Μια ιστορική αποδόμηση της λέξης «παγκοσμιοποίηση» αποκαλύπτει την αδιάκοπη πορεία προς την κατάργηση των εθνών-κρατών και την επιβολή μιας απολυταρχίας με προοδευτικό προσωπείο.
Συγγραφέας: JB Shurk μέσω του American Thinker
Η λέξη «παγκοσμιοποίηση» κυκλοφορεί σήμερα σαν αυτονόητη μοίρα. Όποιος τολμά να την αμφισβητήσει, στιγματίζεται ως οπισθοδρομικός, σωβινιστής ή, στη χειρότερη, επίγονος του φασισμού. Ωστόσο, μια πιο ψύχραιμη ματιά στη γλωσσική και πολιτική ιστορία του όρου δείχνει κάτι ριζικά διαφορετικό: ο λεγόμενος «διεθνισμός» δεν είναι παρά η μετενσάρκωση της παλιάς, γνωστής αυτοκρατορικής βουλιμίας. Απλά, αυτή τη φορά, οι κατακτητές φορούν γραβάτα και μιλούν για ανθρώπινα δικαιώματα.
Η γλωσσική παγίδευση: Πώς ο εθνικισμός έγινε κατάρα
Παρατηρώντας κανείς τον δημόσιο λόγο του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, διαπιστώνει ότι «εθνικισμός» και «πατριωτισμός» ήταν σχεδόν ταυτόσημες έννοιες. Περιέγραφαν την αγάπη για την πατρίδα, τους συμπατριώτες και την πολιτιστική κληρονομιά ενός λαού. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όμως, σημειώθηκε μια συνειδητή γλωσσική στροφή. Ο «εθνικισμός» φορτίστηκε αρνητικά και συνδέθηκε τεχνηέντως με τον εθνικοσοσιαλισμό και τον φασισμό, ενώ ο συναισθηματικά φορτισμένος «πατριωτισμός» διατήρησε τον θετικό του χαρακτήρα, κυρίως ως όπλο της Δύσης απέναντι στον σοβιετικό υπαρκτό σοσιαλισμό. Το αποτέλεσμα ήταν μια νοητή διχοτόμηση: οι «καλοί» πατριώτες μπορούσαν να είναι και διεθνιστές, κανείς όμως δεν ρωτούσε δυνατά αν οι διεθνιστές μπορούσαν να είναι πατριώτες.
Η μεταπολεμική «αρχιτεκτονική» του διεθνισμού
Η καταστροφή των δύο παγκόσμιων πολέμων αξιοποιήθηκε από τις πολιτικές και πνευματικές ελίτ της Δύσης ως το απόλυτο ηθικό επιχείρημα για την εγκαθίδρυση μιας νέας τάξης πραγμάτων. Ο «αχαλίνωτος εθνικισμός» παρουσιάστηκε ως η βασική αιτία των συρράξεων και, κατά συνέπεια, η πίστη σε διεθνείς οργανισμούς προβλήθηκε ως το μόνο αντίδοτο στον πόλεμο. Έτσι γεννήθηκαν ο ΟΗΕ, το ΝΑΤΟ και η σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση, μαζί με εκατοντάδες άλλους υπερεθνικούς μηχανισμούς που ανέλαβαν να ρυθμίζουν τα πάντα, από τη βιομηχανική παραγωγή μέχρι τη διασυνοριακή κυκλοφορία προσώπων και κεφαλαίων. Ο διεθνισμός βαφτίστηκε «ειρήνη» και η εθνική κυριαρχία «απειλή». Η αφήγηση παρέμεινε βολική ακριβώς επειδή ήταν απλουστευτική, όμως ποτέ δεν άντεχε σε σοβαρή λογική ανάλυση.
Αυτοκρατορίες με προοδευτική βιτρίνα
Αν εξετάσουμε τις μεγάλες ιστορικές αυτοκρατορίες – του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του Ιούλιου Καίσαρα, του Ναπολέοντα ή της Βρετανικής Αυτοκρατορίας του Σέσιλ Ρόουντς – θα αντιληφθούμε ότι όλες ήταν, στην ουσία, «παγκοσμιοποιημένες» ή «διεθνιστικές» για την εποχή τους. Καταβρόχθιζαν ολόκληρα έθνη επεκτείνοντας την εδαφική τους επικράτεια. Σε τι διαφέρει μια αυτοκρατορία του παρελθόντος από τη σύγχρονη Ευρωπαϊκή Ένωση ή τον ΟΗΕ; Ο μέσος Ευρωπαίος πολίτης δυσκολεύεται εξίσου να αντιταχθεί σε μια οδηγία των Βρυξελλών όσο και ο υπήκοος του παρελθόντος σε ένα διάταγμα μιας μακρινής μητρόπολης. Αν ο Μέγας Αλέξανδρος είχε ονομάσει την αυτοκρατορία του «Ηνωμένα Έθνη», θα ήταν άραγε οι εκστρατείες του πιο δίκαιες και ειρηνικές; Προφανώς όχι. Ο ιμπεριαλισμός απλά ξαναβαφτίστηκε «διεθνισμός» και η διαφορά βαπτίστηκε «πρόοδος».
Η αληθινή ατζέντα πίσω από την παγκοσμιοποίηση
Η φενάκη γίνεται εμφανής όταν κοιτάξει κανείς τα πραγματικά αποτελέσματα των πολιτικών ανοιχτών συνόρων που επιβλήθηκαν επί δεκαετίες σε Βόρεια Αμερική και Ευρώπη. Ο στόχος των θιασωτών της παγκοσμιοποίησης δεν είναι απλώς η αντικατάσταση των εθνικών κυβερνήσεων από διεθνή μορφώματα γραφειοκρατών. Είναι η εξάλειψη κάθε συλλογικού δεσμού που συγκροτεί έναν λαό ως πολιτισμική και ιστορική οντότητα. Στις ΗΠΑ θεωρείται απολύτως φυσιολογικό μετανάστες να κυματίζουν τις σημαίες των χωρών καταγωγής τους σε γήπεδα και δημόσιες συναθροίσεις, ενώ οι ίδιοι αναλυτές των μέσων ενημέρωσης περιγράφουν την αμερικανική σημαία ως σύμβολο «λευκής υπεροχής». Στην Ελλάδα παρατηρούμε μια παράλληλη εθνομηδενιστική ρητορική που, στο όνομα της ανεκτικότητας, υποσκάπτει την ελληνική γλώσσα, την ιστορική μνήμη και τη θρησκευτική παράδοση. Κάθε έθνος που σέβεται τον εαυτό του καλείται να απολέσει ό,τι το κάνει μοναδικό, ώστε να μετατραπεί σε ένα απρόσωπο κύτταρο της παγκόσμιας αγοράς.
Η υποκρισία κορυφώνεται όταν οι ίδιοι κύκλοι που υπερασπίζονται την «πολυμορφία» απαιτούν ομοιομορφία στη σκέψη και υποταγή στις διεθνείς κλιματικές συμβάσεις, στα υπερκρατικά δικαστήρια και στις κεντρικές τραπεζικές πολιτικές. Ρωτήστε αν υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο «Πράσινο Κόμμα» της Γερμανίας που αξιώνει απόλυτη συμμόρφωση των πολιτών στα δόγματα της «κλιματικής αλλαγής» και σε μια ομάδα διεθνών διπλωματών που απαιτεί το ίδιο μέσω της Συμφωνίας του Παρισιού. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για μια άνωθεν επιβολή κανόνων που δεν γνωρίζουν εθνικά σύνορα, λογοδοσία ή δημοκρατική νομιμοποίηση. Ο απολυταρχισμός δεν γίνεται πιο ανεκτός επειδή οι γραφειοκράτες που τον επιβάλλουν έχουν διεθνή προέλευση.
Η ώρα της εθνικής αντίστασης
Είναι λογικά ασυνεπές να υποθέτουμε ότι οι διεθνείς μορφές διακυβέρνησης είναι αυτονόητα πιο ανθρωπιστικές ή φιλάνθρωπες από τις εθνικές, όπως ακριβώς είναι άτοπο να δεχθούμε ότι η εθνική διακυβέρνηση είναι πιο δίκαιη και ικανή από τη δημοτική αυτοδιοίκηση. Η ελευθερία και τα ατομικά δικαιώματα δεν προκύπτουν από το μέγεθος της κυβέρνησης, αλλά από τον περιορισμό της εξουσίας της. Η μάχη ανάμεσα στον πατριωτισμό και τον άνευ συνόρων σφετερισμό της λαϊκής βούλησης είναι μάχη επιβίωσης. Και όπως κάθε ιστορική αυτοκρατορία, έτσι και ο σύγχρονος παγκοσμιοποιητικός ιμπεριαλισμός πρέπει να ηττηθεί, αν θέλουμε να παραμείνουν όρθια τα έθνη που συνιστούν τον πλούτο και την πολυμορφία του πλανήτη.






