Η ανθρωπότητα ακροβατεί
σε τεντωμένο σχοινί.
Αεροβατεί, κυνηγώντας τον θύτη,
χαμένη στην τύρβη της άγνοιας
και της αμάθειας, ως σύνηθες θύμα…
Παράνοια μήπως και άνοια (;)
στοχοποιεί την ελεύθερη σκέψη,
διαρρηγνύοντας τα ιμάτια
της παραφροσύνης και της μισανθρωπίας,
σ’ ένα παιχνίδι ανελέητου πειθαναγκασμού.
Το παράλογο φιγουράρει ως ορθό,
το ψεύτικο ξεδιάντροπα σκυλεύει
της αλήθειας τον ανθό,
και το θρασύδειλο κορδώνεται,
ως τολμηρό.
Ψυχή και πνεύμα καρκινοβατούν
σ’ αναθυμιάσεις βρώμικης χλιδής.
Ο λόγος ασφυκτιά,
καθώς, ρακένδυτος, πεζοπορεί στην ερημιά,
κυνηγημένος από ανήμερα θεριά.
Η ανθρωπότητα, στο χείλος του γκρεμού,
απεγνωσμένα, τα χέρια της υψώνει.
Αλλήθωρη τρεκλίζει, κάτω απ’ της απειλής τον κουρνιαχτό.
Λησμόνησε Αυτόν, που, για τη σωτηρία της,
τα χέρια άπλωσε στον ξύλινο Σταυρό.
Α.Π.




