Α) Πώς μπορεί να νοηθεί η ισοθεΐα ενός ανθρώπου; Είναι δυνατόν να υπάρξει κάτι τέτοιο;
Όπως γνωρίζουμε, στο πρόσωπο του Χριστού θεώθηκε η ανθρώπινη φύση. Η ανθρώπινη φύση του Χριστού είναι θεωμένη στον ύψιστο δυνατό βαθμό. Σε βαθμό ισοθεΐας. Γι’ αυτό ο Χριστός κάθησε (κατά την ανθρώπινη φύση Του) εκ δεξιών του Πατρός μετά την Ανάληψή Του. Αυτό δείχνει ότι η ανθρώπινη φύση είναι επιδεκτική ισοθεΐας. Όλοι οι άγιοι είναι θεωμένοι, αλλά όχι σε βαθμό ισοθεΐας. Κάθε άγιος έχει τον βαθμό αγιότητας που του αναλογεί ανάλογα με την αξία του. Σε κανέναν δεν αναλογεί αξία ισοθεΐας. Οι άγιοι κατέχουν ένα «μέρος» της ισοθεΐας. Είναι όμοιοι, αλλά όχι ίσοι με τον Θεό. Το μέρος της ισοθεΐας που κατέχουν οι άγιοι δεν είναι μηδενικό εν σχέσει προς την ισοθεΐα που φέρει η ανθρώπινη φύση του Χριστού. Αλλιώς δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος για θέωση των αγίων. Άλλο είναι το θέμα ότι ο Χριστός, ως θείο πρόσωπο, φέρει τη θεία φύση, το μεγαλύτερο (αν μπορούμε να το διατυπώσουμε έτσι) μέρος της οποίας είναι αμέθεκτο και δεν μπορεί να κατοικήσει, ούτε να αλληλεπιδράσει με την ανθρώπινη φύση. Η θεία φύση (*), κατά το μέρος που δεν είναι μεθεκτή, δεν συνεισφέρει στη θέωση της ανθρώπινης φύσης του Χριστού, ούτε βέβαια των αγίων.
Οι άγιοι κατέχουν συνήθως περίπου 10% της χάριτος της ισοθεΐας. Ο τίμιος Πρόδρομος κατέχει το 30% αποτελώντας το ανώτατο όριο αγιότητας των αγίων (τέτοιο είναι και το όριο αγιότητας των αγίων αγγέλων). Αλλά το 30% δεν αποτελεί κάποιο απόλυτο φράγμα. Η Θεοτόκος Μαρία κατέχει το 60%. Γι’ αυτό θεωρείται ότι βρίσκεται στο ενδιάμεσο μεταξύ του Θεού και της κτίσης. Ο Χριστός (κατά την ανθρώπινη φύση του) κατέχει το 100%. (Οι αριθμοί 30, 60, 100 αναφέρονται στην Αγία Γραφή: Ματθ., 13, 8). Αν μπορούσε να βρεθεί άνθρωπος άξιος να φέρει το 100% της χάριτος της ισοθεΐας, κανένα εμπόδιο προερχόμενο από τους περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης δεν θα υπήρχε. Διότι ακριβώς ο Χριστός θέωσε την ανθρώπινη φύση μέχρις ισοθεΐας.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος γράφει: «εγώ έκλαιον πολύ, ότι ουδείς άξιος ευρέθη ανοίξαι το βιβλίον…» (Αποκ., 5, 4). Πράγματι, επί δύο χιλιάδες χρόνια «ουδείς άξιος ευρέθη» να φέρει την χάρη της ισοθεΐας, αλλά τώρα «ευρέθη» (είναι ο προφητευόμενος Βασιλέας Ιωάννης). Έτσι «ετελέσθη το μυστήριο του Θεού» (Αποκ., 10, 7), δηλαδή του κατά χάρη Θεού. Στο δόγμα της Αγίας Τριάδας δεν υπάρχει καμία απολύτως αλλαγή. Το «αρνίον το εσφαγμένον» της Αποκάλυψης είναι ο προφητευόμενος Βασιλέας Ιωάννης. Δεν είναι ο Χριστός, παρότι το βιβλικό κείμενο είναι έτσι γραμμένο ώστε να εφαρμόζεται και στον Χριστό. Δεν είναι λανθασμένη η εφαρμογή του στον Χριστό. Η εφαρμογή στον Χριστό «έκρυψε» επί δύο χιλιάδες χρόνια το αληθινό νόημα του βιβλικού κειμένου, προκειμένου να τηρηθεί μυστικό μέχρι την εκπλήρωσή του.
Όταν ο απόστολος Ιωάννης γράφει «εγώ έκλαιον…» δεν αναφέρεται σε κάτι που είχε προ δεκαετιών ολοκληρωθεί (το λυτρωτικό έργο του Χριστού) και το οποίο ο απόστολος Ιωάννης είχε γνωρίσει από κοντά. Γράφει για κάτι μελλοντικό.
(Από κείμενο του προφητευόμενου)
Β) Η σχέση της αγιότητας της Θεοτόκου Μαρίας με την μητρότητα (ως μητέρα του Χριστού)
Η Θεοτόκος ήταν η μεγαλύτερη Αγία πριν ακόμα γεννήσει τον Χριστό. Από μικρή ηλικία είχε ξεπεράσει όλα τα πνευματικά μέτρα στα οποία έφθασαν ποτέ οι Άγιοι της Εκκλησίας. Η Θεοτόκος γέννησε σωματικά τον Σωτήρα Χριστό ΕΠΕΙΔΗ ήταν η μεγαλύτερη Αγία. Όχι αντίστροφα (δηλαδή, ΔΕΝ ισχύει ότι η Θεοτόκος είναι η μεγαλύτερη Αγία επειδή γέννησε τον Χριστό – άλλο το θέμα ότι εμείς τα συνδυάζουμε αυτά τα δύο). Απλά ήταν η πιο άξια να δωρίσει ανθρώπινο σώμα στον Υιό του Θεού.
Σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας, τον Χριστό γεννά κάθε αληθινά πιστός άνθρωπος στην καρδιά του. Κάθε πιστός θα ερωτηθεί μυστικά στην καρδιά του από τον Θεό αν θέλει να γεννήσει τον Χριστό στην καρδιά του. Κατά τούτο ο κάθε πιστός δεν διαφέρει από την Θεοτόκο. Η σωματική γέννηση του Χριστού από τη Θεοτόκο ήταν αναγκαία για τη σωτηρία του γένους των ανθρώπων, όχι όμως για το ύψος της αγιότητάς Της.
—
(*) Θεία φύση με διευρυμένη έννοια για να συμπεριλάβει όχι μόνο τη θεία ουσία (θεία φύση με την καθιερωμένη έννοια), αλλά και τις άκτιστες θείες ενέργειες που κι αυτές, ως άκτιστες, ανήκουν στη θεότητα (άγιος Γρηγόριος Παλαμάς).







