Κάποιος Γέρων ασκητής μέγας και διορατικός είχε φθάσει εις μέτρα ασκησεως υπερανω των δαιμονικών πειρασμών, τώνοποίων την επηρεια ευθαρσώς κατεφρόνει.
Είχαν ανοίξει με την χάριν του Θεού της ψυχής του τα μάτια και έβλεπεοφθαλμοφανώς Αγγέλους και δαίμονας, πως ο καθένας από τήνιδικήν του παράταξιν αγωνιζόμενος επηρεαζει των ανθρώπων τον βίον. Τόσον μέγας ήταν ο Γέρων αυτός εις το να περιφρονήκαί να περιπαίζη εμφανώς τα ακάθαρτα πνεύματα, ώστε πολλές φορές τους εμέμφετο και τους έθλιβε, υπενθυμίζων εις αυτούς και την έκπτωσίν των από τον ουρανόν και του αιωνίου πυρός την κόλασιν, η οποία ως υποδίκους τους αναμενει.
Οι δαίμονες, ένας με τον άλλον, κοινολογωντας την προκοπήν και τα κατορθώματα του θεοφόρου αυτού Γέροντος, κατέλιξαν εις την γνώμην να μην τον πλησιάση κανείς πλέον από μέρους των εις το εξής μήτε να τολμήση να παλαίση μαζί του μήπως καίπληγωθή από αυτόν, διότι με την χάριν του Αγίου Πνεύματοςέφθασε εις μέτρα τελειώσεως υπερβαίνοντα την κοινήνανθρωπίνην φύσιν.
Εδώ περίπου ευρίσκοντο πνευματικώς, εν σχέσει με τον μέγαν Γέροντα τα πράγματα, όταν μίαν ημέραν ένας των δαιμόνων λέγει εις ένα άλλον συνταλαίπωρον όμοιον του, Ζερέφερ τόόνομα -εάν έχουν οι ακατονόμαστοι όνομα.
-Ζερεφερ· του λέγει, έχω ένα λογισμόν· Άραγε, εάν κάποιος απόημάς τους δαίμονας ήθελε μεταμεληθή – αλλάξη γνώμην, τον δέχεται άραγε εις μετάνοιαν ο Θεός;
Τι λέγεις; ναί η όχι; Και ποιος ενδεχομένως θα ημπορούσε νάτό γνωρίζη αυτό;
Περίεργον απίθανον το ερώτημα.
Του αποκρίνεται ο Ζερέφερ·








