Του Μιχαήλ Πατσίκα
Τα δεδομένα
Μιλάμε για ένα νησί με 11.000.000 ελαιόδεντρα, 19.720 ελαιοπαραγωγούς, 3.000 κτηνοτρόφους και 62 συνεταιριστικά ελαιοτριβεία, σχεδόν ένα σε κάθε χωριό.
Η Λέσβος αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους πυλώνες της ελληνικής κτηνοτροφίας, κατέχοντας την 3η θέση πανελλαδικά στην παραγωγή γάλακτος, με έναν από τους μεγαλύτερους πληθυσμούς αιγοπροβάτων στη χώρα.
Παράλληλα, 62 πρωτοβάθμιοι συνεταιρισμοί με 13.000 μέλη αποδεικνύουν μια βαθιά ριζωμένη κουλτούρα συνεργασίας.
Αυτός ο τόπος δεν είναι, δεν ήταν, φτωχός.
Ήταν δομημένος για αυτάρκεια.
«Η ανικανότητα παράγει χάος. Η πολιτική βούληση παράγει αποτελέσματα. Αυτό που βλέπουμε στη Λέσβο έχει αποτελέσματα — απλώς όχι για τους παραγωγούς.»
Για να κατανοήσουμε πώς φτάσαμε ως εδώ, πρέπει να δούμε πώς μεθοδεύτηκε αυτή η εγκατάλειψη μέσα από τρία αλληλένδετα επίπεδα και μηχανισμούς.
1ο) επίπεδο: Η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ)
Η ΚΑΠ της ΕΕ δεν είναι ουδέτερη.
Το σύστημα ενισχύσεων βάσει εκτάσεων ευνοεί δομικά τον μεγάλο αγρότη έναντι του μικρού.
Ο παραδοσιακός κτηνοτρόφος της Λέσβου με 200 γιδοπρόβατα σε ορεινό ανάγλυφο λαμβάνει μια ελάχιστη επιβιωτική στήριξη.
Την ίδια στιγμή, μια βιομηχανοποιημένη μεγαλοαγροτική επιχείρηση με χιλιάδες εκτάρια πεδιάδας στη βόρεια Γαλλία ή τη νότια Ισπανία, εισπράττει εκατοντάδες χιλιάδες ή και εκατομμύρια ευρώ ετησίως.
Η λογική αυτή δεν «αποτυγχάνει» να βοηθήσει τους μικρούς, έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να μη χρειαστεί να τους βοηθήσει.
Η κλίμακα ανταμείβεται.
Η αυτάρκεια δεν ανταμείβεται.
2ο) επίπεδο: Η εγκατάλειψη από το Ελληνικό κράτος
Ταυτόχρονα, το Ελληνικό κράτος επέλεξε επανειλημμένα να μην επενδύσει στις υποδομές που μετατρέπουν την τοπική παραγωγή σε ισχυρή αγορά. Δεν υπάρχει σύγχρονο εθνικό δίκτυο διανομής.
Δεν υπάρχει κεντρική στρατηγική τυποποίησης που να επιτρέψει στο προϊόν να ανταγωνιστεί το μαζικά εισαγόμενο.
Τα τοπικά ελαιοτριβεία λειτουργούν ακόμα, αλλά το εξαιρετικό ελαιόλαδο που παράγουν συχνά δεν βρίσκει αγορά σε τιμή αντάξια του κόπου.
Αυτό δεν είναι τεχνικό πρόβλημα.
Είναι επιλογή να μη λυθεί.
3ο) επίπεδο: Τα μνημόνια ως δομική αναδιάρθρωση
Τα μνημόνια της περιόδου 2010 δεν ήταν απλώς πολιτικές λιτότητας.
Ήταν μια βίαιη, δομική αναδιάρθρωση της Ελληνικής οικονομίας υπό εξωτερική εποπτεία.
Ο στόχος ήταν ρητά η «εκσυγχρόνιση», δηλαδή η βίαιη ενσωμάτωση στις αλυσίδες αξίας της κεντρικής Ευρώπης.
Μέσα σε αυτό το πρίσμα, ο μικρός Έλληνας παραγωγός, ο οποίος παράγει για τον εαυτό του, την οικογένειά του και την τοπική αγορά, θεωρείται λογιστικά «αναποτελεσματικός».
Η αυτάρκεια δεν εμφανίζεται στο ΑΕΠ με τον τρόπο που θέλουν οι αγορές.
Δεν εξάγεται μαζικά.
Δεν αποπληρώνει χρέη.
Όταν βλέπεις και τα τρία επίπεδα μαζί, Ευρωπαϊκή πολιτική που στραγγαλίζει τον μικρό, κράτος που αποχωρεί από τις υποδομές, μνημόνια που επαναπροσδιορίζουν την «αποδοτικότητα», δεν μένεις με την εντύπωση ατυχήματος.
Μένεις με την εντύπωση συνέπειας.
«Η ανικανότητα εξηγεί τα λάθη. Δεν εξηγεί τη συνέπεια.»
Τρεις διαφορετικές πολιτικές, από τρία διαφορετικά επίπεδα εξουσίας, οδηγούν στο ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα: τον αφανισμό της τοπικής παραγωγής και την απόλυτη εξάρτηση από εισαγόμενα τρόφιμα σε ένα νησί που, αντικειμενικά, μπορούσε να ταΐσει τον εαυτό του.
Είναι τραγικό ένας τόπος αυτάρκειας να μετατρέπεται ξαφνικά σε τόπο πείνας.
Οι άνθρωποι που δούλεψαν σκληρά για να δημιουργήσουν, βλέπουν τώρα το έργο τους να καταρρέει σαν πύργος από τραπουλόχαρτα.
Αυτό δεν είναι αποτυχία του συστήματος.
Είναι το σύστημα να λειτουργεί ακριβώς όπως σχεδιάστηκε , απλώς όχι για τους ανθρώπους που ζουν σε αυτό.
Η Λέσβος δεν είναι εξαίρεση.
Είναι υπόδειγμα.
Ένα υπόδειγμα για το τι συμβαίνει, ήδη, σε ολόκληρη την Ελληνική επικράτεια.
Η Λέσβος ως καθρέφτης ενός εθνικού σχεδίου
Οι μηχανισμοί που περιγράφηκαν δεν είναι τοπικοί.
Η Κοινή Αγροτική Πολιτική δεν γράφτηκε μόνο για τα νησιά του Αιγαίου, ούτε τα Μνημόνια ψηφίστηκαν μόνο για τον Βόρειο Αιγαίο.
Οι πολιτικές αυτές είναι οριζόντιες, και συνεπώς, οριζόντια είναι και η καταστροφή.
Αυτό που βιώνει η Λέσβος είναι απλώς η πιο καθαρή μικρογραφία.
Στον κάμπο της Θεσσαλίας η γη συγκεντρώνεται πλέον στα χέρια λίγων και μεγάλων funds.
Στην Ήπειρο και την Κρήτη, η παραδοσιακή κτηνοτροφία συμπιέζεται από τις ελληνοποιήσεις και το αβάσταχτο κόστος.
Ολόκληρες περιφέρειες ωθούνται να εγκαταλείψουν τον πρωτογενή τομέα για να παραδοθούν στη μονοκαλλιέργεια του τουρισμού, να γίνουν ένα απέραντο ξενοδοχείο.
Δεν πρόκειται για «λάθος ανάπτυξη», αλλά για μια βίαιη αναδιανομή παραγωγικής ικανότητας. Μια χώρα που στηρίζεται μόνο στον τουρισμό και εισάγει το κρέας και το τυρί της, είναι μια χώρα βαθιά εξαρτημένη.
Η μάχη για να σωθεί ο πρωτογενής τομέας δεν είναι απλώς συντεχνιακή.
Είναι η μάχη για τη διατροφική μας κυριαρχία.
Γιατί ένας λαός που δεν μπορεί να παράγει την τροφή του, δεν μπορεί ποτέ να είναι ελεύθερος.






