Συναντηθήκαμε αναπάντεχα στην πλατεία Νταμ .Θα ήταν αδύνατον να συναντηθείς εκεί χωρίς ραντεβού με κάποιον γνωστό σου από τα παλιά ,μέσα στο άναρχο πλήθος που σεργιάνιζε χωρίς σκοπό .Αλλά να που οι νόμοι των πιθανοτήτων ανασχέθηκαν κι αυτοί μπροστά στο φράγμα, -αυτό σημαίνει στα ολλανδικά το όνομα της κεντρικής πλατείας του Άμστερνταμ- έχοντας αποκτήσει κι αυτοί αποκτώντας μια πλατύχωρη κι ελαστικότερη θέαση των ενδεχομένων τους. Πολλά χρόνια είχαν μεσολαβήσει από την τελευταία μας αντάμωση κι αυτό ικανό ήταν στοιχείο σε μένα ,για να μπορεσω να διακρίνω στο πρόσωπό της κάτι το καινούριο .Μολονότι διατηρούσε μια λευκή φρεσκάδα νεανικότητας ,ένα μαύρο ωστόσο κενότητας στίγμα τοξευόταν από το βλέμμα ,που σε διαπερνούσε ανατριχιαστικά .Κάτι μέσα της είχε αλλοιωθεί και ανέβλυζε σαν πίσσα από τα μάτια .Η σκέψη που αυθόρμητα έκανα τότε ,ήταν πως τούτο το φάσμα που ξεπρόβαλλε αδυσώπητο και μέλαν από τα έγκατα της υπάρξεώς της ,ταίριαζε απόλυτα με το σημαινόμενο του σπανίου ονόματος που είχε ,Μελαινώρα .Θαρρείς και της δόθηκε αυτό το όνομα για να την ωθήσει σε μια ξέφρενη καταδίωξη κάποιου μελανοστρώματος, όπως δήλωνε το πρώτο συνθετικό του. Κι αυτό εξελισσόταν ,όσο το δεύτερο συνθετικό ωρίμαζε τη συγκυρία του προφτάσματος του νέφους αυτού ,που θα την κατάπινε με το σφιχταγκάλιασμα του ερρέβους του .΄Ύστερα από τον θερμό χαιρετισμό ,μου πρότεινε να καθήσουμε σ’ένα από τα τα διακόσια coffee shops του Άμστερνταμ ,για το οποίο είχε καλές κριτικές από φίλους .Η αλήθεια είναι ,ότι με αιφνίδίασε η πρότασή της .Την γνώριζα από παλιά και ήξερα πως διατηρούσε πάντα επιφυλάξεις για οτιδήποτε παρεξέκλινε έναντι των καθιερωμένων προτύπων συμπεριφοράς. Ωστόσο όμως ,λίγο η δική μου περιέργεια για τα ειδικά αυτά στέκια των Ολλανδών, λίγο τα καινά ήθη που έβλεπα να εκδηλώνονται στην συμπεριφορά της παλιάς μου γνώριμης , έκαμψαν το δισταγμό μου.
Η Μελαινώρα παρήγγειλε ένα space-cake ,ελληνιστί διαστημικό τσουρέκι ενώ παράλληλα άρχισε να στρίβει ένα τσιγάρο απ’αυτά που προσέφερε το κατάστημα .Εγώ αρκέστηκα σ’έναν καφέ .Θυμάμαι πως μου είπε :«Βλέπω ότι δεν ξέσφιξες τα λουριά των συνηθειών σου .Είμαστε στο Άμστερνταμ ,θυμίσου πως εδώ όλα τούτα είναι και νόμιμα». Αυθόρμητα αντέτεινα μια ατάκα ,πιο πολύ ως αμήχανο λογοπαίγνιο ,«ναι αλλά το νόμιμο δεν είναι και ηθικό». Έβαλε τα γέλια και με κραυγαλέα πια στον τρόπο ,τα στοιχεία της νέας κοσμοθεάσεως που την συνείχε ,είπε: «Και τί είναι ηθική βάση; Μήπως ο μανδύας του καλού ;Εφόσον το καλό είναι ό,τι κατά πλειοψηφία οι άνθρωποι αποφασίζουν για τη ζωή τους ως νόμο που θα διέπει στις σχέσεις τους .Τότε το καλό δεν είναι παρά μια μόδα ,δηλαδή έχει σχετική αξία .Θεσμίζεται πάντα από την ισχύ των περισσοτέρων .Η πρόκληση είναι πως θα κατασκευάσεις αυτή την πλειοψηφία. Δημοκρατία το λεν τούτο».Την παρακολουθούσα αποσβολωμένος από τον κυνισμό των λεγομένων της και της απάντησα:«Υπάρχει όμως και το κριτήριο της αληθείας ,στην αρχαία Ελλάδα ήταν το κοινωνείν, δηλαδή η κοινωνική επαλήθευση της εμπειρίας των σχέσεων ,όπου (1)πάντες ομοδοξούσι και έκαστος επιμαρτυρεί .Στο χριστιανικό κόσμο ,το κριτήριο αληθείας βρίσκει την κορύφωσή του στην ανιδιοτελή αγάπη και επαληθεύεται, στο σταυρό και στο μαρτύριο του Χριστού υπέρ του κόσμου …» Είχα κι άλλα να πω όμως με πρόλαβε με μια απρόσμενη στο λόγο βιάση που δεν μου άφηνε περιθώρεια να συνεχίσω. «Έχεις ποτέ αναρρωτηθεί ότι όποιος αναζητά αλήθειες, διακρίνεται από την μονομανία του στόχου του ;Ετσι όμως δεν βλέπει ούτε αυτά που βρίσκονται μπροστά
του .Αναζητά χωρίς να βρίσκει .Θολώνει τον ορίζοντά του από τον μεγαλοϊδεατισμό των αποκαλύψεων που ίσως δεν έλθουν».
Δε γνωρίζω ακριβώς την αιτία ,αλλά εκείνη τη στιγμή μου ήρθαν στο νου οι στίχοι (2)Ρηχά τα όνειρά σου /όπως κι αυτοί που βίδωσαν /τη μαλθακή καρδιά σου. Την είχα αφήσει να ξετυλίγει αυτόν τον ιδιότυπο μονόλογο ,που ομολογούσε ωστόσο τα χαρακτηριστικά της νέας Μελαινώρας ,όπως δεν την είχα μέχρι τότε γνωρίσει .«Έχεις ακούσει κάτι που λένε στην ανατολή ,(3)το αντίθετο κάθε αληθείας είναι εξίσου αληθινό … όλα είναι μονόπλευρα ,όλα είναι μισά ,όλα στερημένα από την ολότητα ,τη σφαιρικότητα, την ενότητα .Το παιδί είναι και ενήλικος ,ο άνδρας έχει μέσα του τη γυναίκα ,η γυναίκα κατακλυζεται από τον άνδρα ,το έλλογον συμφύρεται με το άλογον .Κάθε τι που που φαίνεται να ακτινοβολεί οντολογικά ,δεν είναι παρά η επαγωγική της σκέψεως φόρτιση επί του κοσμικού προσκηνίου .Αν κάποιος επιθυμεί να αναιρέσει κάθε πλάνη ,πρέπει να σχετικοποιεί τα πάντα ».
Είχα ήδη αρχίσει να ζαλίζομαι μέσα στο πηρωτικό για το νου σύννεφο καπνού ,που πλανιόταν τριγύρω στα κεφάλια μας .Καθώς ολοκλήρωσε τα λόγια της ,έδωσε μια δυνατή ρουφηξιά στο τσιγάρο που κρατούσε κι ακολούθως απέστειλλε με δύναμη στο πρόσωπό μου το περιεχόμενο από τα πνευμόνια της .Αυτό που θυμάμαι είναι ότι ο έντονος ερεθισμός του ντουμανιού έσκασε σαν αστραποβολή στο πρόσωπό μου και με συνεπήρε σ’έναν μετ’ενυπνίου λήθαργο .Καθώς βυθιζόμουν σε κάποιο πηγάδι, αιωρούμενος στου σκοταδιού τη πηχτή πίσσα ,η όψη της Μελαινώρας ξεμάκραινε ολοένα και το έλάχιστο φως του στομίου γινόταν φωτεινή κουκίδα και χανόταν . Άκουγα τη φωνή της να μου αντιλαλεί από ψηλά : «καλοτάξιδος».
Στεκόμουν όρθιος μέσα σ’ένα αλλόκοτο περιβάλλον .Μια δριμεία μυρουδιά από θειάφι, βελόνιζε τα ρουθούνια .Το φως μελιχρό ανέδιδε παλλομένους ιριδισμούς, πασχίζοντας να ξεκορμίσει αδιάπτωτο ,μέσα στην απόλυτη κατίσχυση του σκοταδιού .Οι ελάχιστες αστραπιαίες ελλάμψεις του ,ενίσχυαν την τρομακτικά απόκοσμη εικόνα που αναδεικνυόταν ,ωστόσο ακαριάία εξέπιπτε και πάλι στο έρρεβος .Οι σκιές ενδύονταν ένα μακρύ ατελείωτο μανδύα ,που εξήπτε της φαντασίας τον οργιασμό ώστε τούτη να μπαίνει στον πειρασμό και να υποθέτει πως οτιδήποτε το πιο τερατώδες θα μπορούσε να κρύπτεται αποκάτω σ’αυτόν .Βαθμιαία κατάφερα να εντοπίσω την αιτία των τρομακτικών αστραπών ,που τις συνόδευε ένας χθόνιος βρυχηθμός .Κάποιο ηφαίστειο βρισκόταν σε απόσταση αμεσότητας κινδύνου ,για κάθε τι που ζούσε εκεί κοντά .Ή μήπως άραγε δεν ζούσε ;Μια τεράστια κωνική σκιά που πυοροούσε μάγμα και δύσοσμα νέφη αερίων, στεκόταν μπροστά μου .Άρχισα να απαγγέλλω με φωνή πάλλουσα από τον τρόμο, στίχους από έναν Πυθιόνικο .Για την σώψυχη αυτή εκδήλωση ,πιθανόν να ευθυνόταν η εντυπωσιακή αρμογή του περιεχόμενου των στίχων προς το περιβάλλον, ίσως ακόμη και η λανθάνουσα γνώση ότι βρισκόμουν σε ανάλογη με την Πυθία από τα βότανα έκσταση, πάνω σε τρίποδα χρησμών . (4)«Και τους τρομακτικούς κρουνούς του Ηφαίστου /εκείνο το θεριό ψηλά τινάζει /θέαμα αλλόκοτο να το αντικρύσεις /φριχτό και μόνο απ’όσους έτυχαν εκεί ν’ακούσεις.»
Καθώς μόνος μου στεκόμουν ,περιζωσμένος από σκοτεινή διάθεση και με το περιθώρειο της αγνοίας μου για την φρίκη που αντίκρυζα διαρκώς να μεγαλώνει ,μια αμυδρή σκέψη
πέρασε κεραυνοβόλα από το νου .Πως όλα τούτα ήταν ένας κόσμος παλίμψηστος, καταχωσμένος στα έγκατα της ψυχής από τις γραφίδες των αισθητηρίων της ,που πάντοτε επιποθούν να καταγράφουν φωτεινές αναδεύσεις με τις ακριές τους . Στήνεται ένας νέος κόσμος πάνω στο παλιό κι η πλημυρίδα της ψυχής για τα ψηλότερα δώματα τον κατακυριεύει ευφρόσυνα .Όμως ο παλιός κόσμος εξακολουθεί να υπάρχει κι η άμπωτη δεν βραδύνει με την πτώση της να επαναφέρει την ψυχή κολαστικά στον φλογισμό του Ταρτάρου .
Άκουσα πίσω μου βήματα να με πλησιάζουν .Ξάφνου το σκοτάδι ξέβρασε μια μορφή ανθρώπου με ολόλευκη γεννιάδα και σχισμένο ποδήρη χιτώνα .Ήταν τυφλός και κρατούσε ένα ξύλινο ραβδί .Στις κόγχες των ματιών του έχασκαν δυό τρύπες ολόγεμες άβυσσο .Η παρουσία μου ,έγινε αντιληπτή σ’αυτόν κι έσπευσε ασθμαίνοντας να με συναντήσει αποζητώντας διψασμένα την ανθρώπινη συντροφιά .«Ξένε δεν μπορώ να σ’αντικρύσω ,όμως η αύρα σου λαλεί πιο πύρινα κι απ’την ανάσα του ηφαιστείου .Δεν είσαι του κόσμου τούτου κι όμως σαν νάχεις μου φαίνεται μέσα σου την μαγιά για να φουσκώσεις τη λύμη του».Μου μιλούσε έχοντας το κεφάλι του στραμμένο ολόισια στο πρόσωπό μου ,θαρρείς και μ’εβλεπε με τα ανύπαρκτα μάτια του .«Ποιος είσαι»; τον ρώτησα ,«τι είναι αυτός ο τόπος»; « Είμαι ο Τειρεσίας ο αόμματος μάντης από την Θήβα, διαρκώς περιδιαβαίνω το κόσμο των νεκρών ,την τέχνη του οιωνοσκόπου ασκώντας κι επισκοπώ νεκρών και ζωντανών τις πολιτείες .Εδώ που βρέθηκες είναι ο φυσικός χώρος των νεκρών ,όπου πάντες ομονοούν πως της στιγμής η έλευση είναι το πέρας του τέλους, μα την ίδια στιγμή η γέενα αναπηδά και μια νέα αρχή του τέλους ξεκινά κάνοντας τον θάνατο αθάνατο .Εδώ μην ψάχνεις χρόνο ,ο ποταμός βρίσκεται την ίδια στιγμή παντού, στις πηγές και στις εκβολές, στα υψίπεδα και στις κοιλάδες ,στους άναρχους στροβίλους του καταρράκτη και στην λιμναία ηρεμία της πλατιάς κοίτης του ,παντού και συγχρόνως. Εδώ υπάρχει μονάχα η φλογερή ανάσα του παρόντος .
Ούτε η σκιά του παρελθόντος δροσίζει με τις μνήμες του, μα και καμιά του μέλλοντος ελπίδα υπάρχει για να κουφίζει το τώρα .Εσύ όμως πως βρέθηκες εδώ ;Έχω να δω άνθρωπο του κόσμου σου από τότε που ο πολυμήχανος Οδυσσέας μέσα στης απελπισιάς του το μαύρο μαγνάδι τυλιγμένος ,ήρθε για να με ρωτήσει ,μετά τα τόσα δεινά που είχε πέρασει, τι θάταν εκείνο που του έμελλε ακόμη να ζήσει προκειμένου να βρει το δρόμο του προς την Ιθάκη.Μήπως και συ Οδυσσειακή πορεία διέτρεξες και τα βήματα εκείνου του θαλασσομάχου ακολούθησες μέχρις εδώ ,για να ρωτήσεις για τη δική σου Ιθάκη»; «Μιας μελαίνης ώρας η ανέγνοια πνοή και το γέλιο ,με έριξε σε βαθύ πηγάδι σκοτεινό και της Πυθίας το θυμίαμα στην παρυπόστατη του κόσμου τούτου μ’έστειλε τύρβη .Υπάρχεις στ’αλήθεια Τειρεσία ή όχι»; Ο λόγος μου πρέπει να είχε ενσωματώσει το τρόμο που με διακατείχε ,γιατί ευθύς ο συνομιλητής μου πράυνε την μέχρι τότε αλλοκοσμικά πομπώδη φωνή του .«Σε άκουσα να απαγγέλεις Πυθιόνικο κατεβαίνοντας εδώ .Θα σου πω και γω τούτο:(5)Γένοιτο οίος έσσι μαθών .Γίνε αυτό που πραγματικά είσαι μαθαίνοντας .Γιατί αυτό που είσαι είναι πραγματική κι ακεραία του Θεού δημιουργία ,με κανόνες δικούς Του .Όμως αρνούμενος την μαθητεία σ’αυτούς γίνεσαι τυφλός μέσα στο δικό Του σύστημα περιδιαβαίνοντας .Αναβλέπεις εφόσον αυτοθέλητα προσπέσεις στην φροντίδα για να το ανιχνεύσεις σαν μαθητής Του πιστός .Καιρός λοιπόν να μάθεις από την χώρα των νεκρών ,εκείνων που διάλεξαν με την θέλησή τους να παραμείνουν αμαθείς .Την φρόνησή σου αν έχεις ακμαία και τούτα που θα σου δείξω αν μάθεις ,τότε
δεν θα πεθάνεις ,πριν και μετά τον θάνατό σου .Την αβάσταγη του Άδη ταραχή μακράν σου θα κρατήσεις Γιατί κανένας του Άδη δεν του πρέπει άνθρωπος ,ξένος περιφέρεται εκεί και (6)ουκ έχει την κεφαλή πού κλίνη, κλονίζεται η φύση του ως ξένη ,μισουμένη από του θανάτου το ξένον .»
Στράφηκε προς την κατεύθυνση του ηφαιστείου εκτείνοντας τα χέρια. Άρχισαν βαθμιαία τότε να ξεπροβάλλουν ανάερα μέσα σ’ένα υποκίτρινο σύννεφο οραματικές εικόνες ανθρώπων ,κινούμενες όχι κατά φυσικό αλλά με απόκοσμο κλονώδη τρόπο ,έτσι που κάποιος παροξυσμός ανατριχίλας διαπερνούσε τον κορμό μου απ’άκρη σ’άκρη.Ένα όραμα αναδεικνυόταν μέσα στο όραμά μου κι αυτή η επίγνωση του τρυπανισμού της ψυχής σε ολοένα και βαθύτερα στρώματα συνειδήσεως ,μού άφηνε περιθώρεια να νομίζω πως έχω κάποιον μικρό έλεγχο στον επώδυνο τοκετό επάλληλων σκηνών της βυθιότητας στην οποία είχα περιέλθει .
Ναι ,είμαι βέβαιος γι’αυτό που έβλεπα ,μολονότι ακατανόητο για τις μέχρι τότε εμπειρίες μου .Άνθρωποι αυτοεπικαλούμενοι ως queer ,είχαν αλλοιώσει τα βασικά εξωτερικά χαρακτηριστικά τους ως ανθρώπων ,έχοντας στη θέση τους τοποθετήσει μορφολογικά στοιχεία ζώων και ταυτόχρονα υιοθετήσει τύπο συμπεριφοράς σαν του ζώου που ο καθένας επέλεγε να παριστάνει .Τόσο πειστική και τόσο αμετάκλητη ήταν η μεταβολή τους αυτή ,ώστε να έχουν πια καταχωρηθεί ταυτοτικά στο είδος εκείνο. Ανθρώπινη φωνή δεν ηχούσε ,παντού υλακές ,γουργουρίσματα ,μυκηθμοί, βελάσματα, κρωγμοί και χλιμιντρίσματα ,μια υβριδική ζωανθρώπινη αποικία με νομικό δικαίωμα παραχωρημένο .Διατρέχοντας με τα μάτια γουρλωμένα ,την εικόνα αυτή της παραδοξότητας ,παρατήρησα σε έναν θάμνο να κείται ένας queer σκύμνος γρυλίζοντας γοερά .Αν πεινούσε ή παρίστανε τον πεινασμένο ήταν δυσδιάκριτο (η κουλτούρα του queer έχει ανεξακρίβωτα σύνορα) .Ξαφνικά πετάχτηκε κοντά του μια λέαινα(sic) και προτάσσοντας σ’αυτό τον μαστό της ,άρχισε να το θηλάζει(sic). Σε μια άλλη γωνιά τούτου του παράξενου κόσμου ,είδα ένα queer ελάφι να χτυπιέται παγιδευμένο σε κάποιο δένδρο από τα τεράστια κέρατά του .Σε μικρή απόσταση από αυτό ξεπρόβαλλε κυνηγός με νόμιμη άδεια θηρεύσεως στην αποικία .Σκόπευσε προς αυτό και πυροβολησε. Το έλάφι σωριάστηκε αιμόφυρτο καταγής κι αυτό δεν ήταν παράσταση του δήθεν ,αλλά γνήσιος θάνατος με νόμιμα πιστοποιητικά .
«Τειρεσία δεν αντέχω άλλο να βλέπω ,βγάλε με από δω μέσα» αναφώνησα κι ευθύς το σκηνικό κι οι πρωταγωνιστές άλλαξαν στο υποκίτρινο σύννεφο .Εμφανίστηκε αμέσως μετά η χώρα του πουθενά ,εκεί που τα σχολειά και την εκπαίδευση είχαν δια νόμου αναλάβει εξ ολοκλήρου οι ντραγκ καλλιτέχνες .Μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας γεμάτοι ζήλο για τον ρόλο του παιδαγωγού που τους είχαν αναθέσει ,είχαν σχεδιάσει ένα πρόγραμμα καταρτίσεως των μικρών παιδιών βασισμένο στην παραμυθητική αφήγηση γνωστών ιστοριών και μύθων από τα παλιά ,αλλά με το πνεύμα της trans spesies αντιλήψεως ιδωμένα .Η γκροτέσκα εμφάνισή τους ήταν τμήμα μιμητικής μυήσεως στον πηρύνα του διδακτικού τους στόχου ,ο οποίος με την σειρά του ήταν καθ’όλα ευάρμοστος στην ευρύτερη κοσμική αντίληψη ,ότι το φύλο είναι κοινωνική κατάκτηση .Κορμός του προγράμματος ήταν το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας ,όπου κατά την καθεστωτική πια άποψη αναφερόταν σε ένα βιολογικά αγόρι ,με δυσφορία φύλου ,το οποίο πριν επισκεφτεί την γιαγιά του στο δάσος έγινε κορίτσι με την
συναίνεση της μητέρας του και φόρεσε κόκκινο σκουφί με ασορτί φουστανάκι .Δεν είχε όμως ειδοποιηθεί η γιαγιά για την μεταβολή κι έτσι το δώρο που είχε πάρει για το εγγόνι της ήταν ένα ντουφέκι και όχι ενδεχομένως κάποια κούκλα για κορίτσια .Η κοκκινοσκουφίτσα πολύ λυπήθηκε για την αστοχία της γιαγιάς ,αλλά όταν στο προσκήνιο φάνηκε ο κακός λύκος τρώγοντας την γιαγιά ,δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει το ντουφέκι για τον σκοτώσει δίδοντας έτσι την ευτυχή κατάληξη στο παραμύθι ,καθώς και το ηθικό του δίδαγμα :πως μπορούν τα φύλα να εναλλάσονται ,όμως τα αναντίστοιχα για το καθ’ένα δώρα, μπορούν χρήσιμα κι αποτελεσματικά να φανούν σε κάθε περίπτωση .
Η ίδια απαίσια αίσθηση όπως και πριν ,με ανάγκασε και πάλι να ζητήσω από τον Τειρεσία να με πάρει από κει .Πράγματι ,το σκηνικό άλλαξε και πάλι στο σύννεφο. Βρέθηκα αυτή τη φορά μέσα σε κάποιο ναό όπου ετελείτο γάμος .Ο ναός τούτος ήταν περικαλής αρχιτεκτονικά ,ωστόσο δεν διέθετε κάτι από τα συνήθη χαρακτηριστικά του, ούτε σταυρούς ,ούτε εικόνες ,ούτε κεριά ,ούτε θυμίαμα .Είχε μονάχα σε συγκεκριμένα σημεία αγάλματα μη ανθρωπόμορφα ,ακαθορίστου είδους ,τραγοπόδαρα , κερασφόρα, με τον αριθμό των ματιών τους να ποικίλει ,κερκοφόρα ή άκερκα .Ο κόσμος ήταν πολύς. Μόλις είχε ολοκληρωθεί η τελετή και τα ζευγάρια των νεονύμφων-νιόγαμπρων όδευαν προς την έξοδο του ναού .Ο γάμος τους είχε γίνει ομαδικά σε δύο ζεύγη ,δύο άνδρες το ένα ζευγάρι ,δύο γυναίκες το άλλο κατά τα ειωθότα .Αυτή ήταν η πρόνοια της τελετής, ώστε πάντα να υπάρχουν ομοφυλόφιλα ζευγάρια και των δύο βιολογικά φύλων .Είχε έτσι θεσπιστεί να γίνεται ,ως ύμνος προς την ποικιλία(sic) και πίστευαν ,άγνωστο γιατί, ότι η τέτοια δυαδική ομαδικότητα ήταν ο μυστηριακός πηρύνας της τελετής του γάμου.Στην έξοδο έρραιναν οι καλεσμένοι τα ζευγάρια με αναρίθμητα μικρά ή και μεγάλα ψάρια που συντηρούσαν μέχρι τη στιγμή εκείνη μέσα σε ψαροκασσέλες γεμάτες πάγο .Τα ψάρια είχαν κάποια στιγμή αντικαταστήσει το γνωστό ρύζι ,επειδή η λέξη «ψάρια» απέδιδε αρκτικόλεξα την ευχή Ψάμμου ΑΡιθμόν Ικανοποιήσεις Απολαύσατε .Η ευχή αυτή ψαλλόταν εν χορώ κατά την διάρκεια της τελετής του γάμου των ομοφυλοφίλων .Ταυτόχρονα με την ρίψη των ψαριών ,οι υπεύθυνοι της τελετής έδιδαν στον καθένα κι από ένα σκουτέλι προκειμένου να το γεμίσουν με τυρόγαλο μέσα από τις ευάριθμες καρούτες που ήταν στολισμένες με τριαντάφυλλα κι είχαν τοποθετηθεί σε ευάριθμα σημεία γύρω από το ναό .Το τυρόγαλο ήταν το επίσημο έδεσμα του γάμου των ομοφυλοφίλων ,υποστασίαζε κι αυτό σε υλική μορφή το αρκτικόλεξο Τεκνοθεσία – Υμεναίου ΡΟδώνας-Γάμου ΑΛΟυργίς .Αυτός ο τύποςτου γάμου ,ήταν ο μοναδικός που επιτρεπόταν να γίνεται .Παιδιά γεννιόνταν κατά παραγγελία των νομίμων τέτοιων ζευγαριών από την παγκόσμια δεξαμενή γενετικού υλικού .Η διεθνής αυτή υπηρεσία διέθετε μητρώο το οποίο προέκυπτε με την εγγραφή τους σ’αυτό ,ανδρών ή γυναικών ομοφυλοφίλων έναντι αδρής αμοιβής .Επειδή η διαδικασία ήταν απεχθής για την πλειονότητα ,γι’αυτό είχε καθοριστεί υψηλό αντίτιμο για την συμμετοχή των δοτών. Έτσι τελικά οι δότες δεν ήταν παρά μόνο τρεχέδειπνοι ομοφυλόφιλοι ,οι οποίοι τύχαινε να μην έχουν σύντροφο την περίοδο εκείνη .Γενόμενοι δότες ,επιτελούσαν κάτι πορνικό σύμφωνα με τις αντιλήψεις τους .Για το σκοπό της υπηρεσίας ,υπήρχε πλήρης καταγραφή των χαρακτηριστικών των δοτών ,καθώς και επεξεργασία του γενετικού υλικού με σύγχρονες μεθόδους ευγονικής ,ώστε οι υποψήφιοι γονείς να έχουν την δυνατότητα επιλογής φύλου, χρώματος ματιών και μαλλιών καθώς και κάθε
μορφολογικού χαρακτηριστικού της αρεσκέιας τους για το παιδί που θα παράγγελναν. Βλέποντας και μαθαίνοτας όλα αυτά μέσα στο υποκίτρινο σύννεφο ,αισθάνθηκα σαν να μου σφίγγει το λαιμό κάποιο τουρνικέ ,μέχρι ασφυξίας .Και πάλι ανέκραξα «Τειρεσία, βγάλε με από δω μέσα».
Ανοίγοντας τα μάτια μου ,αντίκρυσα την Μελαινώρα .Βρισκόμουν καταγής και κείνη με μια πετσέτα δρόσιζε με νερό το μέτωπο και τα μάγουλά μου .Χαμογελώντας μου είπε: «Με τρόμαξες ,αρκετή ώρα παραμιλούσες .Φώναζες κάποιον Τειρεσία ,πού ταξίδεψες καϋμένε ;Νόμιζα και γω ότι σου πλήρωσα τα κόμιστρα για να πας σ’έναν καλύτερο κόσμο και συ κατέβηκες στον Άδη». Καθώς έφευγε η ζαλάδα με την βοήθεια του αγεριού που φυσούσε αναζωογονητικά ,παρατήρησα καλύτερα γύρω μου .Είχα στα ρουθούνια μου ακόμα τη μυρουδιά της ψαρίλας ανακατεμένη με αυτής του τυρόγαλου .Με ανακούφιση είδα πως το υποκίτρινο σύννεφο ,καθώς και οι ριπές μάγματος του ηφαιστείου από τον κάτω κόσμο ,δεν υπήρχαν πια .Μες το μυαλό μου περιδιάβαιναν εικόνες queer ,trans-species και ομο-life style γάμων. Κοιτάζοντας καλύτερα τριγύρω μου κι επανερχόμενος στο Άμστερνταμ ,διεπίστωσα πως τα περισσότερα του οράματός μου καμώματα των ανθρώπων ,υπήρχαν τριγύρω μου πραγματικά .Μέχρι πριν να κατέλθω με του αφιονιού τη συνδρομή στον Άδη ,όλα τούτα τα κατανάλωνα χωρίς να αντιλαμβάνομαι τη σκαμπρόζικη εικόνα τους .Πώς άραγε οι ψιμυθιωμένες παρεκτροπές έναντι της οντολογικής αληθείας ,δεν μου γίνονταν καταφανείς;Τόσο μαλθακή ήταν πια η προαίρεση μου ,ώστε να ωσμωθώ και να με καταπιούν ,οι πομφόλυγες των δικαιωματικών αφορισμών ;Δεν είχα αντιτιληφθεί πόσο καίρια επλήγη ο πηρύνας της υπάρξεώς μας μ’αυτήν την θηριώδη αμφισβήτηση της αμφιγονικής ουσίας του ανθρώπου ;Τόσο πια είχε τρωθεί μέσα μου ,η αισθητική της φυσικής ανδρόγυνης ερωτικής έλξεως ;Γιατί άφησα να γίνει θεσμός η παραδοξότητα ,γιατί επιτρέπω να υμνείται η γελοιότητα ως ευφυία ,γιατί αποδέχομαι να αποσκορακίζεται το φυσικό από το αφύσικο ;Ο κόρδακας της περηφάνιας ,έγινε ο παγκόσμιος χορός της ασχημονίας στην υποκουλτούρα του αμφί.
«Τελικά έπρεπε να κατέβω στο κόσμο των νεκρών για να μάθω ότι ο κόσμος μου είναι ήδη νεκρός .Αφιονισμένοι όλοι μας από την περηφάνια ,ξεδιάντροποι από την ελευθεριότητα ,πουθενάδες από την κενοδοξία .Εδώ δεν υπάρχει πια Θεός Τι θα πει δεν υπάρχει Θεός ;Δεν υπάρχει χαλινάρι στα ένστιχτά μας ,δεν υπάρχει αμοιβή για το καλό και τιμωρία για το κακό ,δεν υπάρχει αρετή ,ντροπή και δικαιοσύνη .Είμαστε γαυριασμένοι λύκοι και λύκαινες» .Φαίνεται ότι τα λόγια αυτά τα εκστόμισα υπό την επήρρεια κάποιας μικρής ζαλάδας που μου είχε απομείνει κι έτσι η Μελαινώρα με κοίταζε απορημένη. Προσπάθησα λοιπόν να γίνω σαφέστερος συμπληρώνοντας με όση δύναμη στη φωνή μου είχε απομείνει : (8)«Τι κακόν εργάζεται η τρυφή; Χοίρους εξ ανθρώπων ποιεί και χοίρων χείρους».
(1) Δημόκριτος
(2) Δωμάτιο στο Άμστερνταμ ,Νικόλα Άσιμου
(3) Σιντάρτα ,Έρμαν Έσσε
(4) Πυθιόνικος Ιέρωνι Ατναίω άρματι ,Πίνδαρος ,απόδοση Γ.Οικονομίδη
(5) Πυθιονίκαις ,Πίνδαρος
(6) Δος μοι τούτον τον ξένον ,Τροπάριο Μ.Παρασκευής Γεωργ.Ακροπολίτου
(7) Αναφορά στο Γκρέκο ,Ν.Καζαντζάκη
(8) Γνώθι σαυτόν ,Αγίου Νεκταρίου






