Γράφει ο Ιταλός Martino Mora συγγραφέας του βιβλίου «Γιατί ο Πολιτισμός μας Πεθαίνει. Και αυτό-εδώ θα είναι το Τελευταίο του Στάδιο»
«Νομίζω ότι η βασική αιτία της εκκοσμίκευσης είναι ο καταναλωτισμός. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της επικράτησης του καπιταλιστικού μοντέλου», έγραψε ο Ιταλός ιστορικός Roberto Bonuglia (Roma, 1978), ένα από τα πιο διαυγή μυαλά που έχουν γράψει για αυτά τα ζητήματα.
Στις εξίσου διαυγείς σελίδες του βιβλίου του «Από την Παγκοσμιοποίηση στην Τεχνοκρατία», ο Ρωμαίος ιστορικός δήλωσε ότι «η οικονομία είναι η ρίζα όλων των κακών», παραφράζοντας τον Απόστολο Παύλο στην Πρώτη Επιστολή προς Τιμόθεο, (6 και στίχος 10), όπου λέει: «ρίζα γὰρ πάντων τῶν κακῶν ἐστιν ἡ φιλαργυρία». Με άλλα λόγια, η αγάπη για το χρήμα (η απληστία) είναι η ρίζα όλων κακών.
Επειδή η οικονομία, η οικονομίστικη νοοτροπία, η οποία κάποτε, σε παλαιότερες εποχές, ήταν μόνο μια περιορισμένη πτυχή της ζωής των ανθρώπων, έχει γίνει στις ημέρες μας ─ γράφει ο Μπονούγλια ─ «η κυρίαρχη νοοτροπία και η θεμελιώδης αρχή των κοινωνικών σχέσεων». Με τον θρίαμβο της οικονομίας επί της πολιτικής, σύμφωνα με τον Μπονούγλια, η «ρευστή κοινωνία» του Αμερικανού συγγραφέα Φρανκ Μπάουμ (1856 –1919) έχει αποκτήσει «μια νέα συνολική ιδεολογία: την οικονομία ή τον οικονομισμό».
Αυτό είναι που ο Ούγγρος φιλόσοφος Karl Polany (1886 – 1964) και ο Γάλλος ανθρωπολόγος Louis Dumont (1911-1998) είχαν ήδη επιβεβαιώσει στα πιο σημαντικά έργα τους.
Ο Ρομπέρτο Μπονούγλια βλέπει τη “Σεξουαλική Επανάσταση” που ξέσπασε στην δεκαετία του 1960, ως προϊόν και απότοκο αποτέλεσμα, πέρα από τις φλυαρίες των πρωταγωνιστών της, της υλιστικής, οικονομίστικης νοοτροπίας που ήδη είχε επικρατήσει παγκοσμίως: «Η Σεξουαλική Επανάσταση, πέρα από το ηθικό κενό που δημιουργεί» – λέει ο ιστορικός – «επιτρέπει την κατανάλωση ανθρώπων & σωμάτων. Η απόλαυση, η ηδονή καταναλώνεται [“Make love not War”, ήταν το κυρίαρχο σύνθημα, τότε]. Είναι ένας συναισθηματικός υλισμός».
Όλα αυτά παραπέμπουν στις προφητείες & τις προειδοποιήσεις του μεγάλου Γάλλου Χριστιανού αντεπαναστάτη & φιλόσοφου Louis De Bonald (1754 – 1840), ο οποίος προειδοποιούσε ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα για το πνευματικό, κοινωνικό και ηθικό κακό που αντιπροσωπεύεται από την «άμετρη, ανεξέλεγκτη ανάπτυξη του εμπορίου», αλλά και στις αναλύσεις του άλλου μεγάλου Γερμανού κοινωνιολόγου Werner Sombart (1863-1941). Ο Ζόμπαρτ έγραψε στο βιβλίο του “Έμποροι και Ήρωες” (1915): «Η άνεση ως κοσμοθεωρία είναι σίγουρα ένα κακό, και ένας λαός που είναι διαποτισμένος με αυτήν, όπως είναι οι Άγγλοι, δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα σωρό από ζωντανά πτώματα».
Και στο σπουδαίο έργο του “Γερμανικός Σοσιαλισμός” του 1934, ο Ζόμπαρτ δηλώνει: «Έχουμε γίνει πλούσιοι. Πλουσιότεροι από οποιαδήποτε προηγούμενη εποχή. Μια ακόρεστη δίψα για την απόκτηση των υλικών αγαθών έχει κυριεύσει τους ανθρώπους. Έτσι ο πλούτος γεννά αυτή τη νοοτροπία που ονομάζουμε υλιστική… Άνεση είναι το όνομα που θα ήθελα να δώσω σε αυτόν τον πρακτικό υλισμό».
Ο Ιταλός σκηνοθέτης & συγγραφέας Πιερ Πάολο Παζολίνι (1922 –1975) είχε δηλώσει το 1975 ότι «η υλική ευημερία είχε καταστρέψει την Ιταλία», την ίδια στιγμή που ο συντηρητικός φιλόσοφος Τζούλιους Έβολα (1898 -1974) είχε ήδη διαπιστώσει κάτι παρόμοιο από τη δεκαετία του 1950 κιόλας. Ο Έβολα θεωρούσε ότι ο Αμερικάνικος φιλελεύθερος καπιταλισμός από την μια μεριά και ο Σοβιετικός μπολσεβικισμός από την άλλη, παρά τις επιφανειακές διαφορές & τις αντιπαλότητες τους, τους ένωνε, ως αιτία & αποτέλεσμα, το «ζωώδες ιδανικό».
Εν ολίγοις, ειδικά από τη δεκαετία του 1960 του 20ου αιώνα, η Ευρώπη, κάτω από την σαρωτική Αμερικανική επιρροή, έχει μεταμορφωθεί, στην ήπειρο του «μηδενιστικού Χριστιανισμού», σε ένα σωρό από ζωντανά πτώματα, άτομα με μηδενιστικές αξίες, πρόθυμους υποτακτικούς σκλάβους των οικονομικών-χρηματοπιστωτικών ηγεμόνων & δυνάμεων, αντάξια του τελευταίου Νιτσεϊκού ανθρώπου στον πλανητικό πολιτισμό.
Άτομα που ήταν στερημένα από κάθε είδους πίστη ή κοσμοθεωρία, υπερβατικής ή συλλογικής. Ανθρώπους υποταγμένους στις πιο άγριες υπερπόντιες ιδεολογίες των “Αφυπνισμένων-Γουόκων” (Woke), σκλαβωμένων στις πιο ποταπές επιθυμίες του εγωϊσμού τους, ανίκανων να αγωνιστούν για οποιοδήποτε ιδανικό, ακόμη και για την ίδια την αναπαραγωγή τους, και τελικά ανίκανα να δώσουν ζωή σε οποιοδήποτε συλλογικό έργο, όπως παρατηρεί με πικρία σήμερα ο Άγγλος ιστορικός και ανθρωπολόγος Εμμάνουελ Τοντ (Emmanuel Todd, 1951).
«Ζωντανά πτώματα», τους χαρακτήρισε ο Σόμπαρτ. Θα έλεγα ότι αυτός είναι ο πιο επιτυχής χαρακτηρισμός.






