Σε παγκόσμιο επίπεδο, με εξαίρεση τις αγορές της Ρωσίας και της Κίνας, οι ΗΠΑ κυριαρχούν σε βιομηχανικό και επιχειρησιακό επίπεδο. Καταρχήν, ως η χώρα με τον μεγαλύτερο αριθμό εν υπηρεσία μαχητικών αεροσκαφών οι ΗΠΑ έχουν εξ ορισμού και τις μεγαλύτερες ανάγκες προμήθειας βλημάτων αέρος-αέρος. Σε δεύτερο επίπεδο, η αμερικανική αγορά, στον τομέα της πυραυλικής τεχνολογίας, είναι ιδιαίτερα προστατευτική, για τα αμερικανικής προέλευσης συστήματα, πολιτική η οποία επιτρέπει στις αμερικανικές εταιρίες παραγωγής πυραυλικών συστημάτων να έχουν μια σχετική επιχειρηματική ασφάλεια. Για παράδειγμα, οι ΗΠΑ βρίσκονται σε φάση αντικατάστασης των βλημάτων AIM-9 Sidewinder που διαθέτουν (υπολογίζονται σε πάνω από 6.600 βλήματα) με βλήματα της έκδοσης AIM-9X Sidewinder. Καμιά άλλη χώρα δεν έχει προχωρήσει στην υλοποίηση ενός ανάλογου προγράμματος.

Ωστόσο η εμπορική επιτυχία των βλημάτων Sidewinder και AIM-120 AMRAAM (μέσου βεληνεκούς) δεν περιορίζεται μόνο στην αμερικανική αγορά. Χιλιάδες βλήματα έχουν παραδοθεί ή αναμένεται να παραδοθούν στο μέλλον σε δεκάδες αεροπορικές δυνάμεις. Η πραγματικότητα αυτή καταδεικνύει ένα ακόμα πλεονέκτημα των ΗΠΑ σε σχέση με την Ευρώπη: Τα αμερικανικά βλήματα είναι πιστοποιημένα για χρήση από περισσότερα μαχητικά αεροσκάφη σε σχέση με τα ευρωπαϊκά, τα ισραηλινά ή τα ρωσικά βλήματα. Αυτό επιτρέπει στις ΗΠΑ να ανταγωνίζονται από θέση ισχύος. Για παράδειγμα όλες οι πρώην ανατολικές χώρες, που έχουν ενταχθεί στο ΝΑΤΟ έχουν προβεί στην αγορά αμερικανικών βλημάτων αέρος-αέρος, ανεξαρτήτως εάν έχουν επιλέξει αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη (η Πολωνία έχει επιλέξει το F-16 Fighting Falcon, ενώ η Τσεχία και η Ουγγαρία έχουν επιλέξει το σουηδικό JAS-39 Gripen).
Στο εσωτερικό των ΗΠΑ η Raytheon διατηρεί το μονοπώλιο στη σχεδίαση, ανάπτυξη και παραγωγή βλημάτων αερομαχίας, ενώ διατηρεί και το μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι πλέον πρόσφατε εκδόσεις των βλημάτων είναι οι AIM-9X και AIM-120D. Η ανάπτυξη του AIM-9X ξεκίνησε το 2003, ενώ του AIM-120D το 2004. Για χρήση από ελικόπτερα και UAV, η Raytheon έχει αναπτύξει την έκδοση αέρος-αέρος του βλήματος FIM-92 Stinger (AIM-92 Stinger ή ATAS).
Στην Ευρώπη, η αμυντική βιομηχανία βλέπει, μάλλον αμήχανα, την ευρεία διείσδυση των αμερικανικών συστημάτων στην παγκόσμια αγορά. Το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στην ποιότητα. Αντίθετα τα ευρωπαϊκά βλήματα ενσωματώνουν ιδιαίτερα προηγμένη τεχνολογία. Το πρόβλημα εντοπίζεται στις οικονομίες κλίμακας. Από τη στιγμή που η Ευρώπη παράγει μικρότερο αριθμό βλημάτων αέρος-αέρος, το κόστος ανάπτυξης διαμοιράζεται σε μικρότερη ποσότητα, άρα η προσφερόμενη τιμή ανά μονάδα είναι υψηλότερη σε σχέση με τα αμερικανικά βλήματα, που μόνο από τις αμερικανικές παραγγελίες έχουν πετύχει οικονομίες κλίμακας. Ένα εξίσου σημαντικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Ευρώπη, αφορά στον διαμερισμό της παραγωγής σε δύο ευρωπαϊκές εταιρίες (MBDA και Diehl) να ανταγωνίζονται με τις ΗΠΑ για τις μικρές αγορές της Ευρώπης και του υπόλοιπου κόσμου, δεδομένου ότι οι δύο μεγαλύτερες αγορές του κόσμου, οι ΗΠΑ και η Ρωσία, επιλέγουν βλήματα από την εγχώρια αμυντική βιομηχανία.
Ανασταλτικά λειτουργούν και οι σημαντικές καθυστερήσεις στην ανάπτυξη. Αυτό το μειονέκτημα ουσιαστικά στερεί την Ευρώπη από πωλήσεις εκατοντάδων, ίσως και χιλιάδων βλημάτων. Για παράδειγμα, το ιδιαίτερα προηγμένο και ικανό ευρωπαϊκό βλήμα Meteor, το οποίο θεωρείται το «διαμάντι» της ευρωπαϊκής τεχνολογίας, κινδύνευσε να καταστεί «άνθρακας» εξαιτίας των καθυστερήσεων στην ανάπτυξη του. Το πρόγραμμα Meteor ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1990. To 2003 ξεκίνησε η ανάπτυξη του και εντάχθηκε σε υπηρεσία τον Απρίλιο του 2016, δηλαδή 13 χρόνια μετά! Ένα τέτοιο χρονοδιάγραμμα εγκυμονεί τον κίνδυνο του «επιχειρησιακού κορεσμού», δηλαδή ο κίνδυνος να ενταχθεί σε υπηρεσία όταν η αεροπορική απειλή που αντιμετωπίζει ο δυνητικός πελάτης να μην υφίσταται σε τέτοιο βαθμό που να δικαιολογεί την αγορά ενός τόσο προηγμένου βλήματος.

Εκτός του Meteor, η MBDA έχει αναπτύξει τα βλήματα AIM-132 ASRAAM, Meteor και MICA. O AIM-132 ASRAAM βρίσκεται σε υπηρεσία από το 2002, ενώ ο MICA (Missile d’ Interception et de Combat Aérien), ο οποίος βρίσκεται σε υπηρεσία από την Πολεμική Αεροπορία, ξεκίνησε την ανάπτυξη του το 1982. Σε υπηρεσία εντάχθηκε το 1996 (έκδοση MICA EM) και το 2000 (έκδοση MICA IR) αντίστοιχα.
Η Γερμανία (Diehl), σε συνεργασία με την Ιταλία, τη Σουηδία, την Ελλάδα, την Ισπανία, τον Καναδά και τη Νορβηγία, ανέπτυξαν το βλήμα IRIS-T (Infra-Red Imaging System-Tail/Thrust Vector-Controlled). Η ανάπτυξη του ολοκληρώθηκε το 2003, οι δοκιμές ολοκληρώθηκαν εντός του 2004 και οι πρώτες παραδόσεις πραγματοποιήθηκαν στα τέλη του 2005. Η ιστορία ανάπτυξης του IRIS-T είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, η τότε Δυτική Γερμανία συμμετείχε στο πρόγραμμα ανάπτυξης του AIM-132 ASRAAM. Η ενοποίηση με την Ανατολική Γερμανία έφερε στο γερμανικό οπλοστάσιο το σοβιετικής προέλευσης βλήμα R-73 (AA-11 Archer). Οι Γερμανοί εντυπωσιάστηκαν τόσο από την αρχιτεκτονική, όσο και από τις επιδόσεις του σοβιετικού βλήματος και αποφάσισαν να αποχωρήσουν από το πρόγραμμα AIM-132 ASRRAM και να αναπτύξουν τον IRIS-T!

Στη Ρωσία, η Vympel έχει αναπτύξει μια μεγάλη γκάμα βλημάτων αερομαχίας, τα οποία θεωρούνται από τα πλέον προηγμένα βλήματα σε παγκόσμιο επίπεδο. Ωστόσο, η μη πιστοποίηση τους σε μαχητικά αεροσκάφη μη ρωσικής προέλευσης έχει στερήσει από τη Μόσχα μεγάλο βαθμό ανταγωνιστικότητας (οι δύο μεγαλύτεροι πελάτες της Ρωσίας είναι η Ινδία και η Κίνα). Τέλος, το Ισραήλ έχει αναπτύξει, από το 1959, την οικογένεια βλημάτων Python (αρχικά ονομάζονταν Shafrir). Σήμερα σε παραγωγή βρίσκεται η έκδοση Python-5 και το βλήμα Derby. Ο Python-5 είναι βλήμα μέσου βεληνεκούς, με μέγιστο βεληνεκές άνω των 20 χιλιομέτρων, ενώ το Derby είναι μια επιμηκυμένη έκδοση του Python-4 με μέγιστο βεληνεκές τα 50 χιλιόμετρα.






