Την ώρα που οι κορυφές των βουνών και οι άστεγοι των πόλεων στενάζουν κάτω από τα πρώτα πραγματικά κρύα του χειμώνα`
Την ώρα που τα παιδιά μας μεγαλώνουν δίχως αύριο και οι γονείς μας χάνονται δίχως αγκαλιά`
Την ώρα που οι ρυπαροί γίνονται ρυπαρότεροι και άγιοι άνθρωποι δεν φαίνεται να υπάρχουν πια`
Την ώρα που η δυσωδία της παγκόσμιας βλασφημίας φθάνει μέχρι τον Θρόνο του Θεού και οι ψυχές «των μαρτύρων, που είχαν σφαγή κατά τους διωγμούς δια τον λόγον του Θεού και δια την μαρτυρίαν του Αρνίου, την οποίαν είχαν παραλάβει και εκρατούσαν ως ανεκτίμητον θησαυρόν.» κράζουν το «ἕως πότε, ὁ δεσπότης ὁ ἅγιος καὶ ὁ ἀληθινός, οὐ κρίνεις καὶ ἐκδικεῖς τὸ αἷμα ἡμῶν ἐκ τῶν κατοικούντων ἐπὶ τῆς γῆς;»
(Αποκ. 6,9-10),
Την ώρα που η γης, όπως την ξέραμε ή, μάλλον, όπως την είχαμε κάνει, χάνεται κάτω από τα πόδια μας`
Κρατάμε σφικτά ακόμα την ανάμνηση μιας χιονισμένης νύχτας στο χωριό της παιδικής μας ηλικίας που, ποιος ξέρει, μπορεί να αναζωπύρωσει την χαμένη μας αγνότητα:
Στο τζάκι
Εδώ χωρίζει ξαφνικά, εκεί ενώνεται η φωτιά,
Πότε με κρότο και βαβούρα, πότε κρυφά κρατά σκοπιά.
Τώρα φυσάει και επιτόπου ανάβει πάλι, ζωηρά,
Εκεί που ήταν σχεδόν στάχτη, χορεύει τώρα φλογερά.
Σε υπνωτίζει, μαλακώνεις, τα μάτια σου κολάν’ εκεί
που προηγουμένως το σκοτάδι κατέβαινε απ’ το μπουρί.
Είναι, να πω, σα παραμύθι, αλλάζει δράση συνεχώς.
Έχει αρχή, πλοκή και τέλος ώσπου αναλώνεται εντελώς.
Αλίμονο, οι σπίθες τούτες, πόσα θα είχαν να μας πουν…
Πότε αγριεύουν χωρίς λόγω, πότε επίτηδες σιωπούν.
Ποιος άραγε, να καταλάβει, μια τέτοια γλώσσα πύρινη;
Ζεστή, και πλούσια ή σκληρή, πολύχρωμή, φιλότιμη…




