Ένα υποθετικό σενάριο κρίσης Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ και Τουρκίας
Του Δρα Δημ. Σταθακόπουλου
Το Great Sea Interconnector (GSI) μπαίνει πλέον σε μια διαφορετική τελική φάση.
Στις 5 Αυγούστου 2026, συμφωνήθηκε η είσοδος του γαλλικού επενδυτικού ομίλου Meridiam ως πλειοψηφικού μετόχου στην εταιρεία GSI, ενώ παράλληλα υπογράφηκε συμφωνία ΑΔΜΗΕ, GSI και Nexans για τις θαλάσσιες έρευνες που συνδέονται με την υλοποίηση του έργου. Η Αθήνα χαρακτηρίζει τη διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου έργο στρατηγικής σημασίας για τις δύο χώρες αλλά και για την Ευρώπη.
Ας κάνουμε, λοιπόν, μια υπόθεση εργασίας.
Η πόντιση του καλωδίου έχει αρχίσει. Το έργο βρίσκεται σε εξέλιξη και ένα υποβρύχιο μη επανδρωμένο όχημα αγνώστου ταυτότητας ( drone ) πλησιάζει το καλώδιο. Λίγο αργότερα διαπιστώνεται σοβαρή μηχανική βλάβη. Το καλώδιο έχει καταστραφεί.
Δεν υπάρχει πλοίο που να μπορεί να ταυτοποιηθεί ως δράστης. Δεν υπάρχει πλήρωμα. Δεν υπάρχει άμεση απόδειξη για το ποιος έδωσε την εντολή.
Μόνο ένα ερώτημα:
Ποιος το έκανε;
Και αυτό ακριβώς θα ήταν το επικίνδυνο σημείο.
Από ένα τεχνικό ατύχημα σε κρίση ασφαλείας.
Η πρώτη αντίδραση Αθήνας και Λευκωσίας πιθανότατα θα ήταν προσεκτική. Θα έπρεπε να διαπιστωθεί αν πρόκειται για ατύχημα, τεχνική αστοχία ή σκόπιμη ενέργεια.
Αν όμως οι έρευνες έδειχναν ότι η καταστροφή προκλήθηκε από μη επανδρωμένο υποβρύχιο σύστημα, το περιστατικό θα έπαυε να είναι απλώς ένα πρόβλημα του έργου.
Θα γινόταν ζήτημα εθνικής και ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Και αυτό δεν είναι θεωρητικό ως προς τη γενικότερη απειλή. Το ΝΑΤΟ έχει ήδη χαρακτηρίσει τα υποθαλάσσια καλώδια και τις άλλες υποθαλάσσιες υποδομές κρίσιμα και έχει ενισχύσει την επιτήρηση στη Βαλτική με πολεμικά πλοία, αεροσκάφη και μη επανδρωμένα συστήματα. Έχει μάλιστα δημιουργήσει ειδικές δομές για την ασφάλεια των υποθαλάσσιων υποδομών.
Επομένως, η Ελλάδα δεν θα αντιμετώπιζε ένα μεμονωμένο περιστατικό. Θα το αντιμετώπιζε μέσα στο νέο περιβάλλον του υβριδικού πολέμου.
Η Τουρκία θα βρισκόταν αμέσως στο επίκεντρο των υποψιών.
Ακόμη και χωρίς αποδεικτικά στοιχεία, η γεωγραφία και το πολιτικό περιβάλλον θα έκαναν την Τουρκία το πρώτο σημείο αναφοράς.
Αυτό δεν σημαίνει ότι θα ήταν ο δράστης. Σημαίνει ότι η Άγκυρα θα γνώριζε πως κάθε τέτοιο περιστατικό στην Ανατολική Μεσόγειο θα εξεταστεί υπό το πρίσμα των ελληνοτουρκικών διαφορών, της Κύπρου και των θαλάσσιων δικαιοδοσιών.
Η τουρκική πλευρά θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι η Ελλάδα επιχειρεί να παρουσιάσει μια “αμφισβητούμενη” θαλάσσια περιοχή ως αποκλειστικά ελληνικό ή ευρωπαϊκό χώρο δραστηριότητας.
Η Αθήνα, από την άλλη, θα είχε ένα πολύ ισχυρό επιχείρημα: ότι δεν μπορεί ένα ευρωπαϊκό ενεργειακό έργο να καταστεί όμηρος απειλών ή στρατιωτικών παρενοχλήσεων.
Και εδώ βρίσκεται η παγίδα.
Δεν χρειάζεται καν να έχει πραγματοποιήσει η Τουρκία το σαμποτάζ για να ξεκινήσει η ελληνοτουρκική κρίση.
Αρκεί να υπάρξει αβεβαιότητα.
Το επικίνδυνο 24ωρο:
Τις επόμενες ώρες θα άρχιζε ένας αγώνας για την απόκτηση πληροφοριών.
Ελληνικά και Κυπριακά μέσα θα μιλούσαν για πιθανό σαμποτάζ. Η Τουρκία θα αρνιόταν κάθε εμπλοκή. Θα άρχιζαν διαρροές για την προέλευση του drone.
Και στη θάλασσα θα συνέβαινε κάτι ακόμη πιο σημαντικό.
Η Ελλάδα θα ήθελε να προστατεύσει την περιοχή εργασιών. Η Κύπρος θα ήθελε να προστατεύσει ένα έργο που αφορά άμεσα τη δική της ενεργειακή διασύνδεση. Η Τουρκία θα παρακολουθούσε τις κινήσεις. Πολεμικά πλοία θα μπορούσαν να εμφανιστούν στην ευρύτερη περιοχή.
Το αρχικό πρόβλημα θα ήταν πλέον:
καλώδιο → υποψία σαμποτάζ → έρευνα → στρατιωτική επιτήρηση → ναυτική αντιπαράθεση.
Και κάπου εκεί μπορεί να γίνει το πραγματικά επικίνδυνο λάθος.
Το Ισραήλ θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την υπόθεση, καθώς ο ευρύτερος σχεδιασμός του GSI συνδέεται με τον ενεργειακό διάδρομο της Ανατολικής Μεσογείου και τη μελλοντική σύνδεση με το ισραηλινό ηλεκτρικό σύστημα.
Δεν χρειάζεται, βέβαια, να εμφανιστούν ισραηλινά πολεμικά πλοία.
Η ισραηλινή συνδρομή θα μπορούσε να είναι πολύ πιο διακριτική: πληροφορίες, δορυφορική επιτήρηση, ανάλυση θαλάσσιων κινήσεων και τεχνική αξιολόγηση.
Αλλά ακόμη και αυτό θα είχε πολιτικό κόστος.
Η Τουρκία θα μπορούσε να θεωρήσει ότι δημιουργείται ένας νέος άξονας Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ γύρω από τον GSI.
Η κρίση θα αποκτούσε έτσι μια νέα διάσταση.
Η μεγάλη δυσκολία: η απόδοση ευθύνης.
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο ζήτημα.
Αν βρεθούν τμήματα του drone, αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι βρέθηκε ο δράστης.
Αν διαπιστωθεί ότι το σύστημα μοιάζει με κάποιο γνωστό στρατιωτικό σύστημα, αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι χρησιμοποιήθηκε από το κράτος που το διαθέτει.
Και αν ένα πλοίο βρισκόταν κοντά στην περιοχή, αυτό επίσης δεν αποδεικνύει ότι συμμετείχε στην επιχείρηση.
Η τεχνική ταυτοποίηση και η κρατική απόδοση ευθύνης είναι δύο διαφορετικά πράγματα.
Ακριβώς γι’ αυτό θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο να υπάρξει βιαστική δημόσια κατηγορία.
Γιατί αν η Ελλάδα κατηγορήσει την Τουρκία και στη συνέχεια αποδειχθεί ότι δεν ήταν η Τουρκία, η κρίση θα έχει ήδη ξεκινήσει.
Υπάρχει όμως και η αντίστροφη πλευρά: αν η Αθήνα γνωρίζει ή ισχυρά υποψιάζεται ότι πρόκειται για εχθρική ενέργεια και δεν αντιδράσει, μπορεί να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι το έργο μπορεί να σταματήσει με ένα υποβρύχιο drone.
Το σενάριο της δεύτερης επίθεσης:
Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το πιο επικίνδυνο σημείο.
Η πρώτη επίθεση μπορεί να παραμείνει ασαφής.
Αν όμως υπάρξει δεύτερη δολιοφθορά, ενώ ήδη βρίσκονται πολεμικά πλοία στην περιοχή, η κατάσταση αλλάζει δραματικά.
Τότε η κάθε πλευρά θα θεωρήσει ότι γνωρίζει ποιος βρίσκεται πίσω από την επίθεση.
Και αν υπάρξει τρίτη ενέργεια, μπορεί να υπάρξει και στρατιωτική απάντηση.
Ένα 10ήμερο σενάριο θα μπορούσε να εξελιχθεί ως εξής:
Ημέρα 1: καταστρέφεται το καλώδιο.
Ημέρα 2: εντοπίζονται στοιχεία υποβρύχιου drone.
Ημέρα 3: αυξάνεται η ελληνική και τουρκική ναυτική παρουσία.
Ημέρα 4: ενεργοποιείται στενότερη συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ.
Ημέρα 5: εμφανίζεται ύποπτο πλοίο στην περιοχή.
Ημέρα 6: σημειώνεται επικίνδυνος ελιγμός μεταξύ πολεμικών πλοίων.
Ημέρα 7: διαρρέουν πληροφορίες για πιθανή προέλευση του drone.
Ημέρα 8: η Τουρκία θέτει ζήτημα θαλάσσιας δικαιοδοσίας και δραστηριοτήτων στην περιοχή.
Ημέρα 9: Αθήνα και Λευκωσία ζητούν ευρωπαϊκή και συμμαχική υποστήριξη.
Ημέρα 10: πρέπει να αποφασιστεί αν η πόντιση θα συνεχιστεί και με ποιο καθεστώς προστασίας.
Και τότε το ερώτημα δεν θα είναι πλέον ποιος έκοψε το καλώδιο.
Θα είναι:
ποιος αποφασίζει αν και πώς θα συνεχιστεί το έργο.
Η «τέλεια προβοκάτσια»
Υπάρχει, τέλος, ένα ακόμη σενάριο που δεν πρέπει να αγνοηθεί.
Να μην είναι τουρκικό το drone.
Να μην είναι ελληνικό.
Να μην είναι ισραηλινό.
Να είναι επιχείρηση τρίτου παράγοντα, κρατικού ή μη, που γνωρίζει πολύ καλά τις ελληνοτουρκικές αντιθέσεις και θέλει ακριβώς αυτό:
να κάνει την Ελλάδα και την Τουρκία να συγκρουστούν.
Σε αυτή την περίπτωση, το καλώδιο θα ήταν μόνο ο στόχος της πρώτης πράξης.
Ο πραγματικός στόχος θα ήταν η πολιτική και στρατιωτική αποσταθεροποίηση της Ανατολικής Μεσογείου.
Γι’ αυτό η ψυχραιμία στην πρώτη φάση θα είχε μεγαλύτερη σημασία από οποιαδήποτε θεαματική στρατιωτική αντίδραση.
Ο GSI δεν είναι πλέον μόνο καλώδιο.
Ο GSI έχει εξελιχθεί σε έργο με ενεργειακή, οικονομική, ευρωπαϊκή και γεωπολιτική διάσταση. Η πρόσφατη είσοδος της Meridiam και η επιτάχυνση των διαδικασιών υλοποίησης το επιβεβαιώνουν.
Σε έναν κόσμο όπου τα υποθαλάσσια καλώδια θεωρούνται πλέον τμήμα της κρίσιμης εθνικής υποδομής ( UNCLOS ) , η προστασία τους δεν μπορεί να αρχίζει όταν συμβεί το πρώτο σαμποτάζ.
Πρέπει να έχει σχεδιαστεί από πριν.
Η Ελλάδα και η Κύπρος θα χρειαστούν όχι μόνο πλοία επιτήρησης, αλλά ένα ολοκληρωμένο σύστημα maritime domain awareness, υποθαλάσσιους αισθητήρες, μη επανδρωμένα μέσα, ανταλλαγή πληροφοριών και σαφείς κανόνες για το τι γίνεται σε περίπτωση ύποπτης προσέγγισης ή νέας απόπειρας δολιοφθοράς.
Για τον GSI, λοιπόν, το πραγματικό στοίχημα δεν είναι μόνο να ποντιστεί το καλώδιο.
Είναι να μπορεί να ποντιστεί χωρίς κανείς να αποκτήσει τη δυνατότητα να αποφασίζει, με ένα drone στον βυθό, πότε θα σταματήσει.
Και ακόμη περισσότερο:
να μη μετατραπεί το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης σε αφορμή για μια ελληνοτουρκική κρίση στην Ανατολική Μεσόγειο.




