Η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστη. Έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις για την φύση της θεοπνευστίας.
Υπάρχει η θεωρία της ΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ή ΚΑΤΑ ΓΡΑΜΜΑ (= κατά λέξη) θεοπνευστίας, σύμφωνα με την οποία «ο ιερός συγγραφέας αποβαίνει τυφλό όργανο του Αγίου Πνεύματος. Ενεργεί παθητικά και μηχανικά χωρίς αυτοσυνειδησία και αυτενέργεια. Το Άγιο Πνεύμα, το οποίο φωτίζει τον ιερό συγγραφέα, του αφαιρεί την προσωπικότητα, τον καθιστά απλό όργανο και υπαγορεύει την θεία βουλή και θέληση μέχρι και σε αυτές τις λέξεις και τα σημεία στίξης» (Νικολάου Ξεξάκη, καθηγητού πανεπιστήμιου Αθηνών, Προλεγόμενα εις την ορθόδοξον δογματικήν, Αθήναι 2000, σελ. 92 – αποδίδουμε το αρχικό κείμενο σε λίγο πιο απλή γλώσσα). Σε γενικές γραμμές, αυτή η θεωρία έχει απορριφθεί από την ορθόδοξη ακαδημαϊκή θεολογία, με επιχειρήματα που θα δούμε πιο κάτω (και τα οποία θα ανατρέψουμε).
Κατά τη θεωρία της μηχανικής ή κατά γράμμα θεοπνευστίας, ο Θεός έχει υπαγορεύσει κατά λέξη το κείμενο της Αγίας Γραφής.
Κρατούσα θεωρία θεοπνευστίας, στην σημερινή ακαδημαϊκή θεολογία, είναι η θεωρία της ΔΥΝΑΜΙΚΗΣ θεοπνευστίας (ή «κατʼ έννοια» θεοπνευστίας, σε αντιδιαστολή προς το «γράμμα»). Γνωρίσματά της είναι αφενός η ειδική επενέργεια του Αγίου Πνεύματος στους ιερούς συγγραφείς, αφετέρου η διατήρηση της αυτενέργειά τους. Δεν αίρεται, δηλαδή, η αυτενέργεια και η αυτοσυνειδησία των ιερών συγγραφέων, αλλά, όντας φωτισμένοι, συμμετέχουν ενεργά στην συγγραφή των ιερών κειμένων.
Κατά τη θεωρία της δυναμικής θεοπνευστίας, ο Θεός ΔΕΝ έχει υπαγορεύσει τις συγκεκριμένες λέξεις του κειμένου της Αγίας Γραφής.
Οι ανωτέρω προσεγγίσεις στο θέμα της θεοπνευστίας της Αγίας Γραφής ΔΕΝ αποδίδουν τον ΑΛΗΘΙΝΟ τρόπο με τον οποίο γράφτηκε η Αγία Γραφή.
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης κάνει λόγο για ΚΑΤΑ ΓΡΑΜΜΑ θεοπνευστία της Αγίας Γραφής: «το Πνεύμα το άγιον… και αυτά τα λόγια υπηγόρευσεν» (Πηδάλιο, υποσημείωση στον κανόνα ΠΕ των Αγίων Αποστόλων). Δηλαδή τα λόγια της Γραφής τα έχει υπαγορεύσει (κατά λέξη) το Άγιο Πνεύμα.
Η θεοπνευστία δεν κάτι που το έλαβαν μόνο οι συγγραφείς της Αγίας Γραφής. Δεν είναι ένα φαινόμενο που ξεκίνησε με τον Μωυσή, τον συγγραφέα των πρώτων βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης, και σταμάτησε πριν δύο χιλιάδες χρόνια με τη συγγραφή των βιβλίων της Καινής Διαθήκης. Είναι βίωμα όλων των Αγίων. Άρα δεν χρειαζόμαστε «θεωρίες» για το ερμηνεύσουμε. Χρειαζόμαστε απλά έναν άνθρωπο που να έχει τέτοια εμπειρία. Και υπάρχουν αρκετοί, ακόμη και στις ημέρες μας. Για παράδειγμα, η Γερόντισσα της Στερεάς Ελλάδας, της οποίας πολλά μηνύματα έχουν δημοσιευθεί στην Τρικλοποδιά (βλ. ΠΡΟΦΗΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ).
Δεν είναι ορθή η ταύτιση της μηχανικής θεοπνευστίας με την κατά γράμμα θεοπνευστία. Ποιός είπε ότι στην κατά γράμμα θεοπνευστία ο ιερός συγγραφέας αποβαίνει τυφλό όργανο του Αγίου Πνεύματος και ενεργεί παθητικά χωρίς αυτοσυνειδησία και αυτενέργεια; Αυτά τα λέει η ανθρώπινη φαντασία που δεν καταλαβαίνει πώς λειτουργεί η θεοπνευστία. Δεν είναι έτσι στην πραγματικότητα.
Μηχανική θεοπνευστία δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει θεοπνευστία στην οποία ο συγγραφέας «ενεργεί παθητικά και μηχανικά χωρίς αυτοσυνειδησία και αυτενέργεια».
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης λέει: «Έμπνευσις [εστι] κίνησις εσωτερική, υπό της οποίας διεγείρεται τις θεόθεν ή να ειπή, ή να πράξη τι, χωρίς να παραβλάπτηται ο νους ή το αυτεξούσιον της θελήσεώς του». «Έμπνευσις» είναι αυτό που εμείς αποκαλούμε θεοπνευστία. Δεν παραβλάπτεται ο νους («χωρίς να παραβλάπτηται ο νους»), που σημαίνει ότι διατηρείται η αυτοσυνειδησία. Ο ιερός συγγραφέας έχει πλήρη συνείδηση του μυστηρίου στο οποίο συμμετέχει. Αντιλαμβάνεται συνειδητά τους λόγους του Θεού που του παρέχονται. Επειδή οι λόγοι αυτοί δεν είναι δικοί του, μπορεί να μαθαίνει νέα πράγματα που δεν γνώριζε! Διότι άλλος ομιλεί διʼ αυτού, ο Θεός.
Ταυτόχρονα διατηρεί, την ελευθερία να «συνεργαστεί» ή όχι με τον Θεό. Δεν έχει κάποιο λόγο να μην συνεργαστεί. Έχει όμως τη δυνατότητα να αρνηθεί. Επομένως υπάρχει και διατήρηση του αυτεξουσίου του ιερού συγγραφέα. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην έναρξη, αλλά καθʼ όλη τη διάρκεια της θεόπνευστης καταγραφής των θείων λόγων, μέχρι το τέλος. Η συνεχής διατήρηση του αυτεξουσίου οδηγεί σε κάποιας μορφής αυτενέργεια του συγγραφέα, διότι παραχωρεί συνεχώς την άδεια στον Θεό να δράσει μέσα του. Εκεί, πάντως, τελειώνει το θέμα της αυτενέργειας.
Η καθʼ αυτή αυτενέργεια, που σχετίζεται με τα θεόπνευστα λόγια, πράγματι αίρεται (παύει να υπάρχει). Ο συγγραφέας καθοδηγείται με έναν δυναμικό τρόπο από τον ίδιο τον Θεό. Το βίωμα είναι τόσο γνήσιο και βαθύ, τόσο εναρμονισμένο με την όλη προσωπικότητα του συγγραφέα, που οι λέξεις «παθητικά και μηχανικά» δεν μπορούν να το εκφράσουν ορθά. Ο ιερός συγγραφέας μπορεί να δίνει συνεχώς την έγκριση στον Θεό να δράσει, αλλά δεν είναι σε θέση να διατυπώσει μόνος του οτιδήποτε.
Το Άγιο Πνεύμα δεν είναι ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής που διαλέγει κάποιον άνθρωπο για να… εκτυπώσει τον θείο λόγο. Το Άγιο Πνεύμα, που είναι Θεός, γνωρίζει την παραμικρή λεπτομέρεια κάθε πτυχής της προσωπικότητας, της ζωής, των γνώσεων κτλ. όλων των ανθρώπων. Άρα όταν ένας ιερός συγγραφέας κάποιου βιβλίου της Αγίας Γραφής (ή άλλου κειμένου) λαμβάνει θεόπνευστα λόγια μέσω της δράσης του Αγίου Πνεύματος, αυτά τα λόγια είναι πλήρως εναρμονισμένα με την προσωπικότητα και τις γνώσεις του ιερού συγγραφέα. Ο συγγραφέας τα αναγνωρίζει ως δικά του, παρότι γνωρίζει ότι δεν είναι δικά του. Γιʼ αυτό κάθε θεόπνευστο κείμενο ανακλά την προσωπικότητα του συγγραφέα του, χωρίς ωστόσο να προέρχεται από αυτόν. Προέρχεται από τον Θεό, το Άγιο Πνεύμα, που όχι μόνο γνωρίζει τα πάντα, αλλά και δίνει την διατύπωση που ταιριάζει στον συγκεκριμένο άνθρωπο (συγγραφέα). ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΔΕΝ ΑΦΑΙΡΕΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ, ΑΛΛΆ ΤΗΝ ΕΝΙΣΧΥΕΙ.
Ας δούμε τώρα τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται για την απόρριψη της κατά γράμμα (= κατά λέξη) θεοπνευστίας της Αγίας Γραφής.
1. Η θεωρία της κατά γράμμα θεοπνευστίας εξισώνει όλα τα νοήματα της Αγίας Γραφής, ως προς την αξία και τη σημασία τους (θέματα πίστεως, πληροφορίες χρονολογικές, ιστορικές, γεωγραφικές).
2. Υποτάσσει τον Θεό στο γράμμα. Καθιστά την Γραφή τρόπον τινά νομικό βιβλίο, περικλείοντας μέσα του τον Θεό, ενώ ο Θεός είναι πνεύμα.
3. Η αυτενέργεια των ιερών συγγραφέων, την οποία αρνείται η θεωρία αυτή, προσδιορίζεται από εσωτερικές μαρτυρίες των ιερών κειμένων. Για παράδειγμα η αρχή του κατά Λουκάν Ευαγγελίου (Λουκ. 1, 1-4).
4. Η ορθόδοξη Εκκλησία επιτρέπει τις μεταφράσεις της Αγίας Γραφής. Εάν δεχόταν την κατά γράμμα θεοπνευστία, πώς θα ήταν δυνατό να αντικατασταθούν οι λέξεις, οι οποίες προέρχονται εκ του Θεού;
5. Η ορθόδοξη θεολογία δεν αντιτίθεται στην κριτική επεξεργασία του κειμένου της Αγίας Γραφής, με την έννοια της αποκαταστάσεως του πρωτοτύπου, το οποίο με την πάροδο του χρόνου υπέστη παραφθορά.
ΣΤΑ ΠΕΝΤΕ ΑΥΤΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΔΙΝΟΥΜΕ, ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΑ, ΤΙΣ ΑΚΟΛΟΥΘΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ:
1. Η εξίσωση ως προς την αξία και σημασία των θεμάτων πίστεως με τις άλλες πληροφορίες (π.χ. γεωγραφικές) δηλώνει ότι δεν έχουμε καταλάβει ποιά είναι η αληθινή φύση των άλλων πληροφοριών. Οι χρονολογικές, ιστορικές, γεωγραφικές κτλ. πληροφορίες δεν έχουν μόνο περιφερειακό χαρακτήρα που πλαισιώνουν την διήγηση. Αυτό ισχύει στην κατά γράμμα ερμηνεία της Αγίας Γραφής. Η ΚΑΤΑ ΓΡΑΜΜΑ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΠΟΥ ΑΠΕΥΘΥΝΕΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΑΡΧΑΡΙΟΥΣ. Η βαθύτερη, πραγματική ερμηνεία της Γραφής είναι πνευματική, στην οποία όλες οι δευτερεύουσες γεωγραφικές κτλ. πληροφορίες αποκτούν άλλο νόημα (μεταφορικό, αλληγορικό) και η αξία τους αναβαθμίζεται κατακόρυφα, διότι περιγράφουν (ενδεχομένως μαζί με άλλα χωρία της Γραφής) πνευματικά ζητήματα με πολύ βαθύ χαρακτήρα. Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ ΕΙΝΑΙ Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑ (αυτό δεν σημαίνει ότι αμφισβητούμε τον ιστορικό κτλ. χαρακτήρα των πληροφοριών). Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν ερμηνεύουν μόνο κατά γράμμα την Γραφή, αλλά και μεταφορικά (πνευματικά), αν και το μεγαλύτερο μέρος αυτής της μεταφορικής ερμηνείας δεν έχει ποτέ καταγραφεί σε χαρτί (μεγάλο μέρος της Παράδοσης παραμένει μέχρι σήμερα ΑΓΡΑΦΟ). Το ανακαλύπτει, δια του Αγίου Πνεύματος, ο εκάστοτε άνθρωπος που ο Θεός κρίνει άξιο για κάτι τέτοιο.
2. Η υποταγή του Θεού στο γράμμα προϋποθέτει ότι εμείς οι ίδιοι έχουμε εγκλωβιστεί στην κατά γράμμα ερμηνεία της Αγίας Γραφής. Αλλά είπαμε ότι αυτή είναι μια εισαγωγική ερμηνεία. Τι είδους υποταγή του Θεού στο γράμμα έχουμε, όταν η αληθινή ερμηνεία του «γράμματος» της Γραφής είναι απρόσιτη (ως πνευματική) στον συνηθισμένο άνθρωπο και αποκαλύπτεται μόνον στους πνευματικά προχωρημένους; Το «γράμμα», πίσω από το οποίο κρύβεται ο Θεός, μετατρέπεται σε «πνεύμα» (=πνευματική ερμηνεία) όταν ο Θεός – που είναι Πνεύμα – αποκαλυφθεί σε έναν συγκεκριμένο άνθρωπο και του διανοίξει τον νου «του συνιέναι τας γραφάς» (Λουκ., 24, 45).
3. Το ότι σε κάποια σημεία της Αγίας Γραφής υποδηλώνεται η αυτενέργεια των ιερών συγγραφέων ΔΕΝ συνεπάγεται ότι όντως υπάρχει αυτενέργεια. Συνεπάγεται μόνο την ανυπαρξία της μηχανικής (απρόσωπης) θεοπνευστίας. Όπως γράψαμε, ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΔΕΝ ΑΦΑΙΡΕΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ, ΑΛΛΑ ΤΗΝ ΕΝΙΣΧΥΕΙ. Το Άγιο Πνεύμα υπαγορεύει λόγια που είναι συμβατά με την προσωπικότητα του συγγραφέα. Αν, για παράδειγμα, ο συγγραφέας έχει ανησυχία, γενικά στη ζωή του, σχετικά με το αν εξέφρασε καλά όσα ήθελε να πει, αυτό το χαρακτηριστικό του χαρακτήρα του μπορεί να εκδηλωθεί και στο θεόπνευστο γραπτό (βλ. το τέλος του βιβλίου Βʼ Μακκαβαίων). Θα είναι κι αυτό θεόπνευστο. Και θα έχει βέβαια και κάποιο διδακτικό μήνυμα για τους αποδέκτες του θεόπνευστου κειμένου.
4. Στο ζήτημα των μεταφράσεων της Αγίας Γραφής, θα επαναλάβουμε ότι η θεοπνευστία δεν είναι κάτι που το έλαβαν μόνο οι συγγραφείς της Αγίας Γραφής. Είναι βίωμα όλων των Αγίων (μάλιστα μπορεί να δοθεί και σε συνηθισμένους ανθρώπους, ακόμη και ασεβείς – βλ. την περίπτωση του Βαλαάμ, Αριθμ., 22, 5 επ.). Άρα μπορεί να δοθεί εκ νέου σε κάθε περίπτωση που ο Θεός κρίνει ότι είναι αναγκαία η θεοπνευστία. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε μετάφραση είναι θεόπνευστη. Το αν μια μετάφραση είναι ή όχι θεόπνευστη μπορεί να το κρίνει μόνον ένας θεοφόρος άνθρωπος.
5. Το κείμενο της Αγίας Γραφής που έχουμε στα χέρια μας δεν είναι ακριβώς εκείνο που γράφτηκε αρχικά, διότι με το πέρασμα των αιώνων, η διαδοχική χειρόγραφη αντιγραφή του κειμένου οδήγησε (άλλοτε ακούσια, άλλοτε εκούσια) σε αλλαγές, τροποποιήσεις, απαλοιφή ή και προσθήκη κάποιων λέξεων ή φράσεων (πάντως, γενικά, οι αλλαγές είναι μικρές). Στην επιστήμη είναι γνωστές οι διάφορες παραλλαγές του κειμένου, τουλάχιστον αυτές που σώζονται μέχρι σήμερα. Ποιό είναι, τότε, το αρχικό θεόπνευστο κείμενο; ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ (πλην εκείνων που έχουν δεχθεί κάποια αποκάλυψη από τον Θεό σχετική με το θέμα). Άρα μήπως δεν έχει τόση σημασία η κατά γράμμα θεοπνευστία και μπορούμε να αρκεστούμε στην «κατʼ έννοια» θεοπνευστία (= «δυναμική» θεοπνευστία);
Αυτό το ερώτημα έχει σχέση με τον αποδέκτη του κειμένου, τον εκάστοτε αναγνώστη. Πράγματι, για τον συνήθη χριστιανό, το να νομίζει (έστω κι αν δεν είναι έτσι) ότι η θεοπνευστία της Γραφής δεν σχετίζεται με τις λέξεις, αλλά με τα νοήματα (κατʼ έννοια θεοπνευστία) μπορεί να αποδειχθεί ωφέλιμο, προκειμένου να μην προσκολλάται στις λέξεις και χάσει έτσι την ουσία. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η Αγία Γραφή δεν γράφτηκε με την κατά γράμμα θεοπνευστία.
Πάντως ας σημειώσουμε ότι η κατά γράμμα θεοπνευστία είναι μεν η κύρια μορφή θεοπνευστίας με την οποία γράφτηκε η Αγία Γραφή, αλλά δεν είναι η μόνη. Υπάρχουν μερικά τμήματα τα οποία γράφτηκαν με την άλλη μορφή θεοπνευστίας, την «κατʼ έννοια» θεοπνευστία, όπως η περικοπή Αʼ Κορ, 7, 25-40: «Περί δε των παρθένων επιταγήν Κυρίου ουκ έχω, γνώμην δε δίδωμι…». Η τελευταία φράση της περικοπής «δοκώ δε καγώ Πνεύμα Θεού έχειν» (Αʼ Κορ, 7, 40) υποδηλώνει την «κατʼ έννοια» θεοπνευστία. Πρόκειται όμως για εξαιρέσεις και όχι για τον κανόνα.
Η ίδια η ύπαρξη παραλλαγών του κειμένου σχετίζεται με την βαθύτερη ερμηνεία της Γραφής. Ένας στίχος (ή και μία μόνο λέξη) εμπεριέχει όχι μόνον ένα νόημα αλλά μια δέσμη νοημάτων. Οι παραλλαγές του κειμένου της Αγίας Γραφής αποτελούν τμήμα αυτής της δέσμης νοημάτων (ακόμη κι αν παραβιάζουν το αρχικό κείμενο – εδώ υποκρύπτεται ένα μυστήριο που δεν θα θίξουμε). Όμως αυτή η προσέγγιση των πραγμάτων προϋποθέτει το αγιοπνευματικό άνοιγμα του νου «του συνιέναι τας γραφάς» (Λουκ., 24, 45).








