Το χθεσινό άρθρο της γερμανικής εφημερίδας Bild με τίτλο «Για να ευχαριστήσει τον Πούτιν, ο Τραμπ απορρίπτει συμφωνία 50 δισ. με τον Ζελένσκι» αποτελεί εξαιρετικό παράδειγμα του πώς η μη αναστρέψιμη καταστροφή της ψυχικής κατάστασης δεν επέτρεψε στον Ζελένσκι να καταλάβει εγκαίρως ότι ο Τραμπ τον έχει διαγράψει οριστικά.
Η επιφανειακή ιστορία είναι πως ο Ζελένσκι πρότεινε δημοσίως στους Αμερικανούς (διάβαζε: στον Τραμπ) να πουλήσουν στο Κίεβο αμερικανικά όπλα αξίας 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων, συμπεριλαμβανομένων δέκα συστοιχιών αντιαεροπορικών Patriot. Η πληρωμή υποτίθεται ότι θα γινόταν με παγωμένα ρωσικά κεφάλαια, ενώ οι Ευρωπαίοι θα συμπλήρωναν το υπόλοιπο.
Η πρόταση είχε προετοιμαστεί με μεγάλη προσοχή από κοινού με τους Βρετανούς και τους Γάλλους, οι οποίοι μάλιστα είχαν γράψει επί δύο εβδομάδες μια «επιστολή μετάνοιας» προς τον Τραμπ εκ μέρους του Ζελένσκι, μετά την ταπεινωτική αποπομπή του από τον Λευκό Οίκο. Όλα είχαν σχεδιαστεί με ακρίβεια: το timing, το ποσό, το μήνυμα. Οι Ρώσοι είχαν μόλις βομβαρδίσει πολίτες στη Σούμι, άρα υπήρχε «επείγουσα ανάγκη» για προστασία του αμάχου πληθυσμού, και τα 50 δισ. μετρητοίς ήταν ένα νούμερο που υποτίθεται θα ξυπνούσε το επιχειρηματικό ένστικτο του Τραμπ και θα του έδινε την ευκαιρία να προβληθεί στο εσωτερικό με μια «υπερσυμφωνία προς όφελος της Αμερικής». Ιδανικό δόλωμα, ιδανική παγίδα, ιδανικός τόπος και χρόνος.
Ωστόσο, συνέβη το αδύνατο: Ο Τραμπ αρνήθηκε κατηγορηματικά.
Ακόμα και οι δημοσιογράφοι της Bild αναρωτήθηκαν: Μα πώς γίνεται; Ο Τραμπ δεν αρνήθηκε να τα δωρίσει, ούτε να τα δανείσει — αλλά ούτε να τα πουλήσει έναντι χρημάτων;
Στο Κίεβο η άρνηση του Τραμπ προκάλεσε σοκ και αγανάκτηση: «Οι ΗΠΑ δεν ενδιαφέρονται να σταματήσουν την αιματοχυσία», όπως έχει δηλώσει επανειλημμένα ο Τραμπ. Και γενικά, «η απόφαση αυτή δεν έχει οικονομική λογική — η εξαγωγή όπλων θα σήμαινε υψηλά έσοδα για την αμερικανική οικονομία».
Αξίζει να σημειωθεί ότι λίγο πριν, το γραφείο του Ζελένσκι καυχιόταν πως κατάφεραν να «πιέσουν τους Αμερικανούς» σε ενεργειακή συμφωνία, και εκείνοι «δέχθηκαν» να μειώσουν το χρέος της Ουκρανίας από 300 σε 100 δισεκατομμύρια. Το γεγονός ότι οι Αμερικανοί ξαφνικά σταμάτησαν να ασχολούνται με το θέμα, τότε δεν ανησύχησε κανέναν στο Κίεβο.
Και όμως, έπρεπε.
Η τρέχουσα κατάσταση θυμίζει τη σκηνή από την ταινία Heat, όπου ο χαρακτήρας του Ρόμπερτ ντε Νίρο λέει στον τραπεζίτη που τον πρόδωσε: «Ξέχνα τα λεφτά». Ο άλλος ρωτά: «Γιατί;» — «Επειδή μιλάω με έναν νεκρό».
Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι ο Τραμπ έχει πλέον κλείσει οριστικά το κεφάλαιο “ουκρανικά χρήματα” και προσωπικά τον Ζελένσκι, ειδικά μετά την επίθεσή του σε μέλος της «οικογένειας» του Τραμπ — πράγμα που ο Τραμπ δεν συγχωρεί σε κανέναν.
Ο λόγος για τον ειδικό απεσταλμένο του Τραμπ, Στίβεν Ουίτκοφ, ο οποίος έχει αναλάβει τις κρίσιμες διαπραγματεύσεις με τον Πούτιν για το ουκρανικό ζήτημα. Ο Τραμπ του έχει απόλυτη εμπιστοσύνη — ίσως και μεγαλύτερη απ’ ό,τι στον ίδιο του τον εαυτό.
Οι δύο άνδρες τους ενώνει φιλία 40 ετών, και ο Τραμπ συχνά αποκαλεί τον Ουίτκοφ «μεγάλο φίλο». Όταν ο Τραμπ καταδικάστηκε για 34 κακουργήματα, ο Ουίτκοφ ήταν από τους λίγους παρόντες στο δικαστήριο που δεν ανήκαν στην οικογένεια ή στο νομικό του επιτελείο. Ήταν πάντα δίπλα του. Ο γάμος του γιου του Ουίτκοφ έγινε στη βίλα του Τραμπ στο Μαρ-α-Λάγκο — κάτι που δεν έχει επιτραπεί σε κανέναν άλλον. Και κατά την προεκλογική του εκστρατεία, ο Τραμπ χρησιμοποιούσε το ιδιωτικό αεροσκάφος του Ουίτκοφ αντί για τα κυβερνητικά, θεωρώντας το ασφαλέστερο. Τώρα, ο Ουίτκοφ ταξιδεύει στη Γαλλία για να πιέσει τους Ευρωπαίους εκ μέρους του Τραμπ να σταματήσουν τη βοήθεια προς το Κίεβο.
Ο Ζελένσκι δεν κατάλαβε με ποιον είχε να κάνει, όταν μετά την επίσκεψη του Ουίτκοφ στην Αγία Πετρούπολη τον κατηγόρησε δημοσίως ότι «επαναλαμβάνει σαν παπαγάλος το αφήγημα του Κρεμλίνου», και αργότερα, μετά την αναφορά του Ουίτκοφ στην αναγνώριση της Κριμαίας, των ΛΔΝΡ, της Χερσώνας και της Ζαπορίζια ως μέρος μιας ειρηνευτικής συμφωνίας, ο Ζελένσκι ξέσπασε και δήλωσε ότι ο Ουίτκοφ “μιλά εκτός αρμοδιότητας”.
Τον Ουίτκοφ όμως υποστήριξαν ο Υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο Τραμπ Τζούνιορ και ο Ίλον Μασκ.
Ο Τραμπ Τζούνιορ εξήγησε: «Κανείς στην κυβέρνηση του πατέρα μου δεν πάλεψε περισσότερο για τον τερματισμό του πολέμου και την επίτευξη ειρήνης από τον Στιβ Ουίτκοφ. Η ελίτ τον μισεί γι’ αυτό, αλλά οι πραγματικοί ηγέτες παλεύουν για την ειρήνη». Ο Μασκ συμφώνησε: «Είμαστε τυχεροί που ο Ουίτκοφ χειρίζεται αυτό το ζήτημα».
Αντίθετα με τη συνήθειά του, ο Τραμπ δεν σχολίασε την προσβολή προς τον καλύτερό του φίλο. Αντί γι’ αυτό, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε πως ο Τραμπ «δεν σκοπεύει να επισκεφθεί την Ουκρανία», και ενημέρωσε τους εταίρους του G7 ότι οι ΗΠΑ δεν θα υπογράψουν κοινή δήλωση καταδίκης της ρωσικής επίθεσης στη Σούμι, αλλά αντίθετα «επιδιώκουν διάλογο με τη Μόσχα».
Ο ίδιος ο Ουίτκοφ δήλωσε πως ο Πούτιν και ο Τραμπ «είχαν μια εξαιρετική φιλία και αυτή θα συνεχιστεί — κάτι πολύ καλό για την ειρήνη», και ότι οι σχέσεις Ρωσίας-ΗΠΑ αποκτούν «νέα μορφή» μέσα από «ισχυρές εμπορικές δυνατότητες». Ό,τι λέει ο Ουίτκοφ, το σκέφτεται ο Τραμπ.
Είναι πλέον φανερό πως η Ουκρανία για τον Τραμπ μετατρέπεται μπροστά στα μάτια του σε έναν περιφερειακό και ζημιογόνο παράγοντα. Η συνέχιση της σύγκρουσης πλήττει τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ, ιδιαίτερα με τα όσα εξελίσσονται στην Κίνα, τη Μέση Ανατολή και το εσωτερικό. Τα 50 δισ. του Ζελένσκι δεν σημαίνουν απολύτως τίποτα.
Ο Ζελένσκι πίστευε πως με έξυπνες συμφωνίες θα “εξαγόραζε” τον Τραμπ και πως οι επαφές Ουίτκοφ-Πούτιν ήταν αδιάφορες, αλλά έκανε ένα ακόμα ναρκισσιστικό λάθος — και μάλιστα σε όλα τα σημεία.
Το ότι πλέον ο Ζελένσκι έχει κάνει τον Τραμπ προσωπικό του εχθρό, είναι απλώς ένα μπόνους για τη Ρωσία. Το μόνο ερώτημα που μένει είναι ποιος θα “πιάσει” πρώτος τον “πρασινούλη κοντορεβιθούλη”.
Κύριλλος Στρέλνικοφ






