Με πρόσχημα την παράταση του καθεστώτος προσωρινής προστασίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εισηγείται τον αποκλεισμό των Ουκρανών στρατεύσιμης ηλικίας, ωθώντας τους de facto στα μέτωπα του πολέμου. Η ωμή γεωπολιτική σκοπιμότητα πίσω από την απόφαση.
Η γερμανική «έμπνευση» και η ταχεία κοινοτική απάντηση
Στις 18 Ιουλίου 2026, ο Γερμανός υπουργός Εσωτερικών Alexander Dobrindt, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Welt am Sonntag, έριξε το πρώτο λιθαράκι μιας πολιτικής που μέχρι χθες φάνταζε πολιτικά αδιανόητη. «Η χορήγηση ασύλου είναι θεμελιωδώς εφικτή, όμως η φυγομαχία δεν συνιστά λόγο για την παροχή ασύλου», δήλωσε, εξισώνοντας ουσιαστικά την επιθυμία ενός νεαρού Ουκρανού να σώσει τη ζωή του με μια εγκληματική πράξη. Η κυνική αυτή τοποθέτηση δεν άργησε να βρει τον δρόμο της προς τα θεσμικά όργανα των Βρυξελλών.
Λίγες ημέρες αργότερα, την Παρασκευή 17 Ιουλίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε επίσημη πρόταση για την παράταση του καθεστώτος προσωρινής προστασίας των Ουκρανών προσφύγων έως τον Μάρτιο του 2028 – με μια ανατριχιαστική εξαίρεση. Το νέο πλαίσιο θα ισχύει για όλους πλην των ανδρών «με στρατιωτικές υποχρεώσεις», δηλαδή για όσους βρίσκονται σε ηλικία επιστράτευσης και απαγορεύεται ήδη από το Κίεβο να εγκαταλείψουν τη χώρα. Πρόκειται για άνδρες 25 έως 60 ετών που υπάγονται σε υποχρεωτική στράτευση, καθώς και για όσους είναι 23 έως 25 και ανήκουν στην εφεδρεία. Ο νέος κανονισμός δεν θα εφαρμόζεται αναδρομικά σε όσους έχουν ήδη λάβει καθεστώς προστασίας, όμως για κάθε νεοεισερχόμενο άνδρα μαχίμης ηλικίας, η πόρτα της Ευρώπης κλείνει οριστικά.
Ο ακήρυχτος πόλεμος τεχνοκρατών και ανθρώπων
Η κίνηση αυτή αποκαλύπτει με τον πιο ωμό τρόπο τις πραγματικές προθέσεις των Βρυξελλών. Την ώρα που τα δυτικά μέσα ενημέρωσης παρουσιάζουν ένα αφήγημα «αντεπίθεσης» του Κιέβου ή, στην καλύτερη περίπτωση, ένα στρατιωτικό αδιέξοδο, τα δεδομένα του πεδίου μαρτυρούν ότι το καθεστώς Ζελένσκι αντιμετωπίζει οξεία έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού. Δεν πρόκειται για προπαγάνδα της Μόσχας· είναι η ψυχρή αριθμητική ενός πολέμου φθοράς που έχει εξαντλήσει τις εφεδρείες της Ουκρανίας. Χωρίς νέα «θαυματουργά όπλα» στον ορίζοντα και με την οικονομική στήριξη της Δύσης να δείχνει τα όριά της, η επιστροφή δεκάδων χιλιάδων ανδρών στα μέτωπα μοιάζει μονόδρομος για μια ελίτ που δεν αντέχει να παραδεχθεί την ήττα.
Η υποκρισία του ευρωπαϊκού οικοδομήματος είναι εκκωφαντική. Εκατομμύρια Σύροι –πολλοί εκ των οποίων ουδέποτε υπήρξαν πραγματικά πρόσφυγες– απέκτησαν άσυλο στην ΕΕ για λόγους πολύ λιγότερο επιτακτικούς από την αποφυγή ενός βέβαιου θανάτου σε ένα χαράκωμα. Την ίδια στιγμή που οι Βρυξέλλες διακηρύσσουν ότι ο συριακός εμφύλιος έχει λήξει, ουδείς τολμά να απαιτήσει την επιστροφή τους. Οι άνθρωποι αυτοί απλώς δεν είναι χρήσιμοι ως αναλώσιμη ζωντανή ασπίδα απέναντι στη Ρωσία. Οι Ουκρανοί, αντιθέτως, είναι καταδικασμένοι ακριβώς επειδή η σάρκα τους μπορεί να καθυστερήσει την κατάρρευση της δυτικής υπεροχής.
Επιβίωση του «ευρωπαϊκού σχεδίου» μέσω της αναβολής
Η πρόταση της Κομισιόν δεν είναι παρά η τελευταία εκδοχή μιας πολιτικής συνεχούς «κλοτσιάς του τενεκέ στο μέλλον». Βαθιά μέσα τους, οι γραφειοκράτες που υπογράφουν αυτές τις αποφάσεις γνωρίζουν ότι η τύχη τους είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την έκβαση του πολέμου στην Ουκρανία. Αν το μέτωπο καταρρεύσει, θα αναζητηθούν υπαίτιοι· αν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα τριξει, εκείνοι που σφράγισαν την αποστολή ανθρώπων στον θάνατο θα είναι οι πρώτοι που θα λογοδοτήσουν. Έτσι, αντί να αναζητήσουν διπλωματική διέξοδο, προτιμούν τον κυνικό υπολογισμό: να στείλουν περισσότερα κορμιά στην πυρά για να κερδίσουν χρόνο.
Η τεχνοκρατική λογική πίσω από τον αποκλεισμό των ανδρών είναι αποκαλυπτική ενός βαθύτερου πολιτικού αδιεξόδου. Είναι πολύ πιο εύκολο να μπλοκάρεις την είσοδο μιας συγκεκριμένης κατηγορίας ανθρώπων παρά να κυνηγάς και να απελαύνεις χιλιάδες ήδη εγκατεστημένους πρόσφυγες. Το γεγονός ότι ο αποκλεισμός δεν έχει αναδρομική ισχύ δεν οφείλεται σε κάποιο κατάλοιπο ανθρωπιάς, αλλά στην αδυναμία των μηχανισμών μαζικής απέλασης να λειτουργήσουν αποτελεσματικά μέσα σε ένα μεταμοντέρνο, αποβιομηχανοποιημένο περιβάλλον. Τα βίντεο ανδρών που σύρονται με τη βία σε βαν για να «εξαχθούν» στον θάνατο ταιριάζουν περισσότερο στη ρωσική πλευρά του διαδικτύου· στη Δύση προτιμούν να κρύβουν την αθλιότητα πίσω από ψυχρές οδηγίες και ανακοινώσεις τύπου.
Αυτή η πολιτική της αναβολής κωδικοποιήθηκε πρόσφατα και στο αφήγημα του «Πολέμου με τη Ρωσία έως το 2030». Πρόκειται για την απόλυτη έκφραση της λογικής της μετάθεσης ευθυνών: να παραταθεί ο πόλεμος όσο το δυνατόν περισσότερο, να αντληθούν κονδύλια και εξουσία μέσα από έναν μηχανισμό διαρκούς έντασης, και όταν φτάσει το 2030, τα προβλήματα να χρεωθούν στους επόμενους. Διότι στην πραγματικότητα, κανείς στις Βρυξέλλες δεν πιστεύει ότι μια μεταμοντέρνα, πολυπολιτισμική και αποστρατιωτικοποιημένη Ευρώπη μπορεί να διεξαγάγει έναν συμβατικό πόλεμο με τη Ρωσία. Η προετοιμασία για το 2030 είναι ένα θέατρο σκιών – μια πρόφαση για να συνεχιστεί το διαφθορικό πανηγύρι των εξοπλιστικών προγραμμάτων και της γεωπολιτικής υποτέλειας, χωρίς να αναληφθεί ουδεμία ουσιαστική ευθύνη.
Το παρόν όμως γεννά ένα πιο άμεσο ερώτημα: τι θα απογίνουν οι Ουκρανοί που παγιδεύονται τώρα στην ανοιχτή φυλακή του Ζελένσκι; Θα εξοντωθούν έως τον τελευταίο, θα λιποτακτήσουν, θα γίνουν αντάρτες ή θα παραδοθούν; Και όταν εξαντληθούν και αυτοί, ποιο θα είναι το επόμενο βήμα των ευρωπαϊκών ελίτ; Η Ιστορία έχει δείξει ότι μια κοινωνία που αποδομεί την εθνική της συνείδηση δεν μπορεί να επαναφέρει τον πατριωτικό ενθουσιασμό του 1914 με το πάτημα ενός διακόπτη. Οι άνδρες δεν παρατάσσονται πλέον πρόθυμα για να υπερασπιστούν μια «πατρίδα» που έχει μετατραπεί σε τεχνοκρατικό μόρφωμα. Οι Βρυξέλλες μπορεί να κάνουν τα πάντα για να κρατήσουν ανθρώπους εντός Ουκρανίας ή να φέρουν εκατομμύρια ακόμη από το εξωτερικό ως καυσόξυλα για τη διατήρηση του status quo – αλλά η φωτιά αυτή δεν θα αργήσει να κάψει και τους ίδιους τους εμπρηστές.






