερώτα για τον Θεό, η κάρδια τους χτυπάει τόσο μοναδικά, η ψυχή τους είναι αγνή… είναι παιδιά με καρδιά λιονταριού.
Σήμερα όλοι λένε ‘’πιστεύω’’ και άμα ισχυριστείς το αντίθετο για αυτούς σε κοιτάνε περίεργα… ή μάλλον με μίσος, αλλά στην πραγματικότητα υπάρχουν δυο κατηγορίες πιστών: ο ‘’Χριστιανός’’ και ο Χριστιανός.
Ο ‘’Χριστιανός’’ είναι αυτός που δεν έχει ουσιαστικά τον Χριστό στη ζωή του. Δηλαδή είναι αυτός που δεν τον απασχολεί ιδιαίτερα αυτό το θέμα και για αυτό αντιμετωπίζει τον Θεό ως… μια μακρινή ανάμνηση. Είναι προσκολλημένος στην τυπική λατρεία, στις μεγάλες γιορτές πηγαίνει στην εκκλησία για να προσκυνήσει και αυτό γιατί το θεώρει αναγκαίο…,
στα γρήγορα να ασπαστεί τα αγία εικονίσματα και να φύγει να πάει σπίτι του, είναι αυτός που όταν πάει στην εκκλησία για να προσευχηθεί και να παρακολουθήσει την λειτουργιά σκέφτεται ότι πιο… ανούσιο και δευτερεύων υπάρχει, όπως τι να φάει το μεσημέρι, τις αυριανές του δουλειές, που θα πάει διακοπές το καλοκαίρι ή το σαββατοκύριακο και άλλα τέτοια. Είναι αυτός που όταν κάμει τον σταυρό του δεν τον κάνει σωστά αλλά κάνει κάτι σαν ‘’μπουζουκάκι’’ και γρήγορα (μην τον δει και κανένας…!), είναι αυτός που δίνει υποσχέσεις στο Θεό και λέει, λέει ,λέει…, χωρίς να τις πιστεύει , μάλιστα ούτε τα βασικά δεν πιστεύει, τι σημαίνει όμως αυτό;. Ας αναλογιστούμε το εξής απλό στο Πάτερ Ημών λέει ‘’γεννηθήτω το θέλημα σου’’ ούτε αυτό πιστεύει, γιατί ποιος από εμάς μπορεί να ξέρει το θέλημα του Θεού;, το θέλημα Του μπορεί να είναι να φύγει οποιοσδήποτε από εμάς από αυτόν τον κόσμο ίσως αύριο, ίσως το επόμενο λεπτό, να ‘’πεθάνει’’ όπως το λέμε εδώ, γιατί έχει ολοκληρώσει την αποστολή του. Αλήθεια ποσό συμφιλιωμένος είναι λοιπόν κάποιος με αυτήν την σκέψη;. Τέλος είναι αυτός που στην χειρότερη του μορφή βρίζει τον Σωτήρα Χριστό, την μητέρα αυτού την Παρθένο Μαρία ή τους άγιους ,άγιες, όσιους όλους τους ανθρώπους που έχυσαν το αίμα τους από την αγάπη τους για τον Θεό και όποτε έχει την ανάγκη τους τρέχει σε αυτούς σαν να μην συμβαίνει τίποτε, και μετά πάλι από την αρχή, τον βόλεψε τώρα!.
Ποιος είναι όμως ο Χριστιανός ;
Είναι αυτός που έχει μια ουσιαστική και βαθιά σχέση με τον Θεό, η καρδιά του είναι δοσμένη σε Αυτόν, ορισμένες φορές λόγω της αστείρευτης αγάπης του για Αυτόν κάνει πράγματα που σε πάρα πολλούς θα φανούν προσβλητικά ή ‘’λανθασμένα’’ για να τιμήσει και να δοξάσει τον Θεό αλλά αυτός επειδή αυτό που κάνει το κάνει με την καρδιά του ο Θεός βλέπει την εγκάρδια προσφορά του και την αναγνωρίζει, σε αυτό το σημείο μάλιστα αξίζει να παραθέσω την παρακάτω ιστορία:
‘’Ο Πέτρος Γκουερέν ήταν σπουδαίος κλόουν. Τα χρόνια όμως πέρασαν, γέρασε και δεν έβρισκε πια δουλειά. Απελπισμένος και για να μη πεθάνει της πείνας, πήρε το δρόμο για ένα μοναστήρι αφιερωμένο στην Παναγία. Ίσως οι καλόγεροι να τον φιλοξενούσαν για λίγο. Πραγματικά, ο ηγούμενος τον κράτησε εκεί, για να κάνει κάποιο θέλημα. Ο Πέτρος χάρηκε. Κι ήθελε να ευχαριστήσει την Παναγία γι’ αυτό. Δεν ήξερε όμως γράμματα, για να μπορεί να διαβάζει στα μεγάλα βιβλία και να της ψέλνει ύμνους, όπως οι καλόγεροι. Αλλά κάτι σκέφτηκε να κάνει κι αυτός… Κι ένα μεσημέρι, που οι καλογέροι ησύχαζαν στα κελιά τους, ο Πέτρος χάθηκε. Ο ηγούμενος, θέλοντας να τον στείλει σε κάποιο θέλημα, έψαξε να τον βρει. Τον γύρεψε παντού μα δεν φαινόταν πουθενά. Κάποια στιγμή πέρασε και μπροστά απ’ τη δυτική πόρτα της εκκλησίας κι απ’ το μεγάλο τζάμι της έριξε μία γρήγορη ματιά μέσα στην εκκλησία. Και τι να δει! Ο Πέτρος ήταν μπρος στη μεγάλη εικόνα της Παναγίας κι έκανε τούμπες και χίλια δύο ακροβατικά. Μία περπατούσε με τα χέρια, μία ισορροπούσε μόνο πάνω στο ένα χέρι, μία κυλούσε στηριγμένος στις άκρες των ποδιών και των χεριών σαν τροχός. Ο ηγούμενος αναστατώθηκε απ’ αυτά που έβλεπε. Τα πέρασε για μεγάλη ασέβεια κι ήταν έτοιμος να του βάλει τις φωνές. Ήταν ακριβώς η στιγμή που… ο Πέτρος, ακουμπώντας μόνο πάνω στο κεφάλι του, έπαιζε στα πόδια του, τα γυρισμένα προς τα πάνω, το παλιό του μπαστούνι των κλόουν. Κι είχε αναψοκοκκινίσει το γέρικο πρόσωπό του κι είχαν φουσκώσει οι φλέβες του λαιμού του και ποτάμι έτρεχε ο ιδρώτας από το μέτωπό του. Έτοιμος ήταν να του βάλει τις φωνές ο ηγούμενος. Μα εκείνη τη στιγμή φάνηκε η
Παναγία εκεί από τη μεγάλη εικόνα ν’ απλώνει το χέρι της, να σκύβει και με την άκρη του μανδύα της να σκουπίζει τον ιδρώτα από το πρόσωπο του Πέτρου. Ανατρίχιασε ο ηγούμενος. Γονάτισε, σταυροκοπήθηκε και ψιθύρισε τρέμοντας: «Συγχώρεσε με, Παναγία μου. Εσύ ξέρεις ποιός σε τιμά και σε δοξάζει καλύτερα…»’’
Είναι αυτός που ξυπνάει το πρωί και κοιμάται το βράδυ με την σκέψη του Κύριου και Θεού του Ιησού Χριστού, είναι αυτός που δειπνεί μαζί του το μεσημέρι, είναι αυτός που θέλει συνεχώς να συνομιλεί μαζί Του για οτιδήποτε… ακόμη και για το πιο απλό πράγμα, είναι αυτός που όταν ακούει και ψέλνει τους ύμνους που είναι αφιερωμένοι στον Σωτήρα Χριστό, την μητέρα Του την Παναγία και όλων των αγίων, οσίων και μαρτύρων δακρύζει από χαρά. Είναι αυτός που μετανιώνει πικρά για τις αμαρτίες του και ζητεί συνεχώς συγγνώμη για αυτές και ευχαριστεί τον Θεό για ότι έχει αλλά και δεν έχει, γιατί στα εύκολα όλοι λέμε ‘’Δόξα τω Θεώ’’, στα δύσκολα όμως θα σκεφτούμε να το πούμε;, είναι αυτός που πολεμάει το κακό και τους εχθρούς του Κύριου του Ιησού Χριστού οπουδήποτε σταθεί και βρεθεί, είναι αυτός που άμα τον συλλάβουν οι ακόλουθοι του σκοτεινού και του βάλουν το μαχαίρι στο λαιμό, αυτός δεν θα φοβηθεί, δεν θα αρχίσει να τους παρακαλάει για να σωθεί αλλά θα πει ‘’νομίζετε ότι θα με βλάψετε, ότι θα με εξαφανίσετε; Χάρη θα μου κάνετε, θα με φέρετε πιο κοντά στον Κύριο μου’’ έπειτα θα πει μια σύντομη προσευχή από μέσα του και είναι έτοιμος, είναι αυτός που θα θυσιαστεί για τον Θεό.
Βέβαια τα παραπάνω για μερικούς είναι ‘’γραφικά’’ λόγια… που δεν ενδιαφέρουν τόσο τους ανθρώπους στην σημερινή εποχή, σκέφτονται μόνο ότι έχει να κάνει με αυτό τον κόσμο και αδιαφορούν ή δεν ασχολούνται πλέον με αυτά τα ζητήματα λέμε ‘’άσε, που να πάω να μπλέξω…’’ ή το άλλο γνωστό ‘’ας βρουν την άκρη οι άλλοι, οι ‘’εκκλησιαστικοί’’…’’
ΟΧΙ!!!
Εδώ μάλιστα αξίζει να παραθέσω την ερώτηση που έκανε ο Άγιος Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης Μαξίμοβιτς στον ένα από τους δυο συντάκτες του περιοδικού “Ορθόδοξος Λόγος” το οποίο εκδιδόταν στην περιοχή της επισκοπικής δικαιοδοσίας του, η οποία είναι πάντοτε ένα επίκαιρο μήνυμα για το καθήκον που έχουμε:
‘’Δεν διδάχθηκες, ότι σε δύσκολους καιρούς ο κάθε Χριστιανός είναι ο ίδιος υπεύθυνος για τη Χριστιανοσύνη στο σύνολό της; Ότι κάθε μέλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας έχει ευθύνη για ολόκληρη την Εκκλησία; Και ότι σήμερα η Εκκλησία έχει εχθρούς και διώκεται από έξω αλλά και από μέσα»;’’
Βλέπουμε λοιπόν ότι υπάρχουν άνθρωποι που λέγονται υπηρέτες του Θεού αλλά από αυτούς ορισμένοι κρατούν μια τυπική (εώς απρόσωπη) σχέση μαζί Του, αλλά υπάρχουν και κάποιοι άλλοι που ζουν και αναπνέουν για Αυτόν.
Όποτε θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε τους πιστούς ως τα μέλη ενός στρατεύματος με Στρατηγό τον Κύριο Ιησού Χριστό, τον Αρχηγό της Ζωής, έτσι υπάρχουν μέλη μέσα στο στράτευμα, από τον πιο απλό στρατιώτη έως τον υψηλότερο λοχαγό, που απλά κάνουν την δουλειά τους και φεύγουν, εκπληρώνουν τα καθήκοντα τους και… τέλος, δεν το αισθάνονται αυτό που κάνουν. Αλλά υπάρχουν και αλλά μέλη που το ζουν αληθινά αυτό
που κάνουν, πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο στη ζωή τους. Είναι αυτοί που το βράδυ φυλάνε σκοπιά με βάρδιες γύρω από την σκηνή του Αρχηγού τους, έχοντας στο χέρι το σπαθί τους και τον προστατεύουν συνεχώς, είναι αυτοί που όταν τους μιλάει κάποιος όμοιος τους για τον Αρχηγό τους ή τους μιλάει ο Ίδιος σταματάει ο χρόνος ή μάλλον τον προσπερνούν, δεν έχει σημασία… κάθονται και ακούνε με λαχτάρα. Είναι αυτοί που δεν διστάζουν μπροστά στον κίνδυνο, δεν φοβούνται τον θάνατο γιατί πιστεύουν στην Ζωή, αλλά αντιθέτως κάμουν τον σταυρό τους και την προσευχή τους και ορμάνε στην μάχη, είναι αυτοί που μόλις δουν ότι ο εχθρός προσπαθεί να βλάψει τον Στρατηγό τους τρέχουν να Τον προστατεύσουν, προτάσσουν το σώμα τους σαν ασπίδα μπροστά από τον Κύριο τους ώστε τα σκοτεινά βέλη, σπαθιά και ακόντια να διαπεράσουν το σαρκίο τους και να μην πλησιάσουν καν τον Σωτήρα τους. Αυτοί είναι οι αληθινοί πιστοί. Είναι… ‘’Μηδενιστές’’ κατά μια έννοια καθώς για αυτούς ο Χριστός είναι τα πάντα και ο κόσμος το μηδέν.
Επομένως αξίζει κάποιος να αναρωτηθεί ‘’εγώ σε ποιους ανήκω;, τι κάνω για τον Κύριο μου;’’ Πρέπει ο καθένας να αναλάβει δράση, όπως σημειώνει και ένας σύγχρονος άγιος:
«Είναι πιο αργά από ό,τι νομίζεις! Βιάσου λοιπόν να επιτελέσεις το έργο του Θεού».
Φίλιππος Ιωβηλαίος




