ΜΕΡΟΣ Ι΄
Οι Σεβασμιώτατοι Μητροπολίτες Ηλίας και Θεολόγος, οι κανονικοί (μέχρι την κοίμησή τους) Επίσκοποι της Δημητριάδος και της Λαρίσης, δεν δημιούργησαν ποτέ κλίμα εχθρότητος εις βάρος των αντικανονικών Μητροπολιτών.
Ποτέ δεν επιζήτησαν «κλίμα πολέμου» στη σκηνή της (τότε) εκκλησιαστικής κατάστασης του αρχιεπισκοπικού καθεστώτος του Σεραφείμ, το οποίο σε εκκλησιαστικό και κοινωνικοπολιτικό πεδίο εκινείτο σχιζοφρενικά στα όρια κυριαρχίας, κανονικότητας και εξαίρεσης, τη συνδρομή του νομικού πλέγματος της Μασονικής πολιτείας, του Κράτους. Ήθελαν μόνο την εφαρμογή των Ι. Κανόνων, διότι αυτοί ρυθμίζουν την συμπεριφορά ποιμένων και ποιμνίου∙ την εφαρμογή των Ι. Κανόνων, που τόσο ισχυρές διαπλαστικές λειτουργίες έχουν στο εκκλησιαστικό πλήρωμα και όχι την εφαρμογή κανόνων εκκλησιαστικού ελέγχου υπό των συντακτικών πράξεων καθοριζομένων.
Πόσο δίκαιο έχει ο Carl Schmitt, όπου στην Πολιτική Θεολογία υποστηρίζει πως «ο κυρίαρχος βρίσκεται εκτός της κανονικά ισχύουσας έννομης τάξης και ωστόσο ανήκει σε αυτήν» (1994, σελ. 19)!
Ο Μητροπολίτης Χριστόδουλος, έξυπνος -ευφυής άνθρωπος, συχνά αναφέρετο στην αχανή περιοχή του θεάτρου των κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών συρράξεων, όπου είχαν συμμετοχή και εκκλησιαστικοί ηγέτες, ελέγχοντας (έμμεσα) και το Σεραφειμικό καθεστώς, με κατάσταση εξαίρεσης την εκλογή του! Δεν ακολούθησε, δυστυχώς, το παράδειγμα του Επισκόπου Στεφ. Αφεντουλίδη, ο οποίος παραιτήθηκε συνειδητοποιώντας (Θεία Χάριτι) το έγκλημα της εκθρονίσεως των 12 Μητροπολιτών. Στο βιβλίο του «Γιατί απομακρύνονται οι νέοι από την Εκκλησία», διαβάζουμε (σελ. 7-8):
«Σαν φορείς εξουσίας εκάναμε πολλές φορές κατάχρησι, εξουθενώνοντας ανθρώπινα πρόσωπα, που όμως είχαν ανεπανάληπτη αξία σαν εικόνες του Θεού, κι εδώσαμε όπλα στους εχθρούς της Εκκλησίας να την πετροβολούν εξ αιτίας μας. συμβιβαστήκαμε ενίοτε με την κρατούσα κατάστασι και εξουσία κι όταν ακόμη αυτή κατέφευγε σε μέσα όχι ηθικά και έντιμα, για την στερέωσί της, ενώ θα μπορούσαμε με μοναδική ευστοχία να επισημάνουμε τα σφάλματά της χάριν του λαού. Μείναμε μακρυά από τους καταφρονεμένους κι αγκαλιάσαμε τους ισχυρούς, αλλοτριώνοντας έτσι την αποστολή της Εκκλησίας χωρίς να νοιώσουμε τύψεις και μετάνοια. Όλα αυτά, αμαρτίες μας παληές και καινούργιες, τώρα ζυγίζονται και βαραίνουν πολύ στις καρδιές των νέων, που απογοητευμένοι από μας, αναζητούν μακρυά μας την ειλικρίνεια και την αλήθεια».
1ο Σχόλιο:
Διατύπωσε άριστα τους χαρακτηριστικούς άξονες της Σεραφειμικής εξουσίας, δηλ.:
- i) «Σαν φορείς της εξουσίας εκάναμε πολλές φορές κατάχρησι, εξουθενώνοντας ανθρώπινα πρόσωπα, που όμως είχαν ανεπανάληπτη αξία σαν εικόνες του Θεού».
- ii) «Συμβιβαστήκαμε ενίοτε με την κρατούσα κατάσταση και εξουσία, όταν ακόμη αυτή κατέφευγε σε μέσα όχι ηθικά και έντιμα, για την στερέωσί της…».
iii) «Όλα αυτά, αμαρτίες μας παληές και καινούργιες, τώρα ζυγίζονται και βαραίνουν πολύ στις καρδιές των νέων…».
Σε συγκεκριμένα γεγονότα δεν αναφέρθηκε, διότι ήταν εις βάρος του. Aναφέρουμε τα εξής:
Α) Την συνειδησιακή ειλικρίνεια του Σεβ. Μητροπολίτου Κοζάνης κ. Διονυσίου στη σύνοδο της 14-6-1974, ο οποίος τόνισε:
«Τα ελατήριά μας απ’ αρχής της συγκροτήσεως της παρούσης Ιεράς Συνόδου (δυνάμει της υπ’ αριθμ. 3/74 Συντ. Πράξεως της δικτατορίας) υπήρξαν δυστυχώς υποκειμενικά και προσωπικά… Δυστυχώς ο ιστορικός δεν θα δυσκολευθή να διαγνώση τας προθέσεις μας και την ενειλικρίνειά μας∙ ο μανδύας είναι διάτρητος και οι άνθρωποι βλέπουν ευχερώς τας αληθείς προθέσεις μας, τας οπισθοβουλίας μας και τους σκοπούς μας».
Β) Την πρωτοφανή πραγματικότητα, πρώτης από της Εθνεγερσίας, όπου σε 10 Μητροπόλεις να έχουμε ανά δύο αντιμαχόμενους αλλήλους επισκόπους, ενώ σε δύο Μητροπόλεις 3 Μητροπολίτες!
Αυτή η θλιβερή πραγματικότητα έχει το ανάλογό της στην πτώσι του Παπισμού (Μεσαίωνας), όπου υπήρξαν τρεις ταυτόχρονα αντιμαχόμενοι πάπαι.
Γ) Την παρουσία (σχεδόν όλης) της λεγομένης «πρεσβυτέρας» Ιεραρχίας κατά την χειροτονία και ενθρόνιση του Ιερωνύμου Α΄, χωρίς ίχνος ουδεμίας πιέσεώς της∙ αυτή η ίδια Ιεραρχία δια παμψηφίας δεν δέχθηκε την παραίτηση του Ιερωνύμου (Μάρτιος 1969), ο δε Σεραφείμ (ως Ιωαννίνων) δήλωσε μεταξύ άλλων: «Απητήθη πολύς χρόνος δια να πείσωμεν τον Μακαριώτατον να επανέλθη…».
Άξια παρατηρήσεως η δήλωση του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου:
«Η απόφασή μου να παραιτηθώ ήτο ισχυρά. Μετεπείσθη μόνον, όταν επιμόνως και όλοι οι Ιεράρχαι ζήτησαν να ανακαλέσω» (Βλέπε περισσότερα στο περιοδικό «ενορία» τόμ. 1969, σελ. 79).
Δ) Την χαραγμένη στη μνήμη μου συγκέντρωση των φοιτητών στο Πνευματικό Κέντρο της Ι.Μ. Δημητριάδος το βράδυ της 4ης Ιανουαρίου 1977. Τότε, παρουσία 500 (περίπου) φοιτητών, μεταξύ των οποίων κι εγώ, ο Ιεροκήρυκας Αρχιμ. π. Δαμασκηνός Καζανάκης προσπάθησε (ανεπιτυχώς κατ’ εμέ) ν’ αναπτύξη το θέμα: «Μαρξισμός και Χριστιανισμός».
«Ξέχασε» στην εισήγησή του την πλευρά «Καπιταλισμός», γεγονός άστοχο και επικριτέο, που προκάλεσε τις ενστάσεις – διαμαρτυρίες του συντριπτικού όγκου των φοιτητών, μιας και ήταν νωπές οι πληγές εκ της δικτατορίας και της Κυπριακής τραγωδίας. Στους κραδασμούς προστέθηκε και η δική μου παρέμβαση, κατά την οποία στηλίτευσα το καθεστώς του Σεραφείμ, που χώρισε – δίχασε την Ιεραρχία σε Ιερωνυμικούς και Σεραφειμικούς, εκθρονίζοντας αδίκως και άνευ δίκης- απολογίας 12 άξιους Ιεράρχες∙ τότε όλοι οι φοιτητές χειροκρότησαν την θέση μου, ενώ ο Χριστόδουλος προσπαθούσε να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα.
Η εφημερίδα του Καθεστώτος «Εκκλησιαστική Αλήθεια», στο φύλλο της Αριθμ. 7 (της 16/1/77), δημοσίευσε ανταπόκριση της συγκέντρωσης.
Υποβάθμισε τους φοιτητές όταν έγραψε: «Οι “θέσεις” των φοιτητών», σε εισαγωγικά. Παρουσίασε 4 σημεία (ως κεντρικά) των παρεμβάσεών τους, χωρίς, δυστυχώς, ν’ αναφέρει τις δικές μου θέσεις. Ευτυχώς, το περιοδικό «Φύλακες» της Θεσσαλονίκης, έγραψε (18 Μαΐου 1977):
«Προσεκλήθησαν οι φοιτηταί του Βόλου υπό του κ. Παρασκευαΐδη, εις το Πνευματικόν Κέντρον της Ι. Μητροπόλεως. Μετά την εισήγησιν του κ. Παρασκευαΐδη εγερθείς ο φοιτητής Νικ. Σακαλάκης και απευθυνόμενος προς τους φοιτητές είπε τα εξής: “Παιδιά, ο Μητροπολίτης δεν μπορεί να μας ομιλή περί δικαιοσύνης και αγάπης διότι ο ίδιος είναι αίτιος σφαγής 12 τιμίων Ιεραρχών και κατέχει θρόνον σφαγιασθέντος επισκόπου”. Οι φοιτηταί εχειροκρότησαν τον ως άνω φοιτητήν, ο δε επικαθήμενος κ. Παρασκευαΐδης τελών υπό το κράτος συγχύσεως και οργής διέλυσε την συγκέντρωση και καθ’ οδόν προσπαθούσε να καθησυχάση τον εαυτόν του, αποδίδοντας την αιτία εις το ότι «άλλοι φανατίζουν τα καημένα τα παιδιά και τα καθιστούν εχθρούς της Εκκλησίας» (Βλέπε περιοδικό «ΦΥΛΑΚΕΣ» – 18 Μαΐου 1977).
Στο επόμενο, συν Θεώ, θα παρουσιάσουμε το περιοδικό «ΦΥΛΑΚΕΣ», που ήταν (τότε) μια πνευματική αντίσταση πρώτου μεγέθους.
ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ
ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ






