Γιατί μερικοί διαστρέφουν την έννοια του ΙΕ’ Κανόνος της Πρωτοδευτέρας Συνόδου;
Ο ΙΕ’ Κανών της Πρωτοδευτέρας Συνόδου (861 μ.Χ.) είναι ένας από τους πιο συχνά επικαλούμενους και δυστυχώς συχνά παρερμηνευόμενους κανόνες.
Ο Κανών λέγει σαφώς:
Κανονικώς, οι κληρικοί δεν πρέπει να αποκόπτονται από τον επίσκοπόν τους.
Εξαίρεσις: όταν ο επίσκοπος δημοσίως κηρύττει αιρετική διδασκαλία καταδικασμένη από Συνόδους ή Πατέρες.
Τότε, οι κληρικοί και οι πιστοί, οι οποίοι διακόπτουν την μνημόνευση του επισκόπου αιρετικού, δεν είναι σχισματικοί, αλλά αντιθέτως, φυλάττουν την Εκκλησία καθαρά από την αίρεση.
Γιατί λοιπόν διαστρέφουν μερικοί την ερμηνεία του Κανόνος;
Μικραίνουν την εφαρμογήν του Κανόνος:
Ισχυρίζονται ότι δεν ισχύει σήμερα, διότι δεν υπάρχει συνοδική καταδίκη. Όμως ο Κανών ομιλεί σαφώς για δημόσιο κήρυγμα αιρέσεως και δίνει το δικαίωμα αποτειχίσεως πριν από συνοδική απόφασι.
Ταυτίζουν την αποτείχιση με το σχίσμα:
Ο Κανών λέγει ρητώς ότι η αποτείχιση δεν είναι σχίσμα, αλλά φύλαξις της Εκκλησίας από το σκάνδαλο και την αίρεση.
Κακή εφαρμογή από την άλλη πλευρά:
Άλλοι την εφαρμόζουν εσφαλμένως, θεωρούντες ότι και η παραμικρή υπόνοια ή ασαφής έκφρασις επαρκεί για διακοπή μνημοσύνου, χωρίς σοβαρή εξέτασι της διδασκαλίας.
Σύμφωνα με τους Πατέρας:
Ο Κανών ΙΕ’ δεν είναι όπλον ανταρσίας ή προσωπικής κρίσεως.
Είναι προστασία κανονική διά τους πιστούς έναντι της αιρέσεως.
Δεν επιτρέπει αναρχίαν, αλλά ούτε και συμβιβασμόν με την αίρεσιν.
Ἰδοὺ τὸ ἐπίσημον κείμενον τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἁγίας Συνόδου τῆς Γεωργιανῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐκ τοῦ 1998, δι᾿ ἧς ἀπεσύρθη ἐκ τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν καὶ κατεδίκασε τὸν οἰκουμενισμὸν ἐν ταῖς συγχρόναις αὐτοῦ μορφαῖς, βάσει τῆς ἀναλύσεως Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς.
Η Ἁγία Σύνοδος τῆς Γεωργιανῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀπεφάσισε:
Τὰ ἔγγραφα τῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὸν θεολογικὸν διάλογον μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ μὴ-Χαλκηδονίων (συμφωνίαι τοῦ Chambésy, 1990 καὶ 1993) εἶναι ἀπαράδεκτα.
Τὸ προκαταρκτικὸν σχέδιον συμφωνίας μεταξὺ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Ἀντιοχείας καὶ τῶν μὴ-Χαλκηδονίων Ἐκκλησιῶν τοῦ 1991 εἶναι ἀπαράδεκτον.
Τὸ ἔγγραφον «Οὐνία — μέθοδος ἑνώσεως τοῦ παρελθόντος καὶ ἀναζήτησις πλήρους κανονικῆς κοινωνίας εἰς τὸ παρόν» (συμφωνία Balamand, 23 Ἰουνίου 1993) εἶναι ἀπαράδεκτον.
Ἡ ἑορτὴ τοῦ Πάσχα ὑπὸ τῆς Φινλανδικῆς Ἀυτόνομης Ἐκκλησίας, κατὰ τὸ Γρηγοριανὸν Πασχάλιον, δὲν συμμορφοῦται μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Νικαίας· τοῦτο ἀποτελεῖ κανονικὴν παράβασιν, οὐχὶ αἵρεσιν.
Ἡ αἱρετικὴ ἐκκλησιολογικὴ διδασκαλία, ἡ ὁποία ὑποστηρίζει ὅτι ὑπάρχει σωτηριώδης χάρις ἐκτὸς τῶν κανονικῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἡ ἀκραία ἐκδήλωσίς της — ἡ λεγομένη «θεωρία τῶν κλάδων» — εἶναι ἀπαράδεκτα.
Πρωτοπρεσβύτερος Ματθαῖος Βουλκάνεσκου
Ἐνορία Ἁγίου Ἐδουάρδου τοῦ Μάρτυρος καὶ Ἁγίας Παρασκευῆς τῆς Ῥωμαίας ἐν Λίβερπουλ, Ἱερὰ Μητρόπολις Ἀντιοχείας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Ηνωμένου Βασιλείου






