Η Ευρώπη στον δρόμο της πολεμικής οικονομίας
Μέρος Α΄
Πέστε μου έναν λόγο γιατί η Ρωσία θέλει να κάνει πόλεμο με την Ευρώπη
Το κείμενο αυτό είναι το πρώτο μιας τριλογίας για τη μεγάλη στροφή της Ευρώπης προς την πολεμική οικονομία. Στο πρώτο μέρος εξετάζεται αν υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία ότι η Ρωσία επιδιώκει πράγματι πόλεμο με την Ευρώπη. Στο δεύτερο θα δούμε ποιοι ωφελούνται πολιτικά, θεσμικά και οικονομικά από τη μονιμοποίηση του φόβου του πολέμου. Και στο τρίτο θα επιχειρήσουμε να μεταφράσουμε σε πραγματικούς αριθμούς τι σημαίνει το νέο όριο του 5% του ΑΕΠ για τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ελλάδα.
«Το να αμφισβητεί κανείς την απειλή που συνιστά η Ρωσία για την Ευρώπη είναι ανεύθυνο», δήλωσε ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ στις 29 Σεπτεμβρίου.
Η φράση προκαλεί εντύπωση όχι μόνο επειδή χαρακτηρίζει τη Ρωσία ως μείζονα απειλή, αλλά επειδή περίπου ενοχοποιεί και την ίδια την αμφισβήτηση.
Και όμως, όταν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες καλούνται να αυξήσουν δραστικά τις στρατιωτικές δαπάνες, να αναπτύξουν πολεμική βιομηχανία και να προετοιμαστούν για μακροχρόνια αντιπαράθεση, τότε η αμφισβήτηση δεν είναι ανευθυνότητα. Είναι υποχρέωση.
Και το πρώτο ερώτημα είναι απλό: Πέστε μου έναν συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο η Ρωσία θέλει να κάνει πόλεμο με την Ευρώπη.
Όχι γιατί μπορεί να τον κάνει. Όχι γιατί διαθέτει στρατό, πυραύλους και πυρηνικά όπλα.
Ρωτώ: ποιο συμφέρον θα εξυπηρετούσε ένας τέτοιος πόλεμος; Τι θα κέρδιζε η Ρωσία;
Εδάφη; Είναι ήδη η μεγαλύτερη χώρα του κόσμου.
Πρώτες ύλες; Διαθέτει τεράστια αποθέματα ενέργειας και φυσικών πόρων.
Αγορές; Ένας πόλεμος με την Ευρώπη θα κατέστρεφε ό,τι απέμεινε από τις οικονομικές και ενεργειακές σχέσεις της.
Πολιτική επιρροή; Πώς ακριβώς θα αποκτούσε περισσότερη επιρροή στη Γερμανία, στη Γαλλία ή στην Ιταλία βομβαρδίζοντάς τες;
Και κυρίως: γιατί να επιλέξει μια σύγκρουση με το ΝΑΤΟ, γνωρίζοντας ότι αυτή μπορεί να εξελιχθεί σε γενικευμένο ή ακόμη και πυρηνικό πόλεμο;
«Μα εισέβαλε στην Ουκρανία»
Είναι το ισχυρότερο αντεπιχείρημα. Και είναι σοβαρό.
Η εισβολή της 24ης Φεβρουαρίου 2022 απέδειξε ότι η Ρωσία είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ για γεωπολιτικούς στόχους. Αυτό κανείς δεν μπορεί να το αγνοήσει. Αλλά από εδώ μέχρι το συμπέρασμα ότι «η Ρωσία θέλει να εισβάλει στην Ευρώπη» υπάρχει ένα κρίσιμο κενό.
Η Ουκρανία δεν είναι κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ. Επίθεση σε χώρα του ΝΑΤΟ δεν θα σήμαινε έναν ακόμη περιφερειακό πόλεμο. Θα σήμαινε κίνδυνο άμεσης αναμέτρησης με ολόκληρη τη Συμμαχία.
Άρα το πραγματικό ερώτημα παραμένει: Γιατί να το επιδιώξει αυτό η Μόσχα;
Η εισβολή στην Ουκρανία είχε ήδη ένα αποτέλεσμα αντίθετο προς βασικά ρωσικά συμφέροντα: η Φινλανδία και η Σουηδία εγκατέλειψαν τη στρατιωτική τους ουδετερότητα και εντάχθηκαν στο ΝΑΤΟ.
Γιατί λοιπόν η Ρωσία να επιλέξει ένα ακόμη μεγαλύτερο βήμα, που θα οδηγούσε σε ακόμη βαθύτερη συσπείρωση όλης της Ευρώπης εναντίον της;
Άλλο δυνατότητα, άλλο πρόθεση
Εδώ βρίσκεται η ουσία.
Το ότι ένα κράτος έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει ζημιά δεν σημαίνει ότι έχει και την πρόθεση να το κάνει.
Η Γαλλία και η Βρετανία διαθέτουν πυρηνικά όπλα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τεράστια στρατιωτική ισχύ στην Ευρώπη. Δεν συμπεραίνουμε από αυτό ότι ετοιμάζονται να επιτεθούν στη Ρωσία.
Γιατί λοιπόν η ρωσική στρατιωτική ισχύς θεωρείται από μόνη της απόδειξη επικείμενης επίθεσης;
Μπορεί να δικαιολογεί επαγρύπνηση. Μπορεί να δικαιολογεί αποτροπή. Μπορεί να δικαιολογεί ισχυρή άμυνα. Δεν αποδεικνύει όμως επιθετική πρόθεση.
Και αυτό έχει σημασία, γιατί ακόμη και υπηρεσίες και κυβερνήσεις χωρών που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή απέναντι στη Ρωσία δεν λένε σήμερα ότι επίκειται άμεση συμβατική επίθεση στο ΝΑΤΟ.
Προειδοποιούν για σαμποτάζ, κυβερνοεπιθέσεις, παραβιάσεις, drones και άλλες υβριδικές ενέργειες.
Αυτό είναι σοβαρό. Αλλά είναι κάτι διαφορετικό από το: «Η Ρωσία ετοιμάζεται να εισβάλει στην Ευρώπη».
Η Ευρώπη όμως ήδη οργανώνεται για μια νέα εποχή
Στη Σύνοδο της Χάγης το 2025, τα κράτη του ΝΑΤΟ συμφώνησαν να κινηθούν έως το 2035 προς συνολικές αμυντικές και σχετικές δαπάνες ύψους 5% του ΑΕΠ.
Πρόκειται για ιστορική αλλαγή. Δεν μιλάμε πια απλώς για αύξηση ενός στρατιωτικού προϋπολογισμού. Μιλάμε για αναδιοργάνωση της ευρωπαϊκής οικονομίας γύρω από την άμυνα, τις υποδομές ασφαλείας, την αμυντική βιομηχανία και την πολεμική ετοιμότητα.
Και ακριβώς επειδή η αλλαγή αυτή είναι τόσο μεγάλη, απαιτείται μεγαλύτερη τεκμηρίωση. Δεν αρκεί η λέξη «απειλή».
Πρέπει να γνωρίζουμε: Ποια απειλή; Σε ποιο χρονικό ορίζοντα;
Με ποια στοιχεία; Και με ποια πραγματική πιθανότητα;
Ο κίνδυνος να δημιουργήσουμε αυτό που φοβόμαστε
Υπάρχει και κάτι ακόμη. Η ιστορία γνωρίζει καλά το λεγόμενο δίλημμα ασφαλείας.
Ο ένας εξοπλίζεται επειδή φοβάται τον άλλον. Ο άλλος βλέπει τους εξοπλισμούς και φοβάται περισσότερο. Απαντά με νέους εξοπλισμούς. Και κάθε πλευρά θεωρεί τις κινήσεις της άλλης απόδειξη ότι είχε εξαρχής δίκιο να φοβάται.
Έτσι μπορεί να δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος στον οποίο κανείς δεν επιδιώκει αρχικά τον πόλεμο, αλλά όλοι προετοιμάζονται γι’ αυτόν τόσο έντονα ώστε αυξάνουν τον κίνδυνο να συμβεί.
Γι’ αυτό χρειάζεται ψυχραιμία.
Η Ρωσία δεν είναι ακίνδυνη. Η Ευρώπη έχει κάθε δικαίωμα να προστατεύεται. Αλλά άλλο η άμυνα και η αποτροπή και άλλο η καλλιέργεια της βεβαιότητας ότι ο μεγάλος πόλεμος είναι σχεδόν αναπόφευκτος.
Το ερώτημα παραμένει
Δεν ζητώ να εμπιστευθούμε τον Πούτιν. Δεν ζητώ να αφοπλιστεί η Ευρώπη.
Ζητώ κάτι πολύ απλούστερο: αν μας λέτε ότι η Ρωσία θέλει να επιτεθεί στην Ευρώπη, δείξτε μας το κίνητρο, τον στρατηγικό στόχο και τα συγκεκριμένα στοιχεία της πρόθεσης.
Διαφορετικά κινδυνεύουμε να κάνουμε ένα πολύ σοβαρό λάθος: να μετατρέψουμε έναν πιθανό κίνδυνο σε βεβαιότητα, τη βεβαιότητα σε φόβο, και τον φόβο σε μόνιμη πολιτική και οικονομική κατάσταση.
Και τότε προκύπτει το δεύτερο μεγάλο ερώτημα: Όταν η Ευρώπη οργανώνει οικονομίες και κοινωνίες γύρω από την προσδοκία μιας μακροχρόνιας στρατιωτικής αντιπαράθεσης, ποιοι ωφελούνται από αυτή τη νέα πραγματικότητα;
Αυτό θα είναι το αντικείμενο του δεύτερου μέρους: «Ποιος κερδίζει από τον φόβο του πολέμου;»




