Κι όμως αυτό πρέπει να κάνει ο σωστός Χριστιανός, να μην ορκίζεται στο ιερό Ευαγγέλιο ούτε στα δικαστήρια
Ἕνας οὐράνιος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εὐωδίαζε ἄρωμα ἀσκήσεως εἶπε: «Ἐγὼ θὰ κάνω ὑπακοὴ στὴν Πολιτεία καὶ θὰ πάω, ὅπως μοῦ λένε, νὰ δικασθῶ». Ἔφυγε γιὰ τὴν Θεσσαλονίκη αὐτὸς ποὺ εἶχε νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος πενήντα ὀκτὼ ὁλόκληρα χρόνια! Πενήντα ὀκτὼ χρόνια ἀσκητὴς ἐδῶ, στὸ Καρούλι, τρώγοντας μόνο λίγα χορταράκια καὶ πίνοντας τὸ νεράκι τοῦ Θεοῦ! Ὁ εὐλογημένος αὐτὸς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἶχε φθάσει σὲ πολὺ μεγάλα μέτρα ἀρετῆς, πῆγε καὶ κάθισε στὸ ἑδώλιο τοῦ κατηγορουμένου. Πῶς γίνονται ἐκεῖ οὔτε ποὺ ξέρω. Δὲν πῆγα ποτὲ σ’ αὐτὲς τὶς πόρτες… Ἁπλῶς θυμᾶμαι, ὅπως μᾶς τὰ ἔλεγε ὁ εὐλογημένος αὐτὸς Γέροντας. Τὸν φώναξε λοιπὸν ὁ πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου: «Ὁ μοναχὸς Φιλάρετος;» «Ἐγὼ εἶμαι ὁ ἐλεεινός», ἀπήντησε ταπεινὰ σκύβοντας τὸ κεφάλι. «Γιατί πούλησες τὰ βιβλία αὐτά;» «Δὲν τὰ πούλησα, ἀδελφέ! Νά, πέρασε ὁ ἀδελφὸς καὶ τὰ πῆρε νὰ τὰ διαβάσει καὶ ἀσφαλῶς θὰ τὰ γύριζε. Ἐγὼ αὐτὸ πίστευα…» «Πρέπει νὰ ὁρκισθεῖς, πάτερ, γιὰ νὰ εἶσαι πιστευτός. Αὐτὴ εἶναι ἡ τάξη τοῦ δικαστηρίου». «Ἄ, δὲν ὁρκίζομαι γιατί στὸ ἅγιον Εὐαγγέλιο λέει “μὴ ὁμῶσαι ὅλως”!» «Μὰ πρέπει, πάτερ, νὰ ὁρκισθεῖς». «Πῶς ὁρκίζονται;» «Βάζοντας τὴν παλάμη πάνω στὸ Εὐαγγέλιο».
Ὁ π. Φιλάρετος τότε… ἔβαλε τρεῖς στρωτὲς μετάνοιες μπροστὰ στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὸ ἀσπάσθηκε μ’ εὐλάβεια, λέγοντάς τους: «Ἀρκεῖσθε σ’ αὐτό;» «Ὄχι, πάτερ, πρέπει νὰ βάλεις τὸ χέρι σου στὸ Εὐαγγέλιο καὶ νὰ πεῖς “ὁρκίζομαι…” κ.λπ.». «Δὲν μπορῶ νὰ ὁρκισθῶ». «Μά, ἂν δὲν ὁρκισθεῖς, θὰ πᾶς ἐννέα μῆνες φυλακή…» «Νὰ πάω φυλακὴ χίλιες φορές! Ἐγὼ ἀναμένω τὴν αἰωνία καταδίκη ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου καὶ θὰ σκεφθῶ τὴ φυλάκιση τῶν ἐννέα μηνῶν;»
Ο Γέρο – Φιλάρετος είπε στον κ. πρόεδρο: «Αν αυτό όπως λέτε είναι το ιερό Ευαγγέλιο, τότε σας παρακαλώ να ανοίξετε το Ε’ κεφάλαιο παράγραφος 34 στο κατά Ματθαίον ευαγγέλιο και θα ιδείτε ότι λέγει επί λέξει: «Εγώ δε —δηλαδή ο Χριστός— λέγω υμίν μη ομόσαι όλως, μήτε εν τω ούρανω, ότι θρόνος εστί του Θεού μήτε εν τη γη, ότι υποπόδιο εστί των ποδών αυτού μήτε εις Ιεροσόλυμα, ότι πόλις εστί του μεγάλου βασιλέως μήτε εν τη κεφαλή σου ομόσης, ότι ου δύνασαι μίαν τρίχα λευκή ή μέλαιναν ποιήσαι» (Ματθ. Ε’ 34 – 37).
Ο πρόεδρος διέταξε τον Κλητήρα να ανοίξει το Ευαγγέλιο, αλλά όταν το άνοιξε διεπιστώθη ότι έλειπε όλο εκείνο το φύλλο πού είχε την περικοπή αυτή της διδασκαλίας του Κυρίου που αναφέρεται στον όρκο και τότε με θάρρος ο Γέρο-Φιλάρετος είπε στον κ. πρόεδρο: «Κύριε πρόεδρε, με τη χάρι του Θεού, -προσπαθούμε να φυλάμε αυτά πού ορίζει το Ιερό ευαγγέλιο του Δεσπότη Χριστού, σαν γνήσιοι χριστιανοί, και εφ’ όσον ο ίδιος ο Χριστός μας λέγει να μην ορκιζόμαστε, πώς εμείς να παραβούμε του Θεού την εντολή, για να φυλάξομε «τα εντάλματα των ανθρώπων» (Ματθ. ιέ’ 9), πού είναι οι δικές σας εντολές, να ορκίζονται οι άνθρωποι -πού λένε, πώς είναι πιστοί χριστιανοί, και οι οποίοι καταπατούν και αθετούν την εντολή Του αυτή, αλλα και εσείς ο ίδιος ορκίζεστε, λυπούμαι κ. πρόεδρε, πού λέγεστε μόνον χριστιανοί, αλλά δεν φυλάττετε τις εντολές του Χριστού.
ΠΗΓΗ: pentapostagma.gr




