Τι γκαντεμιά μεγάλε μου
ηγέτη, σε μικρή
χώρα ηγέτης που έγινες,
μα με ιστορική
διαδρομή που πάνω σου
να πέφτουν οι σκιές
τόσων μεγάλων ηγετών,
με του Μέγα, βρε πες
το όνομά του, το ξεχνώ,
μα σου κάνω πλακίτσα,
του Μεγαλέξανδρου μωρέ
τσαχπίνικη μουρίτσα,
που αν θα ήταν δυνατόν
κάποιος να τον ξεχάσει,
γι αυτό και φαγωθήκατε
ο «γείτονας» να κάτσει
επάνω στο ιστορικό
των Μακεδόνων όνομα
δια να μη συγκρίνεστε
μ εκείνον και αυτόνομα
πια να κινείστε βγαίνοντας
έξω απ την ιστορία,
που αφού δεν διαφέρουν οι
λαοί και η παιδεία
η πολιτισμική του καθενός,
το ίδιο είναι όλοι
οι Αμερικανόδουλοι
που έχουν λάβει μπόλι.
Παρ ότι όμως σε μικρή
χώρα να γεννηθείς
σου έλαχε, μα σε μεγάλο
τζάκι εξ αρχής,
την πρόκληση από παιδί
είχες σαν μεγαλώσεις
την χώρα τούτη την μικρή
μια μέρα να την σώσεις,
παίρνοντας τα ηνία της,
όπως ένα παιδί
παίρνει το αυτοκίνητο
κρυφά σαν κοιμηθεί
το βράδυ ο πατέρας του
και πάει να το οδηγήσει
χωρίς να έχει δίπλωμα
και αφού τερματίσει
το γκάζι και ακροβατικά
κάνει κι άλλες μαγκιές
το φέρνει τούμπα και σκορπά
σε βίδες και αυτές
τις σκέψεις μέσα μου έκανα,
μα σε δικαιολογούσα,
σχολή οδήγησης κρατών
πού να’ βρεις και ανθούσα
σχολή πανεπιστημιακή
δια πρωθυπουργούς
ακόμα δεν θεσπίστηκε
δια τους τυχερούς,
σαν εσένα, που από γονείς
πολιτικούς γεννιούνται
κι είναι έτοιμοι πρωθυπουργοί ,
που μόλις σηκωθούνε
στα δυο πόδια δύνανται
να πάρουν εξουσία,
που τίποτε πιο εύκολο
απ’ την πρωθυπουργία
σε μια χώρα όπου κανείς
δεν ξέρει αλήθεια ποιος
την κυβερνά και πρώτος
όλων ο πρωθυπουργός.
Ετσι λοιπόν γεννήθηκες
σε μια χαοτική
χώρα που ανέκαθεν Θεό,
για να ισορροπεί
είχε και εσύ εσκέφθηκες
ότι όταν στα πράγματα
έρθεις μια μέρα τελικά
θα μάθεις σε όλους γράμματα,
άλλα από αυτά που ήξεραν,
άλλα θρησκευτικά,
άλλη ιστορία πιο απλή
για το ποιος αρχικά
τον νεσκαφέ ανακάλυψε
και το ιμάμ μπαϊλντί,
μα και άλλη ταυτόχρονα
αγωγή και ηθική,
για το ποιος είναι άνδρας και
το ποιος είναι γυναίκα
και ποιος είναι ενδιάμεσα
αυτών, που ως και δέκα
υπάρχουν ενδιάμεσες
αυτών κατηγορίες
με άλλα μίγματα ορμονών
μέσα στις αρτηρίες ,
μα που καμία στεγανώς
οριοθετημένη
δεν είναι και να αλλάζουνε
μπορούνε ορισμένοι
αν θέλουν και να γίνονται
από άνδρες γυναίκες,
μα και το αντίθετο ακριβώς
άλλοι, καθώς το σκέτες
γυναίκες κι άνδρες
που έχει για αιώνες το σενάριο
της ιστορίας κούρασε
και το ίδιο το τροπάριο
που ο ιερέας διάβαζε
στους γάμους, να φοβάται
τάχα τον άνδρα η γυνή
κι αλλήλους να αγαπάτε.
Πώς να το κάνουμε λοιπόν
πηγή είσαι εμπνεύσεως
των ποιητών, λογοτεχνών
και της θεϊκής νεμέσεως
ταυτόχρονα το όργανο
δια την τιμωρία
ενός λαού που νόμισε
πώς με δημοκρατία
εξασφαλίζεται
και δεν χρειάζεται άλλο
να προσπαθεί πιο εύρυθμο
να γίνει, πιο μεγάλο
στο πνεύμα του το έθνος του
και πιο χριστιανικό
και κάτσιασε στο κράτος του
μέσα το φτωχικό,
νομίζοντας τα χρήματα
τα λίγα ότι του φταίνε
κι όχι καρδιά που χουν σκληρή
όσοι στα λόγια λένε,
ότι είναι τάχα Ελληνες
και τάχα Χριστιανοί
κι έτσι χωρίς κριτήρια
χριστιανικά αυτοί
που εκλέγουν επιλέγουνε
λαμόγια και παιδιά
κομματικά ή αρχοντικά
με την μύτη ψηλά,
ποτέ που δεν δουλέψανε
και πήρανε πτυχία
χωρίς ποτέ να σκύψουνε
επάνω στα βιβλία,
να γίνουνε ηγέτες του,
ενώ είναι παιδάκια
κι ας γίνανε γονείς κι αυτοί,
παππούδες, παιχνιδάκια
πολιτικής που παίζουν στης
πατρίδας την καμπούρα
για να κερδίσουν από του
λαού τους την χασούρα.
Δεν φταις εσύ που άγιος
δεν έγινες πριν πάρεις
τόσες ευθύνες πάνω σου
και αντί ωσάν χαμάλης
να νοιώθεις, τις ξεπέταξες
και αδιάφορα σφυρίζεις
κι ενώ η χώρα καίγεται,
κάτι εσύ κερδίζεις.
Δεν φταις εσύ, όσο κι αν φταις,
γιατί το εργοστάσιο
βγάζει σαν σένα της ζωής
τόσο πολλούς, γυμνάσιο
της λαμογιάς που έγινε,
που βγάζει φαρισαίους
έτοιμους να αναλάβουνε
διοίκηση, ωραίους
στο σώμα, την εμφάνιση
και με όμορφα κοστούμια
καλοραμμένα πάνω τους,
όπου μια μουτσούνα
μαύρη τώρα προστέθηκε
στο στόμα, που τα ψέματα
που λεν να μην ακούγονται
πολύ κι ούτε τα βλέμματα
αυτών να πολυφαίνονται
και μασκοφορεμένοι
τώρα παντού εμφανίζονται
σαν τον Ζορρό ντυμένοι
αυτοί που τρώνε του λαού
το σκώτι, αντί εκδίκηση
να παίρνουν για την πάρτη του,
αυτοί οι ανεκδιήγητοι,
που τι λοιπόν να πει κανείς
για σένα ιδιαίτερο,
στους φαρισαίους μέσα
που συχνάζεις είναι αναίσθητο
από καιρό αυτό που οι
παλιοί λέγαν συνείδηση
και τώρα αν κάποιος λόγω αυτής
παραιτηθεί είναι είδηση .
Οσο λοιπόν με γαλλικά
πολλοί κι αν σε στολίζουν ,
ούτε κι αυτοί δεν σου κρατούν
κακία, που γνωρίζουν
κι αυτοί ακόμη πώς δεν φταις
που δεν είσαι αυτός,
που να είσαι θα έπρεπε,
μα φταίει κι ο λαός,
που αφέθηκε τόσο καιρό
να είναι διηρημένος,
μόνος καθείς να επαιτεί,
αντί αγκαλιασμένος
σε κάθε διεκδίκηση
να είναι όλοι ένα,
να έχουν μέσα τους Χριστό,
αγάπη μες το αίμα
που να κυλά, αντί να λέει
ποιος είναι μπολιασμένος
για να αγαπήσω ή να ρωτά
κάποιον τραυματισμένος
αν είναι, αν μπολιάστηκε
για να τον βοηθήσει,
σε ποια Βίβλο τα βρήκαμε
αυτά, που τάτσι μήτσι
και κότσι κατά τα λοιπά
με όλους συ τα βρίσκεις
έξω που σου γαβγίζουνε
κι άλλο να διεκδικήσεις
τα δίκαια πλέον δεν τολμάς
τα εθνικά κι εκεί
που θάλασσα η πατρίδα μας
έχει και απειλή
δεν διατρέχει από φωτιά
πάλι εσύ σκιαγμένος
από τους Τούρκους κρύβεσαι,
μην υποχρεωμένος
εις τον λαό σου και βρεθείς
για να αντιμετωπίσεις
εκείνους, που λιγότερα
μαζί τους να χωρίσεις
έχεις, απ’ όσα τελικά
χωρίζουνε εσένα
απ τους ανεμβολίαστους
και τον λαό σου, υπό ένα
πνεύμα που δεν θέλεις ποτέ
να τον ‘δει ς ενωμένον,
γιατί το τέλος θαν’ αυτό
όλων των επαρμένων
που με την μύτη αψηλά
πατούνε τους λαούς
κι όλους τους βλέπουνε όμοιους,
εκτός από αυτούς
που μπόλι δεν λαμβάνουνε
και δεν ειν’ δεδομένοι
κι όσο τους απειλείς εσύ
το αίμα ανεβαίνει
επάνω στο κεφάλι τους
και ξέρε το, η επανάσταση
θα έρθει εν τέλει απ’ αυτούς
και του έθνους η ανάσταση,
που δεν φοβούνται τους ιούς
και όσους τον Πιλάτο
κάνουν και όλο νίβονται
ότι δεν φταιν που κάτω
σταυροί συνέχεια στήνονται
δια να σταυρωθούνε
όσοι δεν θέλουν πριν σφαχτούν
να εμβολιαστούνε .
Κανείς λοιπόν αγόρι μου
δεν σου κρατά κακία
που κοτζαμπάσης έμεινες
στον νου και την καρδία
και δεν επίστεψες ποτέ
στου έθνους την επανάσταση
και του Χριστού πραγματικά
την θεϊκή Ανάσταση
κι αν στο ψευτορωμέϊκο
είσαι μια από τα ίδια,
τώρα που η Ελλάδα γέμισε
από αποκαϊδια
έρχεται μάλλον η ώρα σας
όλοι να πάρτε πόδι
κι αντί να βάλουν οι Ελληνες
μπόλι, να φύγετε όλοι
για εκεί όπου ανήκετε
στα ξένα, στα καζίνα
και στα άστρα, εξωγήϊνοι,
αρκεί απ την Αθήνα
να απέχετε όσο αυτά,
για να ‘στε αβλαβείς,
στους Ελληνες τουλάχιστον
και Χριστιανούς της γης.
Μα όπως διαφαίνεται
θα είσαι ο τελευταίος
εξ όλων των Μοϊκανών
της εξουσίας, δέος
που αισθάνονται μπρος τον λαό,
μα ξεχειλίζουν μέλι
όταν τους ξένους βλέπουνε,
γιατί αν η Ελλάδα μέλλει
να ζήσει, δεν μπορεί αυτό
να γίνει με εσένα
στην κορυφή και φθάσανε
στο πάτο πια, στο τέρμα
οι Ελληνες της υπομονής,
της πίστωσης του χρόνου
που έδιναν στους ηγέτες τους,
γιατί κανείς του μόχθου
άνθρωπος δεν θα μπορεί
να νοιώσει πια ασφάλεια
σε μια χώρα όπου ο Ελληνας
πρέπει να πάρει άδεια
για να ‘βγει από το σπίτι του
μα όχι για να μπει
στην χώρα του όποιος έρχεται
να εγκατασταθεί,
ξενοδοχείο διεθνές
της αποικιοκρατίας
της σύγχρονης που θέλουνε
μα και δουλεμπορίας
κέντρο αυτήν, αυτοί
που κυβερνούν τους πουλημένους
στα χρήματα ηγέτες των λαών
που κοιμισμένους,
αν με την τηλεόραση
τους είχαν τόσα χρόνια,
τώρα θέλουν στο σώμα τους
να μπουν και με τα εμβόλια .
Εφθασε ο κόμπος το λοιπόν
στο κτένι και κτενίσου
και τις φωτογραφίες σου βγάλε,
φωτογραφίσου,
γιατί η ώρα έφθασε
σελίδα για να αλλάξει
η ιστορία κι αν οι Ελληνες
και οι Χριστιανοί σε δράση
μπουν διεθνώς για να βρει αυτή
μελάνι και κουράγιο,
στη θέση σου προσμένουμε
να δούμε κάποιον Αγιο.
Το ξέρω όμως δεν ακούς
τι λέμε εμείς , αυτί
να ακούσεις τι λέει ο λαός
δεν στήνεις, γαλλιστί
που αν άρχισε να εκφράζεται
για σένα, πέρα βρέχει
όλη η Ελλάς που καίγεται
κι αρκεί εμβόλια να έχει
κάποιος σαν ξομολόγηση
και κοινωνία κάνει
πριν κοιμηθεί αιώνια,
που κι όλη να πεθάνει
η Ελλάδα δεν θα ‘ν τραγικό
εάν θα ‘χεις προλάβει
να τους μπολιάσεις έγκαιρα
όλους, που αν μεταλάβει
εμβόλιο πάει κανείς
ίσως σε μια άλλη διάσταση,
που ξέρεις όμως μόνο εσύ,
μα δεν το λες κι ανάστατοι
είναι όλοι οι εχέφρονες
που δεν κατανοούνε,
γιατί πριν να πεθάνουνε
πρέπει να μπολιαστούνε.
Το ξέρω όμως δεν σου άρεσαν
ποτέ οι ποιητές
κι ούτε και τα ποιήματα
μα μόνο οι φωτιές,
το ψήσιμο στο μπάρμπεκιου
και εις το παρασκήνιο
και τι καλά θα ήτανε
αν κάτω από τον ίσκιο
των ποιημάτων θα ΄βλεπαν
κι εκείνοι καθαρά
σαν σένα που ευρίσκονται
ψηλά, μα η αντηλιά
στα μάτια τους, τους κάνει να
κινούνται σαν τυφλοί,
που ψηλαφούν τα χρήματα,
μα δεν ακούν φωνή
Θεού, λαού, ναι τι καλά
θα ήταν τα ποιήματα
εάν τα πάντα θα άλλαζαν
με τα κοφτά τους ρήματα,
μα γνώριζε πώς από αυτά
γίνεται η αρχή
και πρώτα ο Θούριος γράφτηκε
του Ρήγα κι η ηρωϊκή
μετά έγινε Επανάσταση
του έθνους μας η πρώτη,
που δεύτερη χρειάζεται
δόση κι αυτή, καθότι
η πρώτη εξεθύμανε
και λείπουν τα αντισώματα
ενάντια εις τους ιούς
και τους γιούς αυτών που αξιώματα
έχουν και που ανεβαίνουνε
στους θρόνους των γονιών τους
προτού γνωρίσουνε καλά,
καλά τον εαυτό τους.-
ΣΠΥΡΟΣ ΑΛΕΞΕΛΛΗΝΟΣ



