Ήσουν ισόθεη στα μάτια των παιδιών όλου του σχολείου, σαν πρωτοδεύτερη μάνα. Άπειρο το ενδιαφέρον και η αγάπη σου γι αυτά, ειδικά από τότε που έχασες μωρά, τα δυο από τα τρια που απέκτησες. Ερχόσουν σε αντιπαράθεση με τους γονείς, που δεν δέχονταν τα παιδιά τους να σπουδάσουν το μάθημά σου, που το δίδασκες με πρωτόγνωρα αποτελέσματα στα εκθαμβωμένα παιδιά. Από αγάπη κι όχι από ανάγκη δίδασκες, αφού ήδη ασκούσες σαν επάγγελμα την σπουδή-χόμπυ σου. Αλλά ο γονιός πως να δεχτεί να γίνει το παιδί του λογοτέχνης; Δύσκολη η καταξίωση, άντε να θρέψεις οικογένεια. Όμως όπου στάθηκες στο πλευρό των παιδιών δικαιώθηκες και συ και τα παιδιά, επαγγελματικά. Όλα φάνταζαν υπερβολικά τέλεια, λόγια και πράξεις.
Μετά αρκετά χρόνια έφερε η τύχη τα βήματά μου να σε ξανασυναντήσω και τότε να μάθω (γιατί δεν ήξερα στο σχολείο) το γαϊτανάκι θανάτων στο σπιτικό σου. Όλοι απορούσαν, πως γινόταν αυτή η “θεά” της αγάπης να χάσει τους πάντες εκτός από το μοναδικό παιδί του, που δυστυχώς κι αυτό χήρεψε… Πως γινόταν σε σένα, που πάντα ήσουν κοντά στον Θεό και προσωπικά και οικογενειακά από γενεές. Σύγχρονη αρχαιοελληνική τραγωδία…
Όταν στο μικρό εκκλησάκι της γειτονιάς σου, μου πρότειναν εντελώς συμπτωματικά να περιφέρω τον Επιτάφιο, έταξα να εκκλησιαστώ μια μέρα εκεί, δεδομένου ότι ήταν δύσκολο λόγω απόστασης. Διάλεξα τη μέρα που γιόρταζε το εκκλησάκι της Παναγιάς κι οκτώ το πρωί ήμουν εκεί αλλά το εκκλησάκι άδειο. Ρώτησα και μου είπαν : “μα δεν ξέρετε; πάντα αρχίζουμε στις εννιά, είναι γνωστό στη γειτονιά…”. Ήταν 8 Σεπτέμβρη… χρόνια πριν.
Έκανα μια βόλτα κι εννιά ήμουν πάλι πίσω, έξω από το εκκλησάκι, ανάμεσα στο πυκνό εκκλησίασμα, που ήρθε να τιμήσει την Παναγιά. Εννιάμισυ σε είδα, που ήρθες αλλά δεν μίλησα, κάτι με έσπρωξε να μείνω μακριά. Άναψες ένα κεράκι, μίλησες με δυο γνωστές κι έφυγες. Ουδέν μεμπτόν, είχες τις δουλειές σου, άλλωστε τόσες πολλές φορές εκκλησιαζόσουν και σε κείνο το εκκλησάκι κι αλλού, όπως μας έλεγες…
Το βραδάκι, όταν έτυχε να μιλήσουμε τηλεφωνικά, έπεσα από τα σύννεφα λέγοντάς μου ότι ήσουν από τις εξήμισυ μέχρι έντεκα στο συγκεκριμένο εκκλησάκι που γιόρταζε. Μα καλά λέω μέσα μου, τι άκουσα; “μα δεν ξέρετε; πάντα αρχίζουμε στις εννιά, είναι γνωστό στη γειτονιά…”. Ούτε ολονυκτία στο Όρος δεν κρατά τόσο πολύ. Γιατί αυτή η υπερβολή “από τις εξήμισυ μέχρι έντεκα”; Μια υπερβολή που την είχα ακούσει σε τόσα πολλά και τόσες πολλές φορές αλλά την ξεπερνούσα χάρις σε όλα τα υπόλοιπα τέλεια. Μια υπερβολή που είχε πολύ “εγώ” μέσα της αλλά θαμμένο πολύ καλά. Όμως τώρα βγήκε στην επιφάνεια και στα μάτια μου φάνηκε απεχθές.
Φοβήθηκα μην ήταν κακός λογισμός, δεν μπορούσε, τόσο αταίριαστα όλα. Νάντουσαν τα μυστικά τόσο καλοκρυμμένα όλα τα χρόνια; Δεν ενόχλησα τον ταπεινό γέροντα, που μου είχες συστήσει, για να μην τον σκανδαλίσω, αφού σε ήξερε δεκαετίες, αν και θα ξέρει… Ενόχλησα άλλον και μάλιστα αφού επισκέφθηκα προσκύνημα Αγίου, γνωστού για τις θαυματουργικές του επεμβάσεις. Φεύγοντας από εκεί κουδουνούσε το κρανίο μου από τις αποκαλύψεις για τα πολλά θανατικά και κατάλαβα ότι έπρεπε να τον ξαναεπισκεφθώ… αλλά δεν το άντεξα, ήταν πολύ βαριά τα όσα ‘άκουσα’.
Ο άλλος γέροντας μου τα επιβεβαίωσε με τη σιωπή και το θλιμμένο κούνημα της κεφαλής του. Αυτά κάνει ο άνθρωπος και αρκείται στον επίγειο θαυμασμό των τόσων πολλών αλλά υπάρχει έστω κι ένας, που ξέρει την αλήθεια. Κυρίως όμως αυτός που ξέρει την αλήθεια είναι η ίδια η Αλήθεια, που σου χάρισε τα χαρίσματα αλλά νομίζεις ότι Του κρύβεσαι.
Όταν σου επέστρεψα τα λογοτεχνικά δώρα σου έγινες έξαλλη. Μα πως μπορούσα να κατέχω δώρα του ψεύδους; Τα προϊόντα της ψυχής πρέπει να ευωδιάζουν Αλήθεια, αλλιώς δεν μετρούν.
Έχασες με ευθύνη σου αυτόν που αποκαλούσες τον καλύτερο μαθητή σου, αλλά σάμπως αυτό δεν το έλεγες σε κάθε μαθητή σου; Αυτή η ανέκαθεν υπερβολή πλέον στα μάτια μου φαινόταν υποκρισία. Το ύφασμα της τελειότητας άρχισε να ξηλώνεται με γοργό ρυθμό.
Το θέμα δεν είναι αν έχασες εμένα αλλά αν ήμουν η ευκαιρία να μετανοήσεις και να μην χάσεις Εκείνον. Αυτό θα είναι αιώνιο λάθος, που μετά δεν διορθώνεται. Αλλά φαίνεται να αγνοείς την έννοια της μετάνοιας, προσκολλημένη στο να μην χάσεις την επίγεια αναγνώριση. Την δική μου την έχασες, όμως ρισκάρεις επικίνδυνα να χάσεις τα πάντα. Γιατί αν και ξέρω πολύ καλά θα μπορούσα να θαυμάσω τουλάχιστον το θάρρος σου στην μετάνοια. Αυτό το θάρρος που ο Χριστός θαυμάζει κι αλλάζει την κρίση Του, οπότε πως να το αγνοήσω;
Ο Κύριος παραχωρεί τις δοκιμασίες συνεχώς σαν ευκαιρίες μετάνοιας. Έχεις αγνοήσει τόσες και τόσες και συνεχίζεις συστηματικά να αγνοείς όσα ταλαιπωρούν εσένα και τους λίγους πια δικούς σου. Ο χρόνος πνίγει ενώπιον των προλεγμένων να συμβούν, οπότε θα λάμψει κι επί γης η αλήθεια και θα φανούν όλων τα στραβά σε όλους. Το ρισκάρεις ή θα το κάνεις υπο την απειλή να τα χάσεις όλα, άρα από επίγεια κι όχι ψυχική ανάγκη;
Ο χρόνος πνίγει και το ύφασμα της μάσκας ξηλώνεται κι αλλίμονο αν καταλάβει το παιδί σου αύριο ότι η χηρεία του οφείλεται σε σένα, που ναι μεν δεν μου το είπε ο άγιος αλλά ένοιωσα ότι και γι αυτό ήταν μου με προσκάλεσε ξανά, όμως δεν άντεξα να πάω για να μάθω… Έταξα όμως να διαβάζω για σένα καθημερινά τους Χαιρετισμούς, μήπως και η Παναγιά σε σπλαχνιστεί να σου χαριστεί η μετάνοια. Ξέρεις τι είναι αυτό; 15 λεπτά καθημερινά για σένα, κάθε μέρα, χρόνια τώρα. Αλλά χωρίς τη θέλησή σου δεν γίνεται τίποτα παρά μόνον ευκαιρίες, Άνωθεν. Όπως πάντα…
Ειρήνη ημίν
Π.Ε.Σ.








